Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ (ή και αντίστροφα)








Επί τη ευκαιρία του επερχόμενου ντέρμπι μεταξύ των αιωνίων, σκέφτηκα να δούμε το θέμα λίγο "ιστορικά".
Αν το δει κανείς λογικά , μια έχθρα μεταξύ δύο κοινωνικών ομάδων δεν είναι ποτέ αυτονόητη, αν κάποιος δεν την προκαλέσει.
Η ιστορία λοιπόν λέει τα εξής...
Είμαστε στο 1928 και ο Παναθηναικός έχει κατακτήσει το τοπικό της Αθήνας, ο Ολυμπιακός το τοπικό του Πειραιά και αντίστοιχα ο Άρης το τοπικό της Θεσσαλονίκης.
Με τη σημερινή ορολογία, θα συναντηθούν στα πλέι οφ με αγώνες εντός και εκτός έδρας και στο τέλος των αγώνων πρωταθλητής θα ανακηρυχθεί ο κορυφαίος της βαθμολογίας.
Απόλυτο φαβορί από αυτή την τριπλέτα , φάνταζε ο Ολυμπιακός αλλά τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν ακριβώς έτσι.
Με φαβορί λοιπόν , την ομάδα του Πειραιά ταξίδεψαν οι ερυθρόλευκοι οπαδοί από τον Πειραιά στην Αθήνα (τότε οι οπαδοί των ομάδων προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από την πόλη που αντιπροσώπευαν) κουβαλώντας φέρετρα και κηδειόχαρτα στη μνήμη του προσφιλούς πράσινου αδερφού.
Για να μη μακρυγορήσω , το παιχνίδι εξελίχθηκε σε έναν απόλυτο εφιάλτη για τον Ολυμπιακό καθώς οι πράσινοι πέτυχαν τη μεγαλύτερη νίκη που έχουν να επιδείξουν μέχρι σήμερα , με το αστρονομικό σκορ 8-2.
Οι φανατικοί οπαδοί των δύο ομάδων (που αποκαλούνταν τότε πρόγκες επειδή προγκούσαν τον αντίπαλο) κάθονταν σχετικά κοντά και αλληλοπειράζονταν αλλά δεν έφταναν ποτέ σε ακρότητες.
Όταν λοιπόν έληξε το παιχνίδι ο αρχηγός της κόκκινης πρόγκας περίμενε να δεχτεί χλεύη από τους πράσινους , αλλα αυτοί απλώς αποθέωσαν την ομάδα τους και δεν ασχολήθηκαν καθόλου με τους κόκκινους. Βγαίνοντας λοιπόν από τη Λεωφόρο ο αρχηγός της κόκκινης πρόγκας αναζήτησε τον αρχηγό της αντίστοιχης πράσινης με το βλέμμα και όταν τον βρήκε του υποκλίθηκε. Ο αρχηγός των Παναθηναικών ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και όλοι έφυγαν ήσυχα από το γήπεδο.
Η επόμενη πράξη παίχτηκε στο λιμάνι του Πειραιά από όπου αναχωρούσε ο Παναθηναικός για το παιχνίδι με τον Άρη στη Θεσσαλονίκη. (Τότε δεν υπήρχε εθνική οδός και η σύνδεση βορρά - νότου γινόταν ακτοπλοικά).
Στον Πειραιά λοιπόν , περίμενε μια έκπληξη τους Παναθηναικούς γιατί είχαν σγκεντρωθεί πάρα πολλοί οπαδοί των ερυθρολεύκων. Όχι όμως για να κάνουν φασαρία αλλά για να κατευοδώσουν τον Παναθηναικό, και να του ευχηθούν νίκη επί του Άρη ώστε οι όποιες αθλητικές διαφορές να μείνουν εντός λεκανοπεδίου. (Ακούγεται σαν ψέμα , έτσι;)
Πήγε λοιπόν ο Παναθηναικός στη Θεσσαλονίκη, κέρδισε τον Άρη με 4-0 έχοντας στις τάξεις του τον θρυλικό Άγγελο Μεσσάρη ο οποίος έγινε και τραγούδι για τους πράσινους του τότε και επέστρεψε στον Πειραια με τον ίδιο τρόπο δηλαδη με καράβι.
Στην είσοδο του λιμανιού είχαν ξαναμαζευτεί οι κόκκινοι για να υποδεχτούν τα πράσινα αδέλφια αλλά όλοι λογάριαζαν χωρις τον ...Καπετάνιο.
Ο καπετάνιος ο οποίος ήταν προφανώς Παναθηναικός , βλέποντας όλη αυτή την κόκκινη λαοθάλασσα θέησε να κάνει ένα αστείο να τους πειράξει. Χτύπησε λοιπόν την μπουρού του καραβιού , οχτώ φορές όσες και τα γκολπου είχε δεχτεί ο Ολυμπιακός. Ταυτόχρονα οι ταξιτζήδες που είχαν έρθει από την Αθήνα να παραλάβουν τους παίκτες έπιασαν το μήνυμα και άρχισαν να κορνάρουν και αυτοί από οχτώ φορές.
Έ , αυτό ήταν. Οι κόκκινες διαθέσεις άλλαξαν πρόσημο και έπεσε το ξύλο της αρκούδας. Πολλοί πράσινοι φυγαδεύτηκαν από φίλους τους πειραιώτες.
Την επομένη , ο υπουργός δημόσιας τάξης Ιωάννης Σιδέρης δήλωνε πως θα περάσει νόμο , αυτές οι δύο ομάδες να μην ξανασυναντηθούν ποτέ πια στο Λεκανοπέδιο.
Όντως η ρεβάνς του 8-2 έγινε όχι στο Καραισκάκη (Ποδηλατοδρόμιο τότε) αλλά στη Θεσσαλονίκη όπου οι οπαδοί των ομάδων μετακινήθηκαν με διαφορετικά καράβια και κάτω απο πρωτόγνωρα για την εποχή , μέτρα ασφαλείας.
Για την ιστορία ο Παναθηναικός ξανακέρδισε με 2-1 και κατέκτησε το πρωτάθλημα αλλά το κακό είχε ξεκινήσει.

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

2066






Πέρασε πάρα πολύς καιρός από την τελευταία δημοσίευση , διαβάστηκαν αρκετά βιβλία, (ίσως όχι όσα θα έπρεπε αναλογούντως του χρόνου που παρεμβλήθηκε ), αλλά η εξίσωση που διέπει τη σχέση του όγκου των βιβλίων που αναγνώστηκαν με την χρονική πρίοδο που όλο αυτό συνέβη , πρέπει να συνυπολογίσει και την περάμετρο της αντιστοιχούσας τεμπελιάς που όσο οι ηλικίες αυξάνονται, ακολουθεί και αυτή μιαν άκρως εντυπωσιακή ανάλογη πορεία.
Αρκετά όμως με την απολογητική διάθεση.
Σήμερα διάλεξα να παρουσιάσω ένα βιβλίο που κατοικούσε σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης μου , τα τελευταία πέντε χρόνια και λόγω του όγκου του, ( πάνω από χίλιες σελίδες ) ,δεν έβρισκα το κουράγιο να το ξεκινήσω.




2066 λοιπόν του Bolaño. Πρόκειται για ένα έπος!
Το κύριο θέμα του βιβλίου είναι η κατάδυση στον ίδιο τον εαυτό μας.
Εδώ, αυτό , συγγραφική αδεία , πετυχαίνεται με την αναζήτηση του μυθικού συγγραφέα Αρτσιμπόλντι από τέσσερις καθηγητές της λογοτεχνίας οι οποίοι είναι πρόθυμοι να ταξιδέψουν σε όλο τον κόσμο για να βρουν τον καθηγητή που έχει σημαδέψει τη συγγραφική και αναγνωστική τους αισθητική.
Η κατάληξη του οδοιπορικού τους, τους φέρνει στο Μεξικό όπου εκεί ο συγγραφέας δράττεται της ευκαιρίας να μας παρουσιάσει ένα πραγματικό γεγονός που συμβαίνει στην επαρχία Juarez του Μεξικού όπου νεαρές γυναίκες ( πάνω απο 300 ) απάγονται και δολοφονούνται με φρικτό τρόπο αφου προηγουμένως έχουν πρωταγωνιστήσει σε snuff movies (αυτές που ο πρωταγωνιστής δολοφονείται την ώρα που παίζει).
Ο συγγραφέας δημιουργεί έτσι ένα κλίμα κόλασης, στο οποίο οι πρωταγωνιστές πρέπει να καταδυθούν αν θέλουν να βρουν τον αναγνωστικό τους παράδεισο που ακούει στο όνομα Αρτσιμπόλντι. Εδώ όλα τα στοιχεία μας δημιουργούν μια ταύτιση με το Apocalypse now του Coppola όπου ο πρωταγωνιστής μέσα από το ποτάμι της ζωής κατεβαίνει στην κόλαση για να βρει το alter ego του, τον κύριο Kuntz και τελικά να τον σκοτώσει όπως ο καθένας από εμάς στην καθημερινότητά του δολοφονεί κομμάτια του εαυτού του.
Καταπληκτικό βιβλίο , πολυεπίπεδο με διαφορετικά σημεία αναφοράς για τον κάθε αναγνώστη.
Ας μην ξεχνάμε ότι βγήκε από τη μαγεία μιας πένας που μόνο οι λατινοαμερικάνοι συγγραφείς δείχνουν να χειρίζονται τόσο αριστοτεχνικά.



Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Η ΤΖΑΖ ΤΟΥ ΔΟΛΟΦΟΝΟΥ







Μερικές φορές δημιουργείται μια προαίσθηση ότι ένας τίτλος βιβλίου , μπορεί να κρύβει ένα διαμάντι , που πρώτος εσύ θα το ανακαλύψεις και περήφανος μετά , θα περιφέρεις αυτή τη γνώση και στους άλλους.
Κάτι λοιπόν ο τίτλος ,κάτι η τζαζ που τη θεωρώ από μόνη της ένα ταξίδι με απρόοπτους σταθμούς , κάτι η Νέα Ορλεάνη με τη μαγεία της , με ώθησαν να αγοράσω το βιβλίο αυτό.
Βασίζεται σε μιά σειρά εγκλημάτων που έγιναν στην πόλη πριν από ένα αιώνα και στην πραγματικότητα έμειναν ανεξιχνίαστα.
Εδώ ο συγγραφέας μας δίνει τη δική του αποκάλυψη στο τέλος, ενώ στο μεσιδιάστημα έχει φροντίσει να διανθίσει το έργο του με αναφορές σε τζαζ συνθέσεις.
Όπως καταλαβαίνετε , πρόκειται για ένα καθαρά αστυνομικό μυθιστόρημα πάνω από το οποίο πλανάται προς χάρη της πλοκής, ένας μεταφυσικός μανδύας, που το κάνει πιο γοητευτικό.
Ενώ όμως η ένταση με την αύξηση των εγκλημάτων κλιμακώνεται, κάπου προς το τέλος ο συγγραφέας, ( του οποίου αυτό το βιβλίο αποτελεί την πρώτη δουλειά ), δείχνει να χάνει τον ρυθμό δίνοντας μας ένα άνευρο τέλος.
Παρόλα αυτά διαβάζεται με ενδιαφέρον και αποτελεί μια καλή λύση για το καλοκαίρι , για όσους φυσικά το διάβασμα περιορίζεται μόνο σε αυτούς τους μήνες.



Και μιας και μιλάμε για τζαζ, ένα αγαπημένο μου, από τους Σουηδούς Esbjörn Svensson Trio που δυστυχώς δεν υπάρχουν πια.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΕΛΕΝΗ




Τώρα που πλησιάζει και η γιορτή της είπα να το ανεβάσω.
Μιλάω για το βιωματικό βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη που επί ένα τρίτο του αιώνα και βάλε αρνιόμουν επίμονα να το πλησιάζω γιατί πραγματευόταν μία στρεβλή κατά την άποψη μου ιδέα για το αντάρτικο των βουνών.
Μεγαλωμένος κι εγώ μέσα σε ένα πολωτικό κλίμα που ότι δεν εξυμνούσε την αριστερά και τα κατορθώματά της χαρακτηριζόταν πάραυτα ως φασιστικό , έμπαινε σε καραντίνα και κανείς δεν ξαναμιλούσε γι αυτό παρά μόνο για να το κατηγορήσει, αποφάσισα πως δεν με ενδιέφεραν οι απόψεις αυτού του κυρίου.
Όμως , ποτέ μη λες ποτέ.
Το βιβλίο το έβαλε σε προσφορά η Κυριακάτικη Καθημερινή και σαν να με καλούσε να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία , αποφάσισα να ανταποκριθώ.
Εδώ βέβαια πρέπει να διευκρινίσω ότι έχω φροντίσει να απαλλαγώ από κάθε είδους οπαδισμό και προκατάληψη εδώ και χρόνια και όντως , μέσα από αυτό το νέο πρίσμα , μπόρεσα όχι μόνο να διαβάσω αυτό το βιβλίο αλλά και να το εκτιμήσω και να πληροφορηθώ και για μερικά ιστορικά γεγονότα από την άλλη πλευρά.
Το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη μητέρα του συγγραφέα που ανυοποψίαστη από πολιτικές ιδεολογίες κι σκοπιμότητες βρέθηκε ακριβώς ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά και για να σώσει τα παιδιά της αποφάσισε να τα φυγαδεύσει στην Αμερική , κάτι που θεωρήθηκε από τους αντάρτες αδίκημα εσχάτης προδοσίας κατά του λαού και με συνοπτκές διαδικασίες βγήκε από ένα λαικό δικαστήριο η απόφαση της εκτέλεσής της.
Μέσα από αυτό το αφιέρωμα του Γκατζογιάννη στη μητέρα του , μαθαίνουμε για τις συνθήκες που επικρατούσεαν τότε στα βουνά της Ηπείρου, όπως και για τους αντάρτες αμφοτέρων των πλευρών οι οποίοι πολλές φορές από καθημερινά αθώα χωριατόπαιδα μεταβάλλονταν σε τέρατα .
Πληροφορούμαστε επίσης για το παιδομάζωμα το οποίο ακόμα και σήμερα αποτελεί ταμπού για την αριστερά και το προβάλλει ως τρόπο διάσωσης των παιδιών αυτών που φυγαδεύτηκαν στο ανατολικό μπλοκ, από τις δαγκάνες του καπιταλισμού χωρίς να γίνεται καμία αναφορά στην εξέλιξη αυτών των ανθρώπων σήμερα ( Ο Γκατζογιάννης σε αυτό το ερώτημα δίνει τη δική του απάντηση , με εκπληκτικό τρόπο στο φινάλε του βιβλίου ).
Συγκλονιστικό στοιχείο αποτελεί , ότι ο συγγραφέας , σαράντα χρονια μετά ,ψάχνει τις λεπτομέρειες και αναζητεί τους δήμιους της μάνας του. Και όταν τους βρίσκει και φτάνει στον υπέρτατο υπεύθυνο επικρατεί μέσα του η συγχώρεση.
Αυτό ακριβώς το συναίσθημα που ώθησε και μένα να διαβάσω αυτό το βιβλίο πιστεύοντας πως όπου και αν είχαμε και έχουμε τοποθετήσει τα συναισθήματά μας, δε θα πάμε ποτέ ένα βήμα πιο πέρα, αν δεν επικρατήσει η συμφιλίωση.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

ΜΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΝΟΣ ΑΜΦΙΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ


Θεωρήθηκε το αντίπαλο δέος του Ελευθέριου Βενιζέλου.
Αποκλήθηκε Μαρξιστής Δεξιός .
Ειπωθηκε πως αν δεν είχε δολοφονηθεί , η Μικρασιατική καταστροφή δε θα είχε συμβεί ποτέ.
Όμως η καταγραφή της ιστορίας είναι δεδομένη και όσα "αν" και αν θέσουμε δεν πρόκειται να ξαναγραφεί με καλύτερους όρους.
Στη συγκεκριμμένη περίπτωση ,έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο που γράφτηκε από έναν Ελληνοαμερικάνο , αποστασιοποιημένο από τα πάθη της δικής μας οπαδοποίησης (αφού ακόμα γράφουμε λιβανωτούς στον Ελευθέριο Βενιζέλο εκατό χρόνια μετά) και άρα αρκετά ισορροπημένο στην εξιστόρηση των γεγονότων.
Δίπλα στη βιογραφία της πολύ ενδιαφέρουσας αυτής προσωπικότητας , εκτυλίσσεται και η σύγχρονη ιστορία ιδωμένη από ένα άλλο μάτι και γραμμένη μάλιστα στα αγγλικά. Έτσι χωρίς τις προκαταλήψεις της υπο γωνίαν ανάγνωσης , παίρνουμε μία ακόμα εικόνα της εποχής εκείνης , με κεντρικό άξονα τη ζωή και τα έργα του Ίωνα Δραγούμη.
Μαζί με την πολυτάραχη ερωτική του ζωή που "πουλάει" σε όποιο βιβλίο και αν δημοσιευτεί, έχουμε και τα οικονομικά δεδομένα εκείνης της περιόδου μαζί με μία ενδελεχή ανάλυση των πολιτικών πεποιθήσεων του Δραγούμη.
Εδώ μαθαίνουμε ότι ο Δραγούμης θεωρείται προφασίστας , σε μια περίοδο όμως που ο φασισμός δεν είχε εφαρμοστεί πουθενά και θεωρείτο μια νέα αύρα στο πολιτικό τέλμα.
Το θετικό με το βιβλιο είναι ότι τελειώνοντάς το ο συγγραφέας έχει κρατήσει τόσο καλά τις αποστάσεις ώστε δεν μπορεί κανείς να αποφασίσει αν έχει τελικά συμπαθήσει τον Δραγούμη ως προσωπικότητα ή αν θα τον προσπεράσει αδιάφορα όπως τόσα πρόσωπα που απλώς κατέληξαν στη σκέψη μας , διαβάτες της ιστορίας.

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ (ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΑΙΔΙΑ...)



Πριν από είκοσι περίπου χρόνια οι Κατσιμιχαίοι ερμηνεύανε ένα πολύ εύθραυστο κομμάτι για τα κορίτσια της συγνώμης, κάποια κορίτσια που η μοίρα τα έταξε από τη λάθος μεριά του καθρέφτη και δεν τους έδωσε ποτέ την ευκαιρία να διεκδικήσουν αυτό που ο καθένας στη ζωή του το θεωρεί αυτονόητο. Το δικαίωμα να ελπίζουν πως κάποιο βλέμμα θα σταματήσει πάνω τους κάποια στιγμή και πως κάποιο χέρι θα ζεστάνει το δικό τους σε μια άσκοπη περιπλάνηση ένα Κυριακάτικο απόγευμα.
Το τραγούδι πετυχαίνει να μεταδώσει αυτό ακριβώς το συναίσθημα. Την αίσθηση της εγκατάλειψης και της μάταιας προσμονής ενώ η μελωδία σιγά σιγά υποβάλει μελαγχολία ταυτιζόμενη με το σούρουπο της ψυχής.
Γι αυτά τα παιδιά της συγνώμης θέλω να γράψω εδώ σήμερα. Όχι μόνο υποχρεωτικά για τα κορίτσια αλλά και για τα αγόρια που όλοι εμείς τους οφείλουμε μια μεγάλη συγνώμη!
Βρέθηκα πρόσφατα σε μια εκδρομή μαζί με παιδιά με κινητικά προβλήματα και το τραγούδι αυτό άρχισε να ξαναπαίζει μέσα μου . Εντυπωσιάστηκα από αυτά τα παιδιά που παρά τις αντιξοότητες , καθηλωμένα στην ακινησία του αμαξίδιου τους έχουν τη δύναμη να δίνουν μαθήματα ζωής ,έχουν το σθένος να πηγαίνουν αντίθετα σε οποιδήποτε ρεύμα αποδοχής και στο τέλος της μέρας να σε κάνουν να νιώθεις πως σου λέιπει η παρέα τους.
Δεν μπόρεσα λοιπόν να μη θαυμάσω την απαίτηση αυτών των παιδιών στο να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες με παιδιά που η μοίρα δεν τους στέρησε τα αυτονόητα , δεν μπόρεσα να μην μελαγχολήσω στη σκέψη πως σπάνια μπαίνουμε στη θέση του άλλου, ιδίως όταν αυτός ο άλλος δεν μοιάζει με μας
Έχοντας την "τύχη" να έχω ζήσει μια ζωή δίπλα στην αναπηρία δεν μπορώ παρά να πω πως είναι ευλογία να μπορεί κανείς να διδάσκεται από τη δυσκολία , να αντιλαμβάνεται πως το νόημα της ζωής κρύβεται σε μικρές μικρές λεπτομέρειες.
Γιατί είναι πολύ σκληρό να είσαι μόνιμα καθηλωμένος σε μια καρέκλα, να γνωρίζεις πως ποτέ δε θα χαρείς την απλή απόλαυση να σηκώνεσαι από τον καναπέ σου και να πηγαίνεις μέχρι το ψυγείο μόνος σου ,χωρίς κάποιος να σε υποβαστάζει και παρόλα αυτά να έχεις τη δύναμη να σχεδιάζεις το μέλλον σου , να κάνεις όνειρα και πάνω απ'όλα να μπορείς να χαμογελάς και να δίνεις δύναμη στους άλλους.
Λίγες ώρες δίπλα σε αυτά τα άτομα , σε αυτά τα πανέμορφα πλάσματα ,αρκούν να σε κάνουν να συνειδητοποιήσεις πόσο τυχερός είσαι που από κάποιο τερτίπι της μοίρας δεν στερήθηκες την κίνηση και τη χαρά της αυτονομίας . Από την άλλη αντιλαμβάνεσαι υπό μορφή αποκάλυψης πόσο δύσκολο είναι μερικές φορές το αυτονόητο...Το να σηκώσεις ας πούμε ένα ποτήρι να πιεις νερό.
Και ενώ η ζωή περιστρέφεται επιδεικτικά γύρω από αυτά τα παιδιά και τα σαγηνεύει αλλά αυτά δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε ολες τις εκφάνσεις της ,πρέπει παράλληλα να προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα άκρως υποκριτικό περιβάλλον το οποίο το μόνο που κάνει είναι να εξωραίζει τις ονομασίες , αποκαλώντας την αναπηρία ειδική δεξιότητα και καθαρίζοντας μια και καλή με το θέμα.
Δυστυχώς από εκεί και πέρα κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να σκεφτεί πως ο τροχός της τύχης θα μπορούσε να είχε σημαδέψει τον δικό του πελαργό, και πως τίποτα στη ζωή δεν είναι δεδομένο.
Για να επανέλθω λοιπόν στο σημείο που ξεκίνησα, είχα την τύχη να περάσω μια βραδιά με αυτά τα παιδιά , να χορέψουμε , να τραγουδήσουμε και να διασκεδάσουμε όλοι μαζί και στο τέλος να αποχωρήσω με τη σκέψη πως η ζωή είναι ωραία και τόσο καιρό το είχα σχεδόν ξεχάσει.
Αυτό το κείμενο δεν το έγραψα μόνο για να προσθέσω τη συγνώμη μου ή τις ευχαριστίες μου σε αυτά τα παιδιά για τα μαθήματα που πήρα . Το έγραψα για να μικρύνω λίγο την αμηχανία μου ,να ελαττώσω τις ενοχές μου και τέλος να αφήσω ένα ίχνος στο κυβερνοδιάστημα και να δηλώσω πως ασχέτως αν προσποιούμαι πως περνάω αδιάφορα από δίπλα σας ,παιδιά μου, σας νιώθω με κάθε χιλιοστό της ψυχής μου και σας αγαπώ με όση δύναμη λειτουργεί η καρδιά μου (γιατί τώρα τελευταία δε λειτουργεί και πολύ καλά).

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΜΙΑ ΤΡΙΛΟΓΙΑ






Έπειτα από ταλαντεύσεις αποφάσισα να διαβάσω ένα βιβλίο του την ύπαρξη του είχα πληροφορηθεί από την τηλεοπτική του καρριέρα ως σειρά στο Fox Channel το οποίο στα ελληνικά τιτλοφορήθηκε Woodward Pines.
Πρόκειται για μια δουλειά που κυκλοφόρησε ως τριλογία , με τη διαφορά πως μόνο το πρώτο βιβλίο της σειράς θα μπορούσε να σταθεί ανεξάρτητα ενώ τα άλλα δύο θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι ένα.

Αν το διαβάσει κανείς επιφανειακά έχουμε να κάνουμε με μια αμερικανιά που θυμίζει μέτριο Steven King στο Θόλο ή αν το δούμε τηλεοπτικά , μια αναβίωση τριάντα χρόνια μετά του θρυλικού Twin Peaks.


Παρά τα αδύνατα σημεία του, όπως την αυθαίρετη μεταφορά των πρωταγωνιστών σε ένα πολύ μακρινό μέλλον, το βιβλίο έχει μια φιλοσοφική αναζήτηση σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις , την προσπάθεια των ανθρώπων να επιβληθούν πάνω στους άλλους και τη μέθη της εξουσίας που οδηγεί τους ανθρώπους εις την ύβριν της αντιποίησης του Θεού.

Έχουμε λοιπόν μια μικρή πόλη της αμερικάνικης επαρχίας στην οποία οι πρωταγωνιστές ξυπνούν πάντα μετά από ένα ατύχημα το οποίο τους έχει σβήσει την προηγούμενη μνήμη. Προσπαθώντας να βρούν την άκρη του νήματος ανακαλύπτουν ότι η πόλη είναι περιτειχισμένη από ένα φράχτη ο οποίος , και εδώ τίθεται το ερώτημα, κρατάει όλους αυτούς μέσα ή κρατάει κάτι άλλο απ΄έξω;
Το ερώτημα βρίσκει απάντηση καθ'oδόν μέσα από το βιβλίο το οποίο παρότι δε διεκδικεί δάφνες λογοτεχνικότητας , διαβάζεται απνευστί.