Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2 Η Εθνοσυνέλευση του 1862-64

Έχουμε ένα κεφάλαιο που συνοψίζει δεκατρία χρόνια ελληνικής ιστορίας και προσφέρεται για πολλαπλές ερωτήσεις.
Κανονικά βέβαια ,η αρχή της δεδηλωμένης που κλείνει αυτή την παρουσίαση θα έπρεπε να αποτελεί ξεχωριστό αντικείμενο με δικό του τίτλο ,αλλά τι λέμε τώρα.
Να μην μας διαφεύγει της προσοχής ότι ο τίτλος μας προιδεάζει για το διάστημα 1862-64 και καθόλου δεν αναφέρει το 1875 που εμφανίζεται η αρχή της δεδηλωμένης.

Η Εθνοσυνέλευση του 1862-1864


Η εν Αθήναις Β' Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις ή Β' Εθνική εν Αθήναις Συνέλευση του 1862 (ή Εθνική Συνέλευση του 1862) άρχισε τις εργασίες της στις 10 Δεκεμβρίου 1862,[1] όσο στην εξουσία ήταν η Προσωρινή (επαναστατική) Κυβέρνηση του Δ. Βούλγαρη που διοικούσε την Ελλάδα μετά την έξωση του Όθωνα.Με βάση το νέο νόμο, εκλέχθηκαν και Έλληνες του εξωτερικού. Συνολικά οι πληρεξούσιοι ήταν 327, από τους οποίους 288 από την ελεύθερη Ελλάδα και 39 από τους "αλύτρωτους" και τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού.Κατά τη θητεία της, η Ελλάδα απέκτησε νέο Βασιλιά, τον Γεώργιο τον Α' (18 Μαρτίου 1863) και ενσωματώθηκε σε αυτήν η Ιόνιος Πολιτεία (Μάιος 1864). Η Συνέλευση ψήφισε το νέο Σύνταγμα της Ελλάδας του 1864 και οι εργασίες της έληξαν τον Οκτώβριο του 1864. Διαλύθηκε τέλος όταν ο Βασιλιάς υπέγραψε το Σύνταγμα (17 Νοεμβρίου δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως), ορκίστηκε ενώπιον της Συνέλευσης τον οριζόμενο στο άρθρο 43 όρκο και αυτή ψήφισε το νέο εκλογικό νόμο.

Πεδινοί




Δημήτριος Βούλγαρης (Ύδρα, 20 Δεκεμβρίου 1802 - Αθήνα, 29 Δεκεμβρίου 1877) ήταν Έλληνας πολιτικός του 19ου αιώνα. Διετέλεσε 8 φορές πρωθυπουργός (1855-57, 1862-63 (επαναστατική), 1863-64, 1865, 1866, 1868-69, 1871-72 και 1874-75) σε διάστημα μίας 20ετίας και για 6 χρόνια και 1 μήνα συνολικά. Ήταν γνωστός και με το προσωνύμιο Τζουμπές, λόγω της μακριάς ποδιάς-μανδύα που συνήθιζε να φορά.Σε ηλικία μόλις 19 χρονών εξελέγη πρόκριτος της Ύδρας (1821)
Το 1825 εξελέγη πληρεξούσιος για την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και το 1829 για την Δ΄ Εθνοσυνέλευση του Άργους ως πληρεξούσιος Ύδρας. Κατά την καποδιστριακή εποχή συντάχθηκε με τους αντικαποδιστριακούς τηρώντας σκληρή αντιπολιτευτική στάση και λαμβάνοντας μέρος στα γεγονότα της ανταρσίας της Ύδρας ως εκλεγμένος δημογέροντας.
Το 1832 διορίστηκε υπουργός ναυτικών, θέση από την οποία παραιτήθηκε μη δεχόμενος να υποβιβάσει τους αγωνιστές του 1821. Το 1837 εξελέγη δήμαρχος Ύδρας παραμένοντας στον δημαρχιακό θώκο για έξι χρόνια. Το 1845 διορίστηκε γερουσιαστής και δύο χρόνια αργότερα ορκίστηκε υπουργός ναυτικών στην κυβέρνηση Κωλέττη. Τα επόμενα χρόνια ανέλαβε το υπουργείο οικονομικών στην κυβέρνηση Κανάρη (1848) από όπου όμως παραιτήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 1855 ανέλαβε να σχηματίσει κυβέρνηση, στην οποία και κράτησε για τον εαυτό του το υπουργείο εσωτερικών. Η κυβέρνηση τελικώς παραιτήθηκε δύο χρόνια αργότερα ύστερα από προσωπική σύγκρουση Βασιλιά - Βούλγαρη και ενώ πριν 13 μήνες είχε κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή κατά τις Εκλογές του 1856 που διεξήγαγε.
Με την έξωση του Όθωνα, ο Βούλγαρης σχημάτισε την επαναστατική κυβέρνηση του 1862, την οποία διοικούσε Επιτροπεία (Ρούφος, Κανάρης, Βούλγαρης) υπό την προεδρία του. Παράλληλα γίνεται αρχηγός της παράταξης των Πεδινών και διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην εμφύλια διαμάχη των Ιουλιανών. Τον Φεβρουάριο, μετά τα Φεβρουαριανά παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία για να σχηματίσει πάλι κυβέρνηση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1863). Το 1865 σχημάτισε βραχύβια κυβέρνηση τριών ημερών και τον Ιανουάριο του 1866 διορίστηκε πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1868 κέρδισε τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση διάρκειας ενός έτους. Το 1871 κέρδισε τις εκλογές αναλαμβάνοντας για έβδομη φορά την πρωθυπουργία ενώ τον Φεβρουάριο του 1874 ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία. Στις εκλογές που ακολούθησαν βγήκε νικητής ύστερα από παρερμηνεία σχετικού άρθρου του συντάγματος.
Έτσι το 1874, μέσα σε κλίμα πολιτικής αυθαιρεσίας της τότε κυβέρνησης του Δ. Βούλγαρη, o Χαρίλαος Τρικούπης έγραψε στην εφημερίδα "Καιροί" ένα σαρκαστικό άρθρο με τον τίτλο «Τις πταίει», που δημοσιεύτηκε στις 29 Ιουνίου του 1874, στο οποίο κατήγγειλε το πολιτικό σύστημα της εποχής, αλλά ουσιαστικά κατηγορούσε το Βασιλιά, επειδή μετά την πτώση του Δεληγιώργη, εξ αιτίας των Λαυρεωτικών, είχε χρήσει κυβέρνηση εκείνη του Βούλγαρη που ήταν μειοψηφίας. Σημειώνεται ότι την εποχή εκείνη με το υφιστάμενο Σύνταγμα κανένα κόμμα δεν μπορούσε να πλειοψηφήσει από μόνο του. Έτσι όλοι οι τότε κυβερνητικοί σχηματισμοί ήταν κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ο δε Βασιλιάς, προκειμένου ν' αποφύγει κατάσταση ακυβερνησίας με συνεχείς επαναλαμβανόμενες και ατελέσφορες εκλογές, αναγκαζόταν κάθε φορά να χρίζει κυβέρνηση το κόμμα εκείνο με τη λιγότερη μειοψηφία.
Τον δε Μάρτιο του 1875 ο Δ. Βούλγαρης διέπραξε εκλογική λαθροχειρία στη Βουλή, γεγονότα που έχουν μείνει στην ιστορία ως με την ονομασία Στηλιτικά. Τελικά με παρέμβαση του Βασιλιά και προ της απειλής του για παραίτηση εκ του θρόνου ακόμα και των ανήλικων τέκνων του ο Δ. Βούλγαρης υποχρεώθηκε σε παραίτηση υπέρ του Χαρ. Τρικούπη. Αλλά και ο τελευταίος λαμβάνοντας εντολή σχηματισμού κυβέρνησης δεν κατάφερε να συγκεντρώσει την πολυπόθητη πλειοψηφία όπου και παραιτήθηκε υπέρ του Κουμουνδούρου.
Η πρώτη πράξη της νέας κυβέρνησης Κουμουνδούρου ήταν η παραπομπή σε ειδικό δικαστήριο, για έγκλημα σιμωνίας δύο υπουργών του Δ. Βούλγαρη και η καταδίκη τους σε φυλάκιση 1-2 έτη, τα λεγόμενα Σιμωνιακά. Αυτών ακολούθησε άλλο ειδικό δικαστήριο με παραπομπή του ίδιου του Δ. Βούλγαρη και όλων των μελών της τελευταίας κυβέρνησής του για αθέμιτες πολιτικές ενέργειες με τις οποίες στιγμάτισε αυτόν ηθικά, πλην όμως δεν καταδίκασε λόγω μη προβλεπόμενης σχετικής ποινής ή ρήτρας. Η διπλή αυτή καταδίκη, η πρώτη ποινική στον γαμβρό του, η δεύτερη ηθική προς το πρόσωπό του κατέβαλαν ψυχικά τον Δ. Βούλγαρη με συνέπεια να παραιτηθεί και της ενεργού πολιτικής σκηνής και να οδηγηθεί στον πολιτικό θάνατο, στο μαρασμό του οποίου δεν άργησε ν΄ ακολουθήσει και ο φυσικός.
Μετά την παραίτησή του αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Διέμενε στην Αθήνα όπου και πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου 1877. Ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Ήταν παντρεμένος με την Μαρία Κουντουριώτη, κόρη του Λάζαρου Κουντουριώτη και απέκτησε τέσσερα παιδιά.
Ο Δημήτριος Βούλγαρης αντιπροσώπευσε καθ´ολη τη διάρκεια της πορείας του τον κοτζαμπασισμό. Ήταν άνδρας ισχυρής θέλησης και υψηλής νοημοσύνης. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αλλά ήταν έμπειρος σε πολλές περιστάσεις της ζωής. Ήταν ευσυνείδητος και αυστηρός στην διοίκησε μεν, φειδωλός και τίμιος στην διαχείριση των δημοσίων δε. Ενδιαφερόταν για τους φίλους του, εκτίθονταν πολλές φορές για χάρη τους και ποτέ δεν τους θυσίαζε για χάρη των πολιτικών συμφερόντων. Και όμως, ο σιδερένιος και αξιοπρεπής αυτός χαρακτήρας, που επιβάλλονταν σε όλους και έμπνεε σεβασμό, είχε το μειονέκτημα της ισχυρογνωμοσύνης και του εγωισμού, μέχρι του σημείου να γίνεται δεσποτικός και τυραννικός. Ήταν τολμηρός και αποφασιστικός στις πράξεις του. Το 1874 προέβη μέχρι και σε πραξικόπημα κατά του πολιτεύματος. Λέγεται ότι συνήθιζε να δίνει την απάντηση "άστε ντούα" (Έτσι θέλω στα αρβανίτικα), όταν του ζητούσαν να δικαιολογίσει τις αποφάσεις του.

Ορεινοί


Ο Κανάρης φαίνεται πως δεν έβλεπε τους Γάλλους ως εχθρούς. Αντιθέτως, έστειλε τον γιο του, τον Θεμιστοκλή, να εκπαιδευθεί στο Παρίσι υπό την επίβλεψη τού εκεί Φιλελληνικού Κομιτάτου, το οποίο άλλωστε τον είχε προσκαλέσει. Το 1826 τοποθετήθηκε κυβερνήτης του νέου πλοίου "Ελλάς" και το 1827 εξελέγη πληρεξούσιος των Ψαρών στη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας.
Ο Κωνσταντίνος Κανάρης ήταν ένα από τα λίγα πρόσωπα στα οποία είχε εμπιστοσύνη ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος κυβερνήτης της ανεξάρτητης Ελλάδος. Ο Καποδίστριας θα τον διορίσει αρχικά φρούραρχο της Μονεμβασιάς και κατόπιν διοικητή μιας ναυτικής μοίρας που θα πολεμήσει τους αγγλόφιλους και τους αντικυβερνητικούς της Ύδρας. Στον Κανάρη ανατέθηκε να συλλάβει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, όταν ο τελευταίος δραπέτευσε από το Ναύπλιο. Απογοητευμένος λόγω της δολοφονίας του Καποδίστρια, ο Κανάρης αποσύρθηκε στη Σύρο όπου ιδιώτευσε για ένα διάστημα.
Όταν ήρθε στην Ελλάδα ο Όθωνας, τον διόρισε καταρχήν πλοίαρχο γ΄ τάξεως κι έπειτα ναύαρχο. Μετά τη μεταπολίτευση του 1843, ο Κανάρης έγινε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά και κατόπιν στην κυβέρνηση Ιωάννη Κωλέττη. Το 1854 έγινε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου. Επειδή οι ιδέες του γίνονταν όλο και περισσότερο αντιμοναρχικές, το 1861 αρνήθηκε τη σύνταξη που του χορήγησε η Κυβέρνηση.
Το καλοκαίρι του 1862 ο Όθωνας του ανέθεσε τον σχηματισμό κυβέρνησης. Ο Κανάρης πρότεινε έναν κατάλογο με υπουργούς, που όλοι τους είχαν σχεδόν επαναστατικές απόψεις, λέγοντας στον Όθωνα ότι μόνο με τέτοια κυβέρνηση και η μοναρχία θα ήταν δυνατό να σωθεί και η τάξη στη χώρα να διατηρηθεί. Ο Όθωνας όμως δεν δέχθηκε και έδωσε την εντολή στον Ιωάννη Κολοκοτρώνη. Ο Κανάρης πέρασε ανοιχτά στην αντιπολίτευση.
Ο Κανάρης προσχώρησε στην αντιπολίτευση και μετά την έξωση του Όθωνα έγινε μέλος τής υπό τον Δημήτριο Βούλγαρη τριανδρίας (μαζί και με τον Μπενιζέλο Ρούφο) που σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση. Ο ίδιος πήγε ως επικεφαλής επιτροπής στη Δανία για να προσφέρει το θρόνο στον μετέπειτα βασιλιά Γεώργιο Α'. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στην κυβέρνηση Ρούφου. Κατόπιν το 1864 σχημάτισε ο ίδιος κυβέρνηση, μετά από ένα μήνα παραιτήθηκε και σχημάτισε και πάλι κυβέρνηση, η οποία παρέμεινε επί ένα χρόνο στην εξουσία. Κατόπιν παραιτήθηκε οριστικά, θέλοντας να αποσυρθεί από τον δημόσιο βίο καθώς είχε υπερβεί τα 75 χρόνια. Στο σπίτι όπου έμενε, στην οδό Κυψέλης, στην Αθήνα, (προς τιμήν του οποίου ονομάστηκε αργότερα "πλατεία Κανάρη" η πλατεία Κυψέλης), συνέρρεαν πολίτες από παντού για να δουν τον «Ναύαρχο», όπως τον αποκαλούσαν. Το 1877 ετέθη επικεφαλής οικουμενικής κυβέρνησης για να αντιμετωπιστούν οι δύσκολες για την χώρα περιστάσεις που δημιούργησε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1877 πέθανε, όντας εν ενεργεία πρωθυπουργός. Η τελευταία του κατοικία βρίσκεται δίπλα στην είσοδο του Α' Νεκροταφείου.

Εθνικόν κομιτάτον


Ο επαμεινώνδας Δεληγιώργης ,ιδρυτής του εν λόγω κόμματος,γεννήθηκε στην Τρίπολη και σπούδασε νομικά. Πατέρας του ήταν ο Μήτρος Δεληγεώργης, αγωνιστής και φρούραρχος του Μεσολογγίου. Εκλέχτηκε το 1859 βουλευτής Μεσολογγίου αλλά δύο χρόνια αργότερα φυλακίστηκε από το καθεστώς του Όθωνα. Απελευθερώθηκε το 1862 και συνέχισε την πολιτική του σταδιοδρομία. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Ίδρυσε και ηγήθηκε του κόμματος Εθνικό Κομιτάτο, με το οποίο εκλέχτηκε βουλευτής. Το 1865 διετέλεσε πρωθυπουργός ενώ μέχρι τον θάνατο του διετέλεσε υπουργός παιδείας, οικονομικών στην οικουμενική κυβέρνηση Κανάρη και υπουργός εξωτερικών. Συνολικά ο Δεληγιώργης χρημάτισε 6 φορές πρωθυπουργός (1865, 1870,1872, 1876, 1877), ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών. Πέθανε στην Αθήνα το 1879.
Ο Δεληγεώργης ήταν ο πιο μορφωμένος, και συγχρόνως ο δεινότερος ρήτορας πολιτικός της εποχής του. Από μικρή ηλικία ανέβηκε στο ανώτερο αξίωμα της πολιτείας και άσκησε επιρροή με τα προσόντα και την πολιτική αρετή του. Είχε κρίση και νομοθετικό πνεύμα εμβριθέστερο των υπόλοιπων και βαθύτερη συνείδηση των πράξεών του. Ήταν τίμιος και φειδωλός στην διαχείριση, επιμελής στην διοίκηση, και αυστηρός στα πολιτικά εν γένει ήθη. Υπήρξε το είδωλο και εκλήθη ηγέτης της νεωτέρας γενιάς.

Εκλεκτικοί

Δεν ακολουθούσαν κάποια από τις άλλες δυο ομάδες.Μέλη ήταν οι Μαυροκορδάτος, Τρικούπης Κυριακός και άλλοι).
Για το συγκεκριμένο σχηματισμό ,υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία.


Οι συνθήκες αστάθειας και εμφυλίου που το βιβλίο αναφέρει είναι τα εγονότα του εμφυλίου του 1863.


Αγνωστη ματωμένη «λεπτομέρεια», ο εμφύλιος του 1863. Η ιστορία, χωρίς οίκτο, τον ξέχασε στο περιθώριο της. Διέσωσε στις μνήμες μας μόνο «σταθμούς»: σαν την 3η Σεπτεμβρίου, την έξωση του Όθωνα, την προσάρτηση των Επτανήσων... Κι όμως. Αυτή η «λεπτομέρεια» — που συγκλόνισε την πρωτεύουσα τρεις ολόκληρες μέρες και στοίχισε τη ζωή σε 200 άτομα - δεν ήταν και τόσο ασήμαντη. Αποτέλεσε την τραγικότερη ίσως πτυχή στην κρίσιμη περίοδο της Μεσοβασιλείας (έξωση Οθωνα — ερχομός Γεωρίου Α΄) και, σ' ένα βαθμό, σφράγισε το πολιτικό κλίμα που θα επικρατούσε στην Ελλάδα για δεκάδες δεκαετίες. Κι αξίζει να τη θυμηθούμε. Βρήκαμε ένα θαυμάσιο χρονικό για το κρίσιμο τριήμερο. Είναι του λόγιου και δημοσιογράφου Γεράσιμου Βώκου, που δημοσιεύτηκε στο ιστορηματικό του βιβλίο «Κατοχή», στα 1905. Ο συγγραφέας, συνδυάζοντας την πένα του ιστορικού, του δημοσιογράφου και του λογοτέχνη, δίνει άλλοτε με δραματικό κι άλλοτε μ' εύθυμο τόνο, ανάγλυφη την εποχή, τα γεγονότα και τα πρόσωπα. Δίνει το «τότε», που τόσο θέλουμε κι εμείς να μεταφέρουμε στον αναγνώστη μας. Μεταγλωττίσαμε το κείμενο στη δημοτική, κάνοντας μόνο μικρές παρεμβάσεις (όπου διακρίναμε επαναλήψεις και μικροανακρίβειες). Παρακάτω δίνουμε, σαν εισαγωγή, λίγες πληροφορίες, έτσι ώστε ο αναγνώστης να εντοπιστεί στην εποχή και στα γεγονότα, στα οποία αναφέρεται ο Βώκος.
Στις 10 Οκτωβρίου 1862, καταλύεται η μοναρχία του Οθωνα και η εξουσία περνά στην επαναστατική Τριανδρία Δ. Βούλγαρη — Κ. Κανάρη — Β. Ρούφου. Δυο μέρες αργότερα, ο έκπτωτος βασιλιάς εγκαταλείπει οριστικά τη χώρα κι αρχίζει η κρίσιμη περίοδος της Μεσοβασιλείας, που θα κρατήσει μέχρι τον ερχομό του Γεωργίου Α΄, στις 17 Οκτωβρίου 1863. Από την πρώτη στιγμή της επανάστασης, σαν ουσιαστικός ηγέτης της Χώρας επιβάλλεται ο Υδραίος κατζάμπασης Βούλγαρης, γνωστός για τις πολιτικές του παλινωδίες, την αυταρχικότητα και την αγγλοφιλία του. Με τη στάση του δείχνει, ότι το μοναδικό που τον ενδιαφέρει είναι η μονοπώληση της εξουσίας. Οι μεγάλες δυνάμεις εμφανίζονται ν' αποδέχονται την επαναστατική μεταβολή στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα η Αγγλία, διαβλέπει ν' ανοίγονται τώρα νέες προοπτικές για την αποτελεσματικότερη άσκηση της πολιτικής της στο βαλκανικό χώρο.
Στο εσωτερικό, η Τριανδρία αντιμετωπίζει άμεση απειλή από τον πανίσχυρο Στερεοελλαδίτη οπλαρχηγό Θοδωράκη Γρίβα, που διεκδικεί για τον εαυτό του την εξουσία, στα πλαίσια ενός αβασίλευτου πολιτεύματος. Με τον αιφνίδιο θάνατο του, στις 26 Οκτωβρίου, η κρίση αποσοβείται. Μένουν τώρα δύο θέματα για άμεση ρύθμιση: η σύγκληση εθνοσυνέλευσης κι η ανάδειξη νέου βασιλιά. Στις 23 Νοβεμβρίου αρχίζει ένα είδος δημοψηφίσματος ως προς το πρόσωπο του νέου ηγεμόνα και στις 24 οι εκλογές για την ανάδειξη των πληρεξουσίων του λαού. Στις 10 Δεκεμβρίου συνέρχεται στην Αθήνα η Β' Εθνοσυνέλευση, στην οποία πλειοψηφεί η παράταξη του Βούλγαρη. Στις 22 Ιανουαρίου 1863 κατακυρώνεται η έκπτωση του Οθωνα και της δυναστείας του και αναγγέλονται τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος. Νικητής, με σημαντική υπεροχή, είναι ο πρίγκιπας Αλφρέδος της Αγγλίας — γιος της Βικτωρίας — με 250.000 ψήφους (έναντι 13.000 όλων των άλλων αντιπάλων του). Σημειώνεται ότι κατά το δημοψήφισμα αυτό, ο μετέπειτα βασιλιάς Γεώργιος Α', πήρε μόνο 6 ψήφους, ενώ ο έκπτωτος Οθωνας πήρε 1. Βρέθηκαν — τέλος — 93 ψηφοδέλτια υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας.
Η Αγγλία εκφράζει την ευαρέσκειά της για το αποτέλεσμα, αλλά δηλώνει ότι, με βάση τις διεθνείς συνθήκες, είναι αδύνατο ν' ανεβεί στον ελληνικό θρόνο Αγγλος πρίγκηπας. Σχεδόν ταυτόχρονα αρχίζει να επιδεινώνεται το ήδη θολό πολιτικό κλίμα της χώρας. Διαμορφώνονται — σε κακή απομίμηση του γαλλικού πρότυπου — οι παρατάξεις των Πεδινών (με το Βούλγαρη) και τον Ορεινών (με τους Δ. Γρίβα και Κανάρη). Οι πρώτοι επιδιώκουν την με κάθε μέσω διατήρηση τους στην εξουσία κι οι δεύτεροι τους κατηγορούν για αυταρχική πολιτική. Και τα δυο κόμματα είναι προσωπικά, χωρίς κάποιες προγραμματικές αρχές. Ανάμεσα τους κινείται η παράταξη των «Εκλεκτών» (Α. Μαυροκορδάτος, Σ. Τρικούπης, κ.α.) που προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα, καθώς και η παράταξη του «Εθνικού Κομιτάτου» (Δεληγιώργης), που φαίνεται ν' αντιπροσωπεύει ριζοσπαστικές, για την εποχή, δημοκρατικές τάσεις. Στα τέλη Ιανουαρίου, η Εθνοσυνέλευση επανεκλέγει την Τριανδρία. Τους Βούλγαρη — Ρούφο με την πρώτη ψηφοφορία και τον Κανάρη με τη δεύτερη. Ο ναύαρχος παραιτείται, αλλά, κάτω από ποικιλώνυμες πιέσεις, ανακαλεί την παραίτηση του αυτή. Η επίσημη ρήξη γίνεται στις 7 Φεβρουαρίου, οπότε ο Βούλγαρης, πραξικοπηματικά, επιχειρεί να διορίσει υπουργούς, εν αγνοία των άλλων μελών της Τριανδρίας. Ακολουθούν θυελλώδεις συζητήσεις, παραίτηση του Κανάρη και φονικές συγκρούσεις στην Αθήνα, γνωστές με την επωνυμία «Φεβρουριανά». Η κρίση «κλείνει» στις 9 Φεβρουαρίου, με την προσωρινή ανάληψη της εξουσίας από τον αντιπρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης Α. Μωραϊτίνη, που πετυχαίνει την ειρήνευση της πρωτεύουσας. Δυο μέρες αργότερα ορκίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό το Ζ. Βόλβη και αποκαθίσταται κάποια ομαλότητα. Ο Βούλγαρης έχει προσωρινά ηττηθεί και προετοιμάζει την αντεπίθεση του. Στο μεταξύ, συνεχίζονται στο διπλωματικό παρασκήνιο οι διαβουλεύσεις για την επιλογή νέου βασιλιά της Ελλάδας και οι Μεγάλες Δυνάμεις καταλήγουν του Ι7χρονο πρίγκηπα Γεώργιο, γιο του βασιλιά της Δανίας. Στις 18 Μαρτίου η Εθνοσυνέλευση εγκρίνει την εκλογή του Γεώργιου και στις 24 σχηματίζεται τριμελής επιτροπή — συμμετέχουν σ' αυτήν οι Θ. Ζαΐμης, Κ. Κανάρης και Δ. Γρίβας — που πηγαίνει στην Κοπεγχάγη για σχετικές διαβουλεύσεις. Στις 24 Μαρτίου σχηματίζει κυβέρνηση ο Δ. Κυριάκος. Συμμετέχουν πρόσωπα από διάφορες πολιτικές κατευθύνσεις (υποερτερούν οι Ορεινοί), γεγονός που προοιωνίζει πολιτική κρίση. Η κρίση αυτή ξεσπά σύντομα — με την «βοήθεια» του Βούλγαρη — κι ο Κυριάκος παραιτείται. Αναλαμβάνει πρωθυπουργός ο Ρούφος. Ο Βούλγαρης δεν έχει κατορθώσει και πάλι να επιβληθεί. Ήδη τα πράγματα είναι πολωμένα. Ο Βούλγαρης, επικεφαλής των Πεδινών, μηχανορραφεί με κάθε τρόπο για την επιστροφή του στην εξουσία, ενώ οι Δ. Γρίβας και Κ. Κανάρης, προετοιμάζοντα για βίαιη αναμέτρηση. Το κείμενο του Βώκου ξεκινά με την περιγραφή αυτού ακριβώς του εμφυλιοπολεμικού κλίματος. Ακολουθεί η περιγραφή των ίδιων των γεγονότων της εμφύλιας σύρραξης.
Η κατάσταση στην Ελλάδα είναι πια κάτι περισσότερο από απελπιστική. Η διαίρεση της Εθνοσυνέλευσης σε δύο φατρίες, οι καθημερινές αντεγκλήσεις, η σφοδρή πολεμική που είχε ξεκινήσει ο Βούλγαρης κατά του Κανάρη (αλλά και εκείνη που είχε εξαπολύσει ο ένδοξος ναύαρχος κατά του Υδραίου σατράπη), έχουν ερεθίσει τα πνεύματα του λαού σε απίστευτα επικίνδυνο βαθμό. Οι Πεδινοί απειλούν τους Ορεινούς κι εκείνοι πάλι με τη σειρά τους, ανταποδίδουν όμοιες απειλές. Οι πολίτες τάσσονται, μέρα με τη μέρα, με τη μια ή την άλλη παράταξη και καταλαβαίνοντας ότι τα πράγματα δε θα μείνουν στα λόγια, αρχίζουν να παίρνουν μέτρα άμυνας κι επίθεσης. Από τις οπλοθήκες κατεβαίνουν και πάλι τα όπλα. Γίνεται προμήθεια σφαιρών. Μερικά σπίτια, που ανήκουν σε γνωστούς Ορεινούς και Πεδινούς, μετατρέπονται σε άντρα συνωμοτικών διασκέψεων, όπου καταρτίζοντας σχέδια, παίρνονταν μέτρα και δίνοντας οδηγίες. Οι άοπλοι πολίτες τρέχουν να οπλιστούν. Το ίδιο κάνουν κι οι πιο φιλήσυχοι πολίτες, που συνήθως απέχουν από κάθε κομματική διαπάλη; Δεν νιώθουν πια τον εαυτό τους, την οικογένεια τους και την περιουσία τους σε ασφάλεια και παίρνουν κάθε προφυλαχτικό μέσο.
Δεν έχουν άδικο. Δεν έχουν άδικο κι αυτοί που φροντίζουν να εγκαταλείψουν την Αθήνα. Ήδη, στους δρόμους της πρωτεύουσας περιφέρονται οι αμνηστευμένοι αρχιληστές, με τα πρωτοπαλλήκαρά τους. Ένας απ' αυτούς, ο περιβόητος Κυριάκος, που είχε ταχτεί με το μέρος των Πεδινών, έρχεται σε διαρκείς συνεννοήσεις με το Βούλγαρη και ανοιχτά βρίζει τους αρχηγούς των Ορεινών, τον Κανάρη και το Γρίβα.
Ο στρατιωτικός διοικητής της πρωτεύουσας Δ. Παπαδιαμαντόπουλος, ένας από τους πιο θερμούς φίλους του Βούλγαρη, τάσσεται φυσικά υπέρ των Πεδινών και εκφράζεται απροκάλυπτα κατά του τότε υπουργού των στρατιωτικών Βότσαρη, που ανήκει στους Ορεινούς. Αλλά και ο Λεωτσάκος, διοικητής τάγματος που βρισκόταν τότε στην Αθήνα και είχε δύναμη 700 αντρών, φροντίζει, μετά το θάνατο του αρχηγού του Θοδωράκη Γρίβα, να έρθει σε συνεννοήσεις με τον πολυμήχανο Βούλγαρη. Οι συνεννοήσεις αυτές λήγουν αίσια κι ο Λεωτσάκος προσχωρεί στους Πεδινούς. Τον ακολουθούν κι οι άντρες τους. Γενικά, η κατάσταση δείχνει να οξύνεται καθημερινά κι η πρωτεύουσα βρίσκεται σ' εμπόλεμο κατάσταση και στις παραμονές εμφύλιου πολέμου, που μπορεί να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή, με την παραμικρότερη αφορμή. Ο αρχιληστής Κυριάκος, τρίβοντας τα χέρια του από χαρά λέει:
— Αι μωρέ. Παλιάτσικο που θα γίνει....
Οι νοσταλγοί της ληστρικής ζωής του βουνού, που σέρναν τη βρόμικη φουστανέλα και την κάπα τους στους δρόμους της Αθήνας τον ρωτούν:
— Αμ τι καθόμαστε καπετάνιο λοιπόν;
— Δεν είναι μωρέ καιρός ακόμα, απαντά ο αρχιληστής.
Αλλά και για τους νοσταλγούς ληστές δεν αργεί ν' ανατείλλειη πολυπόθητη μέρα. Ο Κυράκος, αφού παίρνει κατάλληλες οδηγίες από τους Πεδινούς, εξοπλίζει και πάλι τους ληστές του. Κατορθώνει να πείσει και 30 άντρες από το τάγμα του Λεωτσάκου να εγκαταλείψουν τη μονάδα τους και να στραφούν στη ληστρική ζωή. Επικεφαλής, έτσι, ληστρικής συμμορίας από 80 μέλη, εγκαταλείπει την Αθήνα και κατευθύνεται σε διάφορα χωριά της Αττικής, ληστεύοντας και βασανίζοντας με κάθε τρόπο τους κατοίκους τους. Περίμενε, στο μεταξύ την κατάλληλη ευκαιρία για να εξορμήσει κατά της πρωτεύουσας.
Κι η ευκαιρία αυτή δεν αργεί να φανεί. Μερικοί στρατιώτες και αξιωματικοί απαγάγουν την κόρη του Γάλλου διευθυντή του Ιππόδρομου, που βρισκόταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα. Η κοπέλα βιάζεται. Η γαλλική πρεσβεία αντιδρά και ρίχνει όλη την ευθύνη στον υπουργό των στρατιωτικών Βότσαρη, κατηγορώντας τον ότι δεν μπορούσε να συγκρατήσει τους άντρες του σε πειθαρχία. Η υπόθεση της Γαλλίδας λύνεται βέβαια αίσια, με την καταβολή γενναίας αποζημίωσης από την κυβέρνηση. Στην Εθνοσυνέλευση όμως, με αφορμή την υπόθεση αυτή, τα πνεύματα οξύνονται. Ταυτόχρονα ο Κ. Πετσάλης, στέλεχος των Πεδινών, επιτίθεται κατά της κυβέρνησης, καταγγέλοντάς την για σπάταλη σε θέματα οικονομικής διαχείρησης. Ξεκινά έτσι νέα πολυήμερη, θορυβώδης και γεμάτη αντεγκλήσεις συζήτηση, που καταλήγει με νίκη της κυβέρνησης και με παροχή ψήφου εμπιστοσύνης σ' αυτήν. Η εμφύλια ρήξη, που προπαρασκεύαζε ο Βούλγαρης, επιταχύνεται τώρα με την παραίτηση του υπουργού στρατιωτικών Βότσαρη. Τη θέση του καταλαμβάνει ο συνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος, φανατικός Ορεινός, που διατηρούσε και τη γενική διοίκηση της Εθνοσυνέλευσης. Υπουργός των Ναυτικών γίνεται ο Μ. Κανάρης, επίσης Ορεινός. Ο Βούλγαρης και το κόμμα του έχουν δεχτεί πια συνεχή πλήγματα στην Εθνοσυνέλευση. Η επικράτηση των Ορεινών είναι γεγονός και στα χέρια τους βρίσκεται πια ο έλεγχος της εξουσίας.
Ο Βούλγαρης δεν είναι όμως από εκείνους τους αντιπάλους που καταβάλλονται εύκολα. Ούτε η δόξα του Κανάρη, ούτε του Δ. Γρίβα η αντρεία φαίνεται να τον τρομάζει.
— Καιρός είναι, λέει, να τους δείξω κι εγώ ποιος είμαι...
Και στρέφεται προς τους στρατιωτικούς που συμφωνούσαν μαζί του και προς τον αρχιληστή Κυριάκο.
— Ελα μωρέ Κυριάκο, του παραγγέλνει. Εμπα μέσα στην Αθήνα κι έννοια σου...
Κι ο Κυριάκος, ακολουθώντας την παραγγελία, ξεκινά. Στις 17 Ιουνίου εμφανίζεται με τη συμμορία του μπροστά στη μονή της Καισαριανής και στη συνέχεια κατηφορίζει προς την πεδιάδα της Αθήνας. Τελικά φτάνει στα πρόθυρα της πρωτεύουσας, καταλαμβάνει την μονή των Ασωμάτων (απέναντι από τη Ριζάριο Σχολή) και οχυρώνεται εκεί. Ετσι αρχίζει η πρωτοφανής εκείνη πολιορκία της πρωτεύουσας από τους ληστές, για τις κωμικές φάσεις της οποίας συζητούσαν για χρόνια οι Αθηναίοι.
Παρανοϊκή αλληλοπολιορκία
Η κατάληψη της μονής των Ασωμάτων από τον Κυριάκο αναγγέλεται έγκαιρα στο υπουργικό συμβούλιο, το οποίο δε δίνει όμως και μεγάλη σημασία στο γεγονός. Δεν παίρνει, έτσι, μέτρα κατά των τολμηρών ληστών, που είχαν καταφέρει να στρατοπεδέψουν σχεδόν μέσα στην πρωτεύουσα. Η είδηση όμως γίνεται γρήγορα γνωστή στην τρομοκρατημένη πόλη. Οι Πεδινοί «παίρνουν πάνω» τους κι αρχίζουν να προκαλούν τους Ορεινούς. Οι τελευταίοι καταλαβαίνουν ότι οι οικογένειες κι οι περιουσίες τους ήταν πια σε άμεσο κίνδυνο... Δημιουργείται έτσι μια πρωτοφανής για την πρωτεύουσα κατάσταση. Οι πολίτες παρατάνε τις δουλειές τους και κλείνουν όλα τα μαγαζιά. Όλοι σχεδόν παίρνουν το όπλο στο χέρι και ορισμένοι σχεδιάζουν πως να το σκάσουν στα διάφορα νησιά, όπου η τάξη ήταν αδύνατο να διασαλευτεί. Η κυβέρνηση, μετά απ' όλα αυτά, αποφασίζει επιτέλους να πάρει μέτρα κατά των ληστών.
— Αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη για τη σύλληψη τους, λέει ο Κορωναίος.
Και διατάσσει αμέσως, με επείγον έγγραφο, το Λεωτσάκο να βαδίσει κατά των ληστών, με ολόκληρο το τάγμα του. Επρεπε να τους πολιορκήσει, κι αν δεν κατάφερνε την παράδοση τους, να τους εξολοθρεύσει. Ο Λεωτσάκος παίρνει την έγγραφη διαταγή, αλλά δεν κάνει τίποτα για την εφαρμογή της. Προτάσσει ωστόσο το τάγμα του μπροστά από το τάγμα της οδού Κηφισίας και στη συνέχεια καλεί τον ανθυπασπιστή Ζέρβα, φανατικό Πεδινό, στον οποίο είχε μεγάλη εμπιστοσύνη.
— Ζέρβα, του λέει, εγώ πηγαίνω στο Βούλγαρη να συνεννοηθώ τι πρέπει να κάνουμε. Ο Κυριάκος είναι από τους δικούς μας και μεις βέβαια δεν πρέπει να τον χτυπήσουμε. Να με περιμένετε. Αν δε γυρίσω, να μην ξεκινήσετε από δω.
Δίνει τις ίδιες οδηγίες και στους αξιωματικούς του, εκείνους που ήταν αφοσιωμένοι σ' αυτόν, και κατευθύνεται επιδεικτικότατα προς το σπίτι του Βούλγαρη. Ο υπουργός Κορωναίος μαθαίνει στο μεταξύ ότι οι διαταγές του δεν εκτελέστηκαν. Αποφασίζει τότε να στείλει δύο λόχους εθνοφυλάκων για να πολιορκήσουν τους ληστές, καθώς και τμήμα πυροβολικού. Έτσι γίνεται τραγέλαφος. Οι πολιτοφύλακες, που έχουν σταλθεί κατά των Πεδινών ληστών, είναι Ορεινοί. Το πυροβολικό που ακολούθησε ανήκει όμως στους Πεδινούς... Σχηματίζεται λοιπόν ένα συνοθύλεμα, με τους ληστές στη μονή, τους εθνοφύλακες να τους πολιορκούν και τους πυροβολητές να πολιορκούν τους Εθνοφύλακες. Εθνοφύλακες και πυροβολητές αρχίζουν σε λίγο τις συζητήσεις και τα πειράγματα — δεν ένιωθαν δα και τόσο εχθροί μεταξύ τους — και στη γενικά εύθυμη ατμόσφαιρα συμμετέχουν και οι ληστές, που βγαίνουν στα παράθυρα της μονής και αρχίζουν κι αυτοί τα καλαμπούρια... Τα πρωτοφανή αυτά γεγονότο γίνονται γνωστά στην πρωτεύουσα, που παρ' όλη την αγωνία της, δείχνει να ευθυμεί. Τόσο μεγάλη είναι η περιέργεια των κατοίκων της, ώστε πολλοί, άντρες και γυναίκες, ξεκινούν με τα πόδια ή με αμάξια για το μέρος όπου γίνεται η παράδοξη αλληλοπολιορκία.
Όταν μαθαίνει όσα γίνονται ο υπουργός Κορωναίος, γίνεται έξαλλος.
— Αυτός ο Λεωτσάκος τα κάνει όλα, φωνάζει, αυτός, που δεν εκτέλεσε τις διαταγές μου. Πρέπει να συλληφθεί...
Αλλά πριν προχωρήσει στην αρκετά τολμηρή και ριψοκίνδυνη απόφαση του, διατάσσει να συγκεντρωθεί στην πλατεία Συντάγματος, όσος στρατός ήταν πιστός στον ίδιο και στους Ορεινούς. Η συγκέντρωση λήγει γρήγορα. Ο Κορωναίος ανεβαίνει στην άμαξα του και ακολουθούμενος από ομάδα του ιππικού, κατευθύνεται προς το στρατώνα του Λεωτσάκου για να τον συλλάβει. Ας σημειωθεί ότι ο Κορωναίος προχώρησε σ' όλες αυτές τις ενέργειες με δική του πρωτοβουλία, χωρίς να ξέρει τίποτε η κυβέρνηση. Οι υπουργοί έχουν μεσάνυχτα για τα όσα γίνονται. Ενώ πλησιάζει το στρατώνα, συναντά το Λεωτσβκο, που επιστρέφει από το σπίτι του Βούλγαρη. Του κάνει νεύμα να πλησιάσει στην άμαξα του κι αυτός, ανύποπτος, υπακούει.
— Είσαι στασιαστής, του λέει τότε ο Κορωναίος, παράκουσες τις διαταγές του υπουργού σου και σε συλλαμβάνω.
Κάνει σήμα στους ακόλουθους του, που ορμούν πάνω στο Λεω-τσάκο, τον πιάνουν και τον αφοπλίζουν. Μετά τον ανεβάζει στην άμαξα του και δίνει εντολή:
— Οδηγείστε τον στον Πειραιά και παραδώστε τον στο Σαχτούρη, με την εντολή να τον κλείσει στο αμπάρι του «Ελλάς».
Ετσι και γίνεται. Η υπουργική άμαξα με το Λεωτσάκο κατευθύνεται στον Πειραιά. Εκεί ο κρατούμενος παραδίνεται στο Σαχτούρη, που τον φυλακίζει, νομίζοντας ότι εκτελεί διαταγή της κυβέρνησης.
Η είδηση για τη σύλληψη γίνεται αμέσως γνωστή στο τάγμα του Λεωτσάκου... Όμως ο Κορωναίος είχε ξεχάσει τον ανθυπασπιστή Ζέρβα, που οι Πεδινοί τον αποκαλούσαν «σπαθί» τους. Αυτός συνεννοείται με τους υπαξιωματικούς και τους στρατιώτες του τάγματος και αποφασίζεται να επιχειρηθεί η απελευθέρωση του διοικητού τους, ακόμη και με στάση.
— Εκτός αν μου πέσει στα χέρια κανείς από τους υπουργούς, μονολογεί ο Ζέρβας...
Η παράδοξη πολιορκία των ληστών στη μονή Ασωμάτων διαρκεί ακόμα. Ώρα με την ώρα συγκεντρώνεται στην περιοχή όλο και περισσότερος κόσμος, που με αγωνία περιμένει την έκβαση αυτής της αναμέτρησης ληστών, εθνοφυλάκων και πυροβολητών. Σε κάποια στιγμή οι ληστές επωφελούνται από το ότι η προσοχή των εθνοφυλάκων είναι στραμένη προς τους πυροβολητές, και κατορθώνουν να δραπετεύσουν μέχρι ενός. Μπαίνουν στην Αθήνα και κρύβονται σε ασφαλές μέρος. Τη δραπέτευση αυτή... δεν αντιλαμβάνεται κανείς κι η κωμωδία εξακολουθεί να παίζεται. Ηταν τόσο ενδιαφέροντατα όσα γίνονταν, που κι αυτός ο υπουργός Κουμουνδούρος δεν αντέχει στον πειρασμό και αποφασίζει να τα παρακολουθήσει από κοντά.
— Κύριε Καλλιφρονά, λέει στον Ορεινό συνάδελφο του, πάμε και μεις εκεί να δούμε τι γίνεται;
— Να πάμε πού;
— Στη μονή.
— Να σου πω, λέει ο Καλλιφρονάς, δε συμφωνώ. Είναι σαν να πηγαίνουμε στο στόμα του λύκου.
— Δε βαριέσαι, απαντά ο Κουμουνδούρος, τι μπορεί να μας κάνουν;
Επέμενε τόσο ώστε τελικά έπεισε και τον Καλλιφρονά. Ετσι, ανέβηκαν και οι δυο μαζί στην υπουργική άμαξα, διέσχισαν τη στρατοκρατούμενη πλατεία Συντάγματος και μέσο της οδού Κηφισίας κατευθύνθηκαν προς τη μονή Ασωμάτων. Αλλά πριν φτάσουν εκεί έπρεπε να περάσουν από το μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας, απέναντι από το οποίο βρισκόταν το εξαγριωμένο τάγμα του Λεωτσάκου. Οταν η άμαξα περνά μπροστά από τους στρατιώτες, ο Καλλιφρονάς βλέπει βέβαια να παρουσιάζουν όπλα, αλλά βλέπει Kat κάποια κατήφεια και απειλή στα πρόσωπα τους. Δεν ξέρει γιατί.
— Τι διάολο έχουν κι είναι έτσι αγριεμένοι, λέει στον Κουμουνδούρο.
— Μπα, απαντά αυτός, εγώ δεν πρόσεξα τίποτα.
Οι δυο υπουργοί συνεχίζουν το δρόμο τους, φτάνουν κοντά στη μονή και παρακολουθούν από απόσταση τα συμβαίνοντα. Ο Καλλιφρονάς είχε όμως μία προαίσθηση που τον κρατούσε σε διαρκή ανησυχία.
— Τι να σου πω, απευθύνεται στον Κουμουνδούρο, μου φαίνεται φρόνιμο να μην ξαναπεράσουμε μπροστά από το τάγμα του Λεωτσάκου.
— Αλλά να κάνουμε τί;
— Να διατάξουμε τον αμαξά να μας γυρίσει στην πόλη από αλλού.
— Δε βλέπω το λόγο να πάρουμε τέτοιες προφυλάξεις.
— Πρέπει. Το τάγμα του Λεωτσάκου έπαψε να υπακούει στις διαταγές της Κυβέρνησης, άρα εστασίασε. Περιμένεις λοιπόν καλό από τους στασιαστές Ισως δεν έχεις άδικο απαντά ο Κουμουνδούρος. Αλλά το να γυρίσουμε στην πόλη από έρημα μέρη δεν είναι επίσης φρόνιμο. Καλύτερα να γυρίσουμε από τον ίδιο δρόμο. Αν σκόπευαν να μας κάνουν κάτι κακό θα το είχαν κάνει ήδη όταν περνούσαμε από κει. Και σε κάθε περίπτωση μπορούν και τώρα να το κάνουν...
— Αφού είναι έτσι, λέει ο Καλλιφρονάς, εμπρός. Κι ο θεός βοηθός.
Διατάσσουν τον αμαξά να περάσει με μεγάλη ταχύτητα μπροστά από το τάγμα. Αυτός εκτελεί την εντολή. Μαστιγώνει τα άλογα κι η υπουργική άμαξα κατευθύνεται σαν σίφουνας προς την Αθήνα.
«Τί αιχμάλωτοι... να τους σφάξουμε»
Ο ανθυπασπιστής Ζέρβας όμως αγρυπνούσε. Οταν η άμαξα — πηγαίνοντας προς τη μονή — είχε περάσει μπροστά από το τάγμα, αυτός είχε συλλάβει τολμηρό σχέδιο: να αιχμαλωτίσει τους υπουργούς, απαντώντας έτσι για τη σύλληψη του Λεωτσάκου. Το σχέδιο του έγινε ομόφωνα δεκτό από τους στρατιώτες, ρυθμίστηκαν οι λεπτομέρειες κι έμενε μόνον να επιστρέψουν οι υπουργοί στην Αθήνα. Γύρω στις 5 το απόγευμα η υπουργική άμαξα πλησίασε.
— Το νου σας και προσοχή, φωνάζει ο Ζέρβας.
Αμέσως οι στρατιώτες στρέφουν τα όπλα και 700 φωνές ακούγονται ταυτόχρονα:
— Αλτ...
Ο αμαξάς, βλέποντας τόσα όπλα εναντίον του, τρομοκρατείται. Παρά τις φωνές του Καλλιφρονά να συνεχίσει το δρόμο του, κόβει ταχύτητα και σταματά. Αμέσως περικυκλώνουν την άμαξα μαινόμενοι στρατιώτες. Οι υπουργοί κατεβάζονται βίαια και οδηγούνται στο στρατώνα, όπου, στρίβοντας το μουστάκι του, τους περίμενε ο Ζέρβας.
— Κύριοι υπουργοί, τους λέει, είσαστε αιχμάλωτοι του τάγματος.
— Τι αιχμάλωτοι, ακούγονται μερικοί στρατιώτες, να τους σφάξουμε αμέσως.
— Περίδρομος, μωρές, βρυχήθηκε ο Ζέρβας, εγώ θα μιλήσω.
Και γυρνώντας πάλι προς τους υπουργούς, λέει:
— Είστε αιχμάλωτοι μας.
— Αλλά, τόλμησε να παρατηρήσει ο Κουμουνδούρος, αφού μας αιχμαλωτίσατε, μπορείτε μήπως να μας πείτε και το λόγο.
— Θα σας πούμε, φυλακίσατε το διοικητή μας.
— Το Λεωτσάκο;
— Ναι το Λεωτσάκο
— Πότε;
— Σήμερα το απόγευμα.
— Και ποιος τον φυλάκισε;
— Ο Κορωναίος.
— Αδύνατο. Εμείς δε δώσαμε τέτοια εντολή, ούτε υπήρξε τέτοια συνεννόηση.
— Μου φαίνεται αδιάφορο, απάντησε άγρια ο Ζέρβας, εγώ ξέρω ότι ο Λεωτσάκος είναι φυλακή μέσα στο καράβι. Κι όσο αυτός είναι φυλακή, εσείς θα μένετε εδώ...
Αυτά βέβαια έλεγε ο Ζέρβας. Ο στρατιώτες όμως είχαν διαφορετική γνώμη. Απροκάλυπτα φώναζαν ότι οι υπουργοί πρέπει να θανατωθούν, για να ικανοποιηθεί η τιμή του τάγματος. Ετσι, οι δύο υπουργοί φυλακίστηκαν στο στρατώνα, ενώ οι στρατιώτες απειλούσαν να σκοτώσουν όποιον επιχειρούσε να τους απελευθερώσει. Ο αμαξάς διατάχτηκε να φύγει για την πόλη.
— Πήγαινε μωρέ, του λέει ο Ζέρβας, στον Κανάρη και στον Κορωναίο. Και πες τους ότι αν μέχρι αύριο ο Λεωτσάκος δε γυρίσει στο τάγμα του, θα του στείλουμε κομμάτια και τον Κουμουνδούρο και τον Καλλιφρονά σας. Ο αμαξάς, ευχαριστώντας το θεό για τη σωτηρία του, μαστίγωσε δυνατά τα άλογα του και σε λίγο έφτασε στην πόλη όπου και κάνει γνωστό το τελεσίγραφο του Ζέρβα. Το υπουργικό συμβούλιο συνεδριάζει αμέσως για το τι θα κάνει. Απεσταλμένοι του πηγαίνουν στο τάγμα κι αρχίζουν συνεννοήσεις για την ανταλλαγή των αιχμαλώτων. Τελικά απελευθερώνεται ο Λεωτσάκος, γυρνά στη μονάδα του και, αφού ευχαριστεί τους στρατιώτες του, διατάσσει την απόλυση των υπουργών. Η απελευθέρωση έγινε γύρω στις 9 το βράδυ τις 18ης Ιουνίου.
Τα γεγονότα που περιγράψαμε αποτέλεσαν το σπινθήρα που άναψε την πυρκαγιά του εμφυλίου πολέμου. Ενός πολέμου, που επί 3 μέρες συντάραξε την πρωτεύουσα και στοίχισε τη ζωή σε πάνω από 200 άτομα. Όσο απαίσιο ήταν το θέαμα του αλληλοσπαραγμού, τόσο απαίσια ήταν και η αφορμή του. Γιατί η αφορμή αυτή ήταν καθαρά προσωπική. Οι αλληλοσπαρασσόμενοι πολίτες, ο διασπασμένος στρατός, οι πολιτικοί που ζητούσαν να εξοντώσει ο ένας τον άλλο, δεν κινήθηκαν από κάποιο ευγενικό ελατήριο, αλλά από τη μανία της επικράτησης, από το πάθος της αρχομανίας. Κι αυτό είναι που έκανε εκείνο τον αγώνα αηδιαστικό. Αμέσως μετά την απελευθέρωση των υπουργών, οι αλληλοπολιορκούμενοι της μονής των Ασωμάτων μαθαίνουν ότι ο Κυριάκος με τους ληστές του κατόρθωσαν να διαφύγουν. Οι δυο πλευρές έρχονται σε κάποια συμφωνία και έτσι εγκταλείπουν την περιοχή για να γυρίσουν στις θέσεις τους. Ήδη όμως βρισκόμαστε μπροστά στον πρόλογο της αδελφοκτόνος τραγωδίας. Η πρωτεύουσα είναι πια επίσημα χωρισμένη σε δυο στρατόπεδα: Στους Πεδινούς και στους Ορεινούς. Ο στρατός των Πεδινών είναι ισχυρότερος και πολυπληθέστερος
Ο Κορωναίος διατάσσει τις στρατιωτικές δυνάμεις των Ορεινών να μείνουν το βράδυ στους στρατώνες τους. Ηταν η τελευταία ψύχραιμη κίνηση του. Από εκείνην τη στιγμή και μετά θα προχωρήσει από σφάλμα σε σφάλμα. Και να γιατί: Ενώ η πόλη έχει πάρει πολεμική όψη, ενώ ο πανικός καταλαμβάνει το σύνολο των πολιτών, ενώ δε χρειάζεται παρά ένας σπινθήρας για την έκρηξη της εμφύλιας σύρραξης, ο Κορωναίος, χωρίς σύνεση, καλεί τον υπολοχαγό Αριστείδη Κανάρη — γιο του ναυάρχου — και τον διατάσσει να καταλάβει τα ανάκτορα και να οχυρωθεί εκεί. Ενώ ο Κανάρης εκτελεί τη διαταγή, ο ίδιος ο Κορωναίος, με μικρή στρατιωτική δύναμη, καταλαμβάνει το δυτικό μέρος της πρωτεύουσας. Εγκαθιστά μια ομάδα Ορεινών στο Βαρβάκειο και το οχυρώνει. Οι Πεδινοί μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν κινηθεί. Μόλις όμως ο Βούλγαρης μαθαίνει τις στρατιωτικές κινήσεις του Κορωναίου, δίνει κι αυτός το σύνθημα για την κινητοποίηση των δικών του δυνάμεων. Οι χωροφύλακες σπεύδουν να οχυρωθούν μέσα στην Εθνική Τράπεζα, για να την υπερασπίσουν από ενδεχόμενη επίθεση των Ορεινών. Η κίνηση αυτή διευκολύνεται από το ότι ο Γεώργιος Σταύρου, διοικητής της τράπεζας, ήταν φίλος των Πεδινών. Ταυτόχρονα, το τάγμα του Λεωτσάκου και άλλη ομάδα χωροφυλάκων, στρατοπεδεύουν μπροστά από τα ανάκτορα, τα οποία έχουν ήδη καταληφθεί από τους Ορεινούς. Γύρω στα μεσάνυχτα της 18ης Ιουνίου, ο Παπαδιαμαντόπουλος παρατάσσει το πυροβολικό, προσφωνεί τους άντρες του και διατάσσει τη στρατιωτική μπάντα να περάσει από τους δρόμους της Αθήνας, παιανίζοντας εμβατήρια. Μετά στρέφεται προς τα ανάκτορα.
Μόλις γίνεται γνωστό ότι στασίασε το πυροβολικό και τάχτηκε επίσημα με το μέρος των Πεδινών, πλήθος πολιτών βγαίνει από τα σπίτια και ενώνεται με την ακολουθία της μπάντας. Με συνθήματα, αλαλαγμούς και κραυγές, η ένοπλη διαδήλωση διασχίζει την πόλη, εξαγγέλοντας έτσι την έναρξη της επανάστασης. Ας σημειωθεί όμως ότι οι περισσότεροι Αθηναίοι δε συμμετείχαν στα γεγονότα. Είχαν κλειστεί από νωρίς στα σπίτια τους χωρίς να κοιμούνται. Στο άκουσμα των μεταμεσονύκτιων εκείνων θουρίων, πολλά παράθυρα ανοίγουν και μορφές πελιδνές από το φόβο προβάλλουν, για να παρακολουθήσουν «εκ του ασφαλούς» όσα συμβαίνουν. Γύρω στις 2 η ώρα μετά τα μεσάνυχτα, η πόλη βρίσκεται σε πλήρη συναγερμό και επαναστατική ατμόσφαιρα, παρόλο που δεν έχουν ακόμα αρχίσει εχθροπραξίες. Οι αντίπαλες παρατάξεις περιορίζονται σε επιδείξεις δύναμης, σε απειλές και σε καταλήψεις οχυρών θέσεων. Η κατάσταση οξύνεται με την εμφάνιση στους δρόμους της Αθήνας του αρχιληστή Κυριάκου και των 80 φουστανελοφόρων, γενειοφόρων, ρυπαρών και άγριων συντρόφων του. Είχε κρυφτεί — όπως είπαμε — μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μόλις πληροφορήθηκε ότι κινήθηκαν οι δυνάμεις των Πεδινών είχε φροντίσει να κάνει κι αυτός την πανηγυρική εμφάνιση του. Τάσσεται λοιπόν επικεφαλής των αντρών του, φτάνει στην οδό Αιόλου και τη διασχίζει σε όλο το μήκος της. Οι ληστές αλαλάζουν:
— Ζήτω ό Βούλγαρης.
— Ζήτω οι Πεδινοί.
— Θάνατος στους Ορεινούς.
— Σούβλισμα του Καλλιφρονά.
Διευκρινίζουμε ότι το μίσος του Κυριάκου και των άλλων ληστών κατά του Καλλιφρονά ήταν φυσικό σαν υπουργός είχε εργαστεί για την αποφασιστική καταδίωξη της ληστείας και είχε οργανώσει για το λόγο αυτό και αποσπάσματα ένοπλων χωρικών. Η αιματοχυσία του Κυριάκου και των ληστών του, στους δρόμους της Αθήνας, δίνει και το σύνθημα της ρήξης. Οι Ορεινοί, που μέχρι εκείνη τη στιγμή περιορίζονταν σε στρατιωτικές κινητοποιήσεις και σε καταλήψεις οχυρών θέσεων, κινούνται κι αυτοί. Μεγάλη ομάδα ξεκινά από το σπίτι του ναύαρχου Κανάρη — αρχηγού των Ορεινών — που είχε μεταβληθεί σε φρούριο. Φτάνει στην οδό Ερμού και στη συνέχεια στρέφεται προς την Αγία Ειρήνη. Από την άλλη μεριά όμως — την οδό Αιόλου — ερχόταν ο Κυριάκος με τους ληστές του και μοιραία οι δυο αντίπαλες ομάδες βρίσκονται φάτσα με φάτσα μποστά στην Αγία Ειρήνη.
— Στις γωνιές μωρέ, κραυγάζει τότε ο αρχιληστής στους ανθρώπους του. Στις γωνιές και βαράτε στο σταυρό...
Και πριν οι Ορεινοί προλάβουν να καλυφτούν, δέχονται βροχή από σφαίρες.
Οι πρώτοι νεκροί, τα πρώτα θύματα του εμφύλιου σπαραγμού πέφτουν στο έδαφος. Μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό, οι Ορεινοί οργανώνονται κι αυτοί πρόχειρα κι αρχίζει μια αδιάκοπη φονική ανταλλαγή πυροβολισμών. Αρκετοί ληστές τραυματίζονται και τρεις απ' αυτούς σκοτώνονται. Τους Ορεινούς όμως περιμένουν οδυνηρές εκπλήξεις. Μερικοί από τους περιοίκους, που ανήκουν στους Πεδινούς, ταμπουρώνονται πίσω από τα παράθυρα τους, κι αρχίζουν να βάλλουν κατά των αντιπάλων τους, πολλοί από τους οποίους ξαπλώνονται νεκροί. Η μάχη συνεχίζεται για αρκετή ώρα αμφίρροπη. Φτάνουν ενισχύσεις γρήγορα και για τις δυο πλευρές. Γύρω στα ξημερώματα οι συγκρούσεις έχουν γενικευτεί και εξελίσσονται σε μια έκταση που ξεκινά από την Αγία Ειρήνη και φτάνει μέχρι το Δημοπρατήριο. Ο Κυριάκος αποφασίζει τώρα να επιχειρήσει κυκλωτική κίνηση, να βάλλει τους Ορεινούς ανάμεσα σε δύο πυρά και να τους συντρίψει. Έτσι και κάνει. Γύρω στους 30 ληστές, μαζί με 60 περίπου ένοπλους πολίτες, προχωρούν στην κυκλωτική κίνηση. Φεύγουν από την Αγία Ειρήνη, βγαίνουν στην οδό Αθηνάς και από κει κατευθύνονται προς το Μοναστηράκι. Αφού διασχίζουν το Συντριβάνι, εμφανίζονται απρόοπτα στην πλατεία του Δημοπρατηρίου και με ομοβροντίες επιτίθενται κατά των εκεί στρατοπεδευμένων Ορεινών. Ταυτόχρονα ο Κυριάκος ξεκινά λυσσαλέα έφοδο. Οι Ορεινοί βαλλόμενοι από δυο πλευρές και όντας πια σε κίνδυνο άμεσης εξολόθρευσης, τρέπονται σε φυγή, προς την πλατεία Συντάγματος. Η πρώτη αυτή νίκη των Πεδινών χαιρετίστηκε μ' ενθουσιασμό.Ομάδες τους καταλαμβάνουν τα σπίτια γύρω από το Διοικητήριο και το Φρουραρχείο. Ο αρχιληστής Κυριάκος φτάνει μέσο του Δημοπρατηρίου στην οδό Αδριανού και οχυρώνεται στα εκεί σπίτια... Οι συγκρούσεις μέχρι τώρα γίνονταν μεταξύ μη στρατιωτικών. Τώρα γενικεύονται. Ο Παπαδιαμαντόπουλος αποφασίζει να εκπορθήσει τα ανάκτορα και να διώξει από κει τους Ορεινούς. Για τα πετύχει το στόχο του διατάσσει τις δυνάμεις του με τον ακόλουθο τρόπο: Το πυροβολικό στην πλατεία Συντάγματος, με τα στόμια των τηλεβόλων κατά των ανακτόρων. Το τάγμα του Λεωτσάκου πίσω από τον κήπο.
Αλλους άντρες, εξοπλισμένους με τηλεβόλο, στην ανατολική πλευρά των ανακτόρων. Τη χωροφυλακή και άλλα στρατιωτικά τμήματα, σε άλλες επίκαιρες θέσεις.
Την ίδια ώρα ο Κυριάκος μαθαίνει ότι προετοιμάζεται η επίθεση κατά των ανακτόρων, εγκαταλείπει την οδό Ανδριανού και προχωρεί προς την πλατεία Συντάγματος. Οχυρώνεται τελικά σε κάποια μάντρα. Αφού τελειώνουν έτσι οι στρατιωτικές προετοιμασίες των Πεδινών, ο Παπαδιαμαντόπουλος διατάσσει ν' αρχίσει η επίθεση. Ο βομβαρδισμός των ανακτόρων είχε αρχίσει. Ήταν 4.30' το πρωί. Ο Κορωναίος βρισκόταν μέχρι εκείνη τη στιγμή στο Βαρβάκειο κι επέβλεπε την οχύρωση του. Μόλις μαθαίνει για την ήττα των Ορεινών στην Αγία Ειρήνη και για την επίθεση κατά των ανακτόρων αποφασίζει ν' αντιδράσει άμεσα. Δίνει εντολή σε σώμα ιππικού να επελάσει κατά του στρατού των Πεδινών στην πλατεία Συντάγματος. Μόλις όμως οι ιππείς φτάνουν εκεί, γίνονται δεκτοί με ομοβροντία πυροβολισμών, ενώ ταυτόχρονα ένα τηλεβόλο αρχίζει να ρίχνει εναντίον τους. Αν επέμεναν θα είχαν πολλές απώλειες, πράγμα που κάνει το διοικητή του σώματος να διατάξει άμεση υποχώρηση. Στην υποχώρηση αφήνουν πίσω μερικούς νεκρούς. Ο Κορωναίος φοβάται τώρα ότι οι Πεδινοί θα καταλάβουν την Ακρόπολη, από την οποία, με το πυροβολικό τους, θα μπορούσαν να ελέγχουν την πόλη. Διατάζει τους λόχους των Εθνοφυλάκων να κατευθυνθούν προς τα κει. Γύρω στις 5 η ώρα το πρωί η Ακρόπολη βρίσκεται στα χέρια των Ορεινών.
Εγώ ο ίδιος άκουσα από το στόμα μιας γηραιάς Αθηναίας την περιγραφή τραγικών σκηνών, που διαδραματίστηκαν σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας εκείνο το πρωί. Να μια απ' αυτές: Μια κοπέλα είχε παντρευτεί, το Δεκέμβριο του 1862, με τον εκλεκτό της καρδιάς της. ' Ηταν ένας εύσωμος νέος που, από κακοκεφαλιά του, ενδιαφερόταν περισσότερο για το Βούλγαρη, παρά για την «εις ενδιαφέρουσαν κατάστασιν» σύζυγο του. Και παρ' όλες τις διαμαρτυρίες, τις ικεσίες και τους θρήνους της, μόλις ξέσπασαν οι συγκρούσεις κι οι Πεδινοί επιτέθηκαν κατά των ανακτόρων, αυτός ζώστηκε το ζωνάρι του τουρκομάχου πατέρα του, πήρε το όπλο που του είχε δώσει η προσωρινή κυβέρνηση (με την έξωση του Όθωνα) και ενθουσιασμένος έτρεξε στη μάχη. Γιατί; Για να πολεμήσει κι αυτός! Για ποιους; Για το Βούλγαρη! Ο νεαρός Αθηναίος πολέμησε γενναία κι έπεσε γενναία. Μια σφαίρα Ορεινού τον βρήκε στο στήθος και τον ξάπλωσε καταγής νεκρό.
— Βρε τον κακομοίρη, είπαν αντί για επικήδειο οι συναγωνιστές του. Ηταν και νεόνυμφος...
— Κι η γυναίκα του είναι στην ώρα της...
Τον τοποθέτησαν σ' ένα φορείο, αντί για λευκή σημαία ύψωσαν πάνω σ' ένα κοντάρι ένα μαντίλι και κατευθύνθηκαν στο σπίτι του. Μετά από λίγο ο θάνατος χτυπούσε την πόρτα του νεόνυμφου. Η δύστυχη γυναίκα του έπεσε με σπαραγμό πάνω στον αγαπημένο της νεκρό, τον έκλαψε με γοερές κραυγές βγάζοντας τα μαλλιά της και μετά άνοιξε το παράθυρο, ύψωσε τη γροθιά της κατά των ανακτόρων και φώναξε:
— Ανάθεμα στο Βούλγαρη. Ανάθεμα στον Κορωναίο. Ανάθεμα στους Πεδινούς και στους Ορεινούς...
Το ίδιο απόγευμα απέβαλε και μετά από δυο μέρες προσβλήθηκε από εκλαμψία και πέθανε. Τέτοιες οικογενειακές τραγωδίες έγιναν πολλές. Και δε χωρούν εδώ...
Το πρωί της 19ης Ιουνίου, γύρω στις 8 η ώρα, η κατάσταση των πολιορκούμενων στα ανάκτορα Ορεινών είναι απελπιστική. Δέχονται πλήγματα από όλες τις κατευθύνσεις, πυροβολούνται και κανονιοβολούνται από παντού και είναι αναγκασμένοι να διαιρούν τις δυνάμεις τους για να αμυνθούν αποτελεσματικά. Τώρα τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Οι Πεδινοί επιχειρούν πια και εφόδους για την άλωση των ανακτόρων. Οι έφοδοι αυτές αποκρούονται με επιτυχία, αλλά σε κάθε μια η αριθμητική δύναμη των αμυνόμενων λιγοστεύει. Δεν μπορούν να κρατήσουν για πολύ. Ο Κανάρης σκέφτεται να επιχειρήσει απεγνωσμένη έξοδο. Μαζεύει 17 άντρες μπαίνει επικεφαλής τους, και με προτεταμένο το ξίφος, ορμάει στον όγκο των Πεδινών. Μερικοί από τους άντρες του, πολεμώντας γενναία, κατορθώνουν να διασπάσουν τις πυκνές τάξεις του «εχθρού» και να σωθούν. Ο Κανάρης δε θα το κατορθώσει. Ενώ βρίσκεται στον οικίσκο του Βασιλικού Κήπου, μια σφαίρα τον χτυπά και τον ξαπλώνει νεκρό. Παρ' όλο το φανατισμό των στιγμών, οι Πεδινοί επιτρέπουν να παραληφθεί από κει το σώμα του νεκρού υπολοχαγού και να μεταφερθεί στο σπίτι του, όπου περίμενε κλαίγοντας η γυναίκα του. Τότε η είδηση αναγγέλεται και στον ένδοξο ναύαρχο Κανάρη.
— Ναύαρχε, του λένε. Σκότωσαν τον Αριστείδη...
Ο γέρος δάκρυσε. Αναστέναξε βαθιά και απ' τα χείλη του ξέφυγε σαν ψίθυρος:
— Αχ! δυστυχισμένο μου παιδί...
Η τετράωρη μάχη μπροστά στα ανάκτορα είχε στοιχίσει πολύ αδερφικό αίμα. Η σύγκρουση πια έτεινε να γενικευτεί ανάμεσα σ' όλους τους κατοίκους της πρωτεύουσας, μια και διαρκώς μεγάλωνε ο αριθμός εκείνων που πλησίαζαν στη ζώνη των επιχειρήσεων για να πολεμήσουν. Στις συνθήκες αυτές, πολλά μέλη της Εθνοσυνέλευσης αποφασίζουν να πάρουν κάποια μέτρα, για να προλάβουν την επέκταση του κακού και να ανακόψουν τις εχθροπραξίες.Αναγγέλεται η σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης, στο συνηθισμένο τόπο συνεδριάσεων. Οι κορυφαίοι από τους πολιτικούς δεν εμφανίζονται. Είναι «απασχολημένοι» με τις πολεμικές επιχειρήσεις στην πόλη και δε θεωρούν αρκετά σημαντικό το να πάνε στη συνεδρίαση... Αλλοι πάλι δεν πηγαίνουν γιατί φοβούνται. Και δικαιολογημένα: εκτός από τη μάχη που γινόταν στα ανάκτορα, οι πολίτες πυροβολούσαν και από τα σπίτια τους. Άλλοτε άσκοπα, άλλοτε εναντίον «εχθρικών» σπιτιών, άλλοτε εναντίον οποιουδήποτε τολμούσε να εμφανιστεί στο δρόμο...Τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης διέτρεχαν μεγαλύτερους κινδύνους από τους άλλους πολίτες. Κυρίως αυτοί που από το βήμα της Βουλής είχαν το θάρρος να καυτηριάσουν τη διαίρεση που τελικά εξώθησε τον τόπο στον εμφύλιο σπαραγμό. Κατορθώνεται πάντως να σχηματιστεί απαρτία στην Εθνοσυνέλευση κι αμέσως έρχεται για συζήτηση το θέμα της σύγκρουσης στα ανάκτορα. Πριν απ' όλα έπρεπε να σταματήσει η σύγκρουση αυτή. Στρατός που να υπακούει στις διαταγές της Εθνοσυνέλευσης και να μπορεί να επιβάλλει, βίαια έστω, την τάξη, δεν υπήρχε πια. Ηταν αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν ήπια μέσα.Λύση θα ήταν να πειστούν οι αρχηγοί των παρατάξεων, να συνομολογήσουν ανακωχή έστω και λίγων ωρών, έτσι ώστε η ΕθνοσυνέλευσιΓ΄, ήρεμα, να βρει τη φόρμουλα εκείνη, με την οποία θα σταματούσε ο εμφύλιος πόλεμος. Μετά από αρκετά θορυβώδη συνεδρίαση, η Εθνοσυνέλευση αποφασίζει να στείλει μερικά μέλη της στ' ανάκτορα. Θα έρχονταν σε συνεννόηση με Ορεινούς και Πεδινούς και θα προσπαθούσαν να τους πείσουν για κάποια ανακωχή. Λίγοι όμως από τους πληρεξούσιους είναι διατεθειμένοι να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους, πηγαίνοντας στο σημείο της μάχης. Απ' αυτούς τους λίγους σχηματίζεται τριμελής επιτροπή, με τους Μωραϊτίνη, Σκαραμαγκά και Μεσσηνέζη. Ήταν πρόσωπα που ενέπνεαν το σεβασμό, πολιτικά ανεξάρτητα και αμέτοχα στα όσα συνέβαιναν.
Οι τρεις άντρες, ήρωες του καθήκοντος, μπαίνουν σε άμαξα και κατευθύνονται στα ανάκτορα. Σε λίγο αναγκάζονται να συνεχίσουν με τα πόδια, γιατί ένα από τα άλογα τραυματίζεται. Οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Οι σφαίρες σφυρίζουν και διασταυρώνονται δίπλα τους και πάνω τους.Ξαφνικά ένας πυροβολισμός αντηχεί από μια γωνία κι ακολουθεί μια φωνή πόνου:
— Ωχ! πληγώθηκα...
Ήταν ο Μεσσηνέζης, που τον είχε πάρει μια σφαίρα. Το τραύμα του ήταν όμως επιπόλαιο.
— Εμπρός, λέει στους Μωραϊτίνη και Σκαραμαγκά, ας συνεχίσουμε.
— Μα είσαι πληγωμένος.
— Δεν είναι τίποτα χτυπήθηκα ελαφρά.
— Στο όνομα της πατρίδας, του λένε. Διατάξτε να πάψει το πυρ. Να μας επιτρέψετε να μπούμε στα ανάκτορα και να συνεννοηθούμε μ΄ αυτούς που είναι μέσα.
— Τι σκοπό έχει αυτή η συνεννόηση; ρώτησε ο Παπαδιαμαντόπουλος. Τα ανάκτορα θέλουμε να τα καταλάβουμε, όποια κι αν είναι η θυσία. Και θα τα καταλάβουμε.
Οι πληρεξούσιοι επιμένουν και τελικά τους επιτρέπουν να μπουν στα ανάκτορα. Το πυρ θα σταματήσει όσο είναι μέσα. Οι συζητήσεις με τους πολιορκημένους Ορεινούς κρατούν κάπου μισή ώρα και καταλήγουν σε αίσιο αποτέλεσμα. Αρχικά αποφασίζεται να παραδοθούν τα ανάκτορα στους Πεδινούς, που έπρεπε όμως να τα καταλάβουν μόνο με σώμα χωροφυλάκων. Μετά γίνεται δεκτό, οι Ορεινοί να αναχωρήσουν ανεμπόδιστα από τα ανάκτορα, με τα όπλα και τις άλλες αποσκευές τους. Θα πήγαιναν στον κεντρικό στρατώνα του πυροβολικού, στην Παλαιά Καζάρμα και στο Βαρβάκειο.
Συμφωνείται, τέλος, να φύγουν και οι δυνάμεις των Πεδινών. Το πυροβολικό θα πήγαινε στο στρατώνα του. Έτσι κι έγινε. Οι αντίπαλοι «στρατοί» αποχώρησαν. Η χωροφυλακή μπήκε, γύρω στις 9 το πρωί, στα ανάκτορα και η αιματηρή αναμέτρηση πήρε τέλος. Τους νεκρούς εκείνης της νύχτας — κάπου σαράντα — παρέλαβαν οι φίλοι κι οι συγγενείς τους. Οι τραυματίες — εκατοντάδες — στάλθηκαν στα σπίτια τους για νοσηλεία.Αν κι οι εχθροπραξίες — μετά την παράδοση των ανακτόρων στους Πεδινούς — έχουν σταματήσει, ωστόσο δεν έχει γίνει ακόμα κατορθωτή η σύναψη οριστικής ανακωχής. Οι μάχες μπορούν να ξεσπάσουν και πάλι, από στιγμή σε στιγμή, στην πόλη. Για το λόγο αυτό η επιτροπή της Εθνοσυνέλευσης κρίνει απαραίτητο να επισκεφτεί τους αρχηγούς των Πεδινών και των Ορεινών στα σπίτια τους και να τους ζητήσει τη συνομολόγηση διαρκέστερης ανακωχής. Αρχικά κατευθύνεται στο Βούλγαρη, που ήδη τρίβει τα χέρια του με ευχαρίστηση για τις εξελίξεις. Ο πολυμήχανος Υδραίος, περικυκλωμένος από καμιά εικοσαριά ενόπλους, υποδέχεται την επιτροπή, ακούει τις προτάσεις της και μετά λέει:
— Ανακωχή; Ας κάνουμε κι ανακωχή. Αν και δε φταίμε εμείς για ότι γίνεται. Ας όψεται ο Κορωναίος...
Μετά το Βούλγαρη, γίνεται σκέψη για επίσκεψη στο σπίτι του Κανάρη, αλλά απορρίπτεται. Ο ναύαρχος θρηνούσε το γιο του. Έτσι η επιτροπή συναντιέται με το Γρίβα και κλείνει ανάλογη συμφωνία. Γίνεται έτσι κατορθωτή μια προσωρινή ανακωχή και αποφασίζεται να σταματήσουν οι συγκρούσεις, μέχρι η Εθνοσυνέλευση να μπορέσει να συμβιβάσει τις αντίπαλες πλευρές. Στη συνεδρίαση όμως που ακολουθεί δε γίνεται τίποτα. Οι απόπειρες συνδιαλλαγής ναυαγούν, μπροστά στην αδιαλλαξία των αρχηγών, που απαιτούν, ο καθένας για τον εαυτό του, τα περισσότερα πλεονεκτήματα.
Οι πιο ψύχραιμοι πληρεξούσιοι προσπαθούν να πείσουν για αμοιβαίες υποχωρήσεις, χωρίς επιτυχία. Οι δυο πλευρές επιμένουν πεισματικά στις θέσεις τους. Πιο αδιάλλακτοι εμφανίζονται τώρα οι Ορεινοί, που δεν μπορούν να συγχωρήσουν με τίποτε το φόνο του Αριστείδη Κανάρη. Μέσα στην αίθουσα της Εθνοσυνέλευσης εξαπολύουν απειλές.
Οι Πεδινοί, βλέποντας πως βρίσκονται ακόμα πολύ μακριά από την πολυπόθητη εξουσία, φαίνονται αποφασισμένοι να εξωθήσουν τα πράγματα στην ολοκληρωτική ρήξη. Γι΄ αυτούς τα πράγματα ήταν, άλλωστε, πιο δύσκολα. Οι αντίπαλοι τους Ορεινοί, όντας στην εξουσία, είχαν στενότερες επαφές με το περιβάλλον του νεοεκλεγέντα βασιλιά Γεωργίου — που δεν είχε έρθει ακόμα στην Ελλάδα — και θα μπορούσαν να κυριαρχήσουν μελλοντικά στο πολιτικό προσκήνιο. Συλλαμβάνουν έτσι την ιδέα να ματαιώσουν τον ερχομό του νέου βασιλιά στην Ελλάδα, ή ακόμα και να στραφούν κατά της δυναστείας του. Με τον τρόπο αυτό θα κατόρθωναν καλύτερο συμβιβασμό και ταυτόχρονα θα προειδοποιούσαν το βασιλιά ότι ήταν η δυνατότερη πολιτική παράταξη στη χώρα κι η πιο επίφοβη γι΄ αυτόν. Αρχίζουν έτσι οι διαβουλεύσεις των Πεδινών με τους... Οθωνιστές, που γρήγορα καταλήγουν σε συμφωνία συνεργασίας. Οι φανατικότεροι οπαδοί του τέως μονάρχη, ελπίζουν ότι η εμφύλια σύρραξη μπορεί να «στρώσει το δρόμο» για την παλινόρθωση και την επαναφορά του Όθωνα. Και να το παράδοξο. Ο Βούλγαρης, ο μόλις πριν από 8 μήνες αρχηγός της αντιοθωνικής επανάστασης, εμφανίζεται τώρα διαφορετικός! Συνεργάζεται με τους φίλους της δυναστείας που ο ίδιος γκρέμισε από το θρόνο!
Εχει βραδιάσει κι η Εθνοσυνέλευση εξακολουθεί να συνεδριάζει ακόμα, χωρίς να μπορεί να καταλήξει σε κάποια λύση. Την ώρα που σκοτεινιάζει, αναγκάζεται πια να διακόψει τις άκαρπες εργασίες της. Οι πληρεξούσιοι, άλλοι σκεφτικοί κι άλλοι έντρομοι για τις συμφορές που επιφυλλάσει το άμεσο μέλλον, τρέχουν να χωθούν στα σπίτια τους. Τέτοια ώρα η παραμονή σε ανοιχτό χώρο σήμαινε πως είχε παραφρονήσει ή πως είχε βαρεθεί τη ζωή του κανείς. Και να πια είναι τώρα η κατάσταση: Σ' όλη την πόλη επικρατεί τρομερή αναρχία. Οι μισοί υπουργοί έχουν παραιτηθεί. Ο Κορωναίος, στο υπουργείο Στρατιωτικών, συνεννοείται με τον Καλλιφρονά για την οργάνωση των παραπέρα επιχειρήσεων. Οι αρχές έχουν καταλυθεί. Τα μαγαζιά έχουν κλείσει. Το ψωμί — που πουλιέται με κίνδυνο ζωής — έχει υπερτιμηθεί. Η προμήθεια τροφίμων είναι αδύνατη. Η Εθνοσυνέλευση έχει αποσυντεθεί. Ο πρόεδρος της Δ. Κυριάκος προσπαθεί μάταια να την αντιπροσωπεύσει και ν' ασκήσει εξουσία. Κανείς όμως δεν υπακούει σ' αυτόν και κανείς δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη εξουσίας. Ο Κυριάκος — όπως θα δούμε παρακάτω — θα αποφασίσει να φυλακίσει τον Καλλιφρονά, για να σταματήσει τη σύγκρουση. Δε θα το πετύχει όμως, μια και ο πολυμήχανος και φιλύποπτος Καλλιφρονάς, κατορθώνει να τον συλλάβει αντί να συλληφθεί...
Οι Ορεινοί προετοιμάζονται
Η 19η Ιουνίου, παρ' όλη τη συμφωνημένη προσωρινή ανακωχή, είναι αρκετά ταραγμένη. Από τα παράθυρα, τις γωνίες και τους εξώστες, οι μεν πυροβολούν τους δε. Οσο έχουν προσωπικές διαφορές από παλιά, προσπαθούν να τις λύσουν τώρα. Κάθε λίγο, σκοτωμένοι και λαβωμένοι πέφτουν στο δρόμο.
Ανάμεσα τους και πολλοί αθώοι πολίτες, που ήταν αναγκασμένοι να βρίσκονται έξω από τα σπίτια τους. Ολοι πυροβολούν όλους χωρίς δισταγμό. Οι σφαίρες σφυρίζουν προς όλες τις διευθύνσεις κι ένοπλοι τρέχουν από δω από κει χωρίς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Οι Ορεινοί μαζεύουν διάφορους νέους, τους ονομάζουν βιαστικά εθνοφύλακες και τους γυμνάζουν όπως — όπως. Την ανώτατη εποπτεία της στρατολόγησης αυτής έχει ο Κορωναίος και το ρόλο του εκπαιδευτή παίζουν διάφοροι εμ-πειροπόλεμοι πολίτες. Ένας απ' αυτούς, αγνοεί ακόμα και τα παραγγέλματα. Δείχνει στους γυμναζόμενους μια άλλη ομάδα νεοσύλλεκτων που εκτελούν ασκήσεις, κάτω από τις διαταγές αξιωματικού, και αναφωνεί το αμίμητο παράγγελμα:
— Να κάνετε ότι κι αυτοί. Εμπρός μαρς...
Αλλα κι ο Παπαδιαμαντόπουλος, στρατιωτικός υπεύθυνος των Πεδινών, συνεννοείται με το Λεωτσάκο κι αποφασίζει να εκμεταλλευτεί την «ανακωχή» για ν' αυξήσει την ένοπλη δύναμη της παράταξης του. Εχει αρκετούς άντρες, αλλά λίγα όπλα. Τις οπλαποθήκες του δημοσίου, πολλές από τις οποίες ήταν γεμάτες (με πρωτοβουλία του έκπτωτου Οθωνα), τις ελέγχει εκείνη την ώρα η κυβέρνηση, δηλαδή ο Κορωναίος κι ο Καλλιφρονάς, δηλαδή οι Ορεινοί...
— Και τώρα τι κάνουμε; προβληματίζεται ο Λεωτσάκος.
— Δεν έχουμε όπλα.
— Πρέπει να βρούμε.
— Ο Κορωναίος εξοπλίζει νέους εθνοφύλακες με τα όπλα του δημοσίου.
— Τα όπλα όμως ανήκουν στο λαό.
— Ας εξοπλίσουμε λοιπόν κι εμείς του άντρες μας με τα ίδια όπλα.
— Πώς;
— Να σπάσουμε τις πόρτες της δημόσιας οπλοθήκης και να τη λεηλατήσουμε.
— Έστω. Ο Κυριάκος φτάνει για αυτή τη δουλειά.
Ο ληστής καλείται αμέσως. Παίρνει τις κατάλληλες οδηγίες και τις διαβιβάζει στους άντρες του, πολλοί από τους οποίους είναι οπλισμένοι ακόμα και με τσεκούρια. Μετά, επικεφαλής εκατοντάδων Πεδινών, εκστρατεύει ενάντιο σε μια αποθήκη γεμάτη από παλιές καραμπίνες. Γίνεται έφοδος, η πόρτα σπάει κι εισβάλλουν όλοι μέσα. Αρχίζει η διαρπαγή. Κι εκεί γίνεται το παρακάτω απίθανο επεισόδιο: Ανάμεσα στους εκπορθητές της αποθήκης ήταν κι ένας πιτσιρικάς, κάπου δεκατεσσάρων χρονών, με το όνομα Τσάγκρης. Παρ' όλες τις προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να πάρει όπλο, μια και τον προλάβανε άλλοι. Αυτός όμως δεν απελπίστηκε. Θέλοντας να πλιατσικολογήσει, άρπαξε ένα κιβώτιο που βρήκε μπρος του και τράπηκε σε φυγή προς τους Αγίους Ασωμάτους, όπου ήταν το σπίτι του. Εκεί άνοιξε το κιβώτιο. Και τι να δει... Μέσα βρισκόταν, με τάξη τοποθετημένες, όλες ... οι σκανδάλες των όπλων που είχαν αρπάξει οι Πεδινοί του Λεωτσάκου. Είχαν δηλαδή στα χέρια τους όπλα άχρηστα... Είναι αδύνατον να περιγραφούν όλα όσα γίνανε στις 19 Ιουνίου σ' όλη την πόλη. Γιαυτό και περιοριστήκαμε στις λίγες αυτές γραμμές, θέλοντας να δώσουμε μια μικρή μόνο εικόνα της τρομαχτικής κατάστασης που υπήρχε στην πρωτεύουσα. Τη νύχτα επικράτησε μια σχετική ησυχία. Είναι εύκολο βέβαια να καταλάβει κανείς πόσο απαίσια την πέρασαν οι κάτοικοι της Αθήνας μετά τη φριχτή μέρα, που είχε στοιχίσει κάπου 100 ζωές κι είχε βυθίσει στο πένθος τόσες οικογένειες.
Ας πάμε τώρα στο σπίτι του Αριστείδη Κανάρη και μετά ας παρακολουθήσουμε τα όσα βάρβαρα έγιναν στην κηδεία του. Ο Αριστείδης Κανάρης ήταν ένα από τα πιο επίλεκτα στελέχη των Ορεινών. Ο σκοτωμός του έχει δημιουργήσει τρομερή οργή σ' αυτούς. Απειλούν τώρα ότι κατά την κηδεία θα προχωρήσουν σε φοβερές αντεκδικήσεις. Οι απειλές φτάνουν γρήγορα στ' αυτιά των Πεδινών, που εξαπολύουν χειρότερες. Ας σημειωθεί ότι όλη τη 19η Ιουνίου, ενώ συνεχιζόταν ο θρήνος μέσα στο σπίτι, συγκεντρώνονταν γύρω όλο και περισσότεροι φανατισμένοι Ορεινοί, που ορκίζονταν εκδίκηση. Οσοι έρχονταν ήταν, στην πλειοψηφία τους, ένοπλοι και η περιοχή έδινε την εικόνα στρατοπέδου. Αγγελιοφόροι έρχονταν κι έφευγαν, άγνωστο από πού, για πού, και γιατί. Η κηδεία έχει πια οριστεί για το πρωί της 20ης Ιουνίου και προβλέπεται να παρακολουθηθεί από χιλιάδες κόσμο. Γύρω στα μεσάνυχτα, φτάνουν στο σπίτι του νεκρού τρομερές ειδήσεις, από ασφαλή πηγή, που κάνουν φανερό το πόσο είχαν αγριέψει τα πνεύματα. Σύμφωνα με τις ειδήσεις αυτές, οι Πεδινοί είχαν αποφασίσει να εξολοθρεύσουν όλους του συγγενείς του ένδοξου ναύαρχου Κανάρη, τον οποίο θεωρούσαν πηγή κάθε κακοδαιμονίας. Η επίθεση θα γινόταν την ώρα της κηδείας, οπότε οι Κανάρηδες θα ήταν συγκεντρωμένοι. Είναι γνωστό ότι το «χτύπημα» θα γινόταν κατά την πομπή προ το νεκροτραφείο. Αλλά σε ποιο σημείο; Αυτό ήταν άγνωστο. Η άγνοια αυτή κάνει και αδύνατη την αποτελεσματική λήψη προφυλακτικών μέτρων. Δημιουργείται κλίμα πανικού στους Ορεινούς. Και οι πιο γενναίοι απ' αυτούς, με το φόβο της ενέδρας, κρίνουν σκόπιμο να μην παρακολουθήσουν την κηδεία. Συμβουλεύουν μάλιστα το ίδιο και στους συγγενείς. Αυτοί αρνούνται. Είναι αποφασισμένοι. Την ορισμένη ώρα, κατεβάζουν το νεκρό από το σπίτι. Στο δρόμο βρίσκονται ελάχιστοι Ορεινοί. Ταυτόχρονα βγαίνει στο μπαλκόνι η χήρα, για να αποχαιρετίσει με θρήνους τον αγαπημένο της σύντροφο. Αλλά ποια απανθρωπιά κι αγριότητα! Κάποιοι Πεδινοί που ενεδρεύουν — άγνωστο πού πυροβολούν εναντίον της... Η σφαίρα αστοχεί και η χήρα τραβιέται βίαια από το μπαλκόνι, ενώ οι δολοφόνοι συνεχίζουν να βάλλουν. Είχαν πια επιβεβαιωθεί οι προθέσεις των Πεδινών. Οι πληροφορίες ήταν σωστές.
Η πομπή ξεκινά. Συμμετέχουν σ' αυτήν μόνο συγγενείς, που κοιτούν τρομαγμένα προς όλες τις κατευθύνσεις. Φτάνει χωρίς επεισόδεια στο νεκροταφείο.
Ο νεκρός αναπαύεται πια στην τελευταία του κατοικία. Οι λίγοι συγγενείς και φίλοι παίρνουν το δρόμο της επιστροφής για την πόλη. Ξαφνικά, ένας άνθρωπος προβάλλει να τρέχει στην οδό Αναπαύσεως, με κατεύθυνση στο νεκροταφείο.
— Για το θεό, κραυγάζει στους Κανάρηδες, γυρίστε πίσω...
— Γιατί;
— Διακόσιοι Πεδινοί έχουν κρυφτεί με τα ντουφέκια τους κάτω από τη γέφυρα. Και περιμένουν.
— Ποιους;
— Εσάς. Τους άκουσα να μιλάνε. Περιμένουν για να σας σκοτώσουν.
— Τα τέρατα, ακούγεται ένας από τους συγγενείς.
Ηταν αρκετά επικίνδυνο. Οι αποκλεισμένοι στο νεκροταφείο συγγενείς παίρνουν την απόφαση να επιστρέψουν από άλλο, έρημο δρόμο. Πράγμα που κάνουν. Οι ενεδρεύοντες Πεδινοί περιμένουν αρκετά και μετά, απελπισμένοι, φεύγουν και γυρνούν με πυροβολισμούς και απειλητικές κραυγές στην πόλη.
Τη νύχτα της 19ης προς 20η Ιουνίου — που πέρασε μέσα σε τρόμο — τυπώθηκε και κυκλοφόρησε στην πόλη ένα χαρτί. Άγνωστο πώς, από ποιους και γιατί (ίσως για να καυτηριαστούν κι οι δυο αντιμαχόμενες πλευρές). Ήταν μια παλιότερη αναφορά των ομογενών του Γαλάζιου προς τη Γερουσία, η οποία είχε σταλθεί σ' αυτήν δυόμισι μήνες πριν την εξέγερση κατά του Όθωνα (στις 25 Αυγούστου 1862). Η αναφορά είχε διαβαστεί τότε από το Βούλγαρη στη Γερουσία και στρεφόταν, όχι μόνο ενάντια στη βασιλική κυβέρνηση, αλλά και ενάντια σε όλους ανεξαίρετα τους πολιτικούς. Ανάμεσα σε άλλα έγραφε: «...Αθυμία καταλαμβάνει τον Έλληνα βλέποντα την οικτρήν κατάστασιν της πατρίδος, ην επίβουλος πολιτική έφερεν εις το χείλος της αβύσσου. Τις ήλπιζεν, ότι η πατρίς ημών, μετά τριακονταετή βασιλείαν, ήθελε καταστή το αντικειμενον του μίσους και της χλεύης των ξένων και εμπνέει τον οίκτον εις τους πρώην συμμάχους και άλλους φίλους αυτής; Και εν ω ώφειλε να έχη την πρωτοβουλίαν επί της Ανατολής, δεν δύναται ήδη ουδέ δύναται εν υστέρα μοίρα να τεθή; Τίς ο αίτιος των δεινών τούτων της πατρίδος; το επάρατον κυβερνητικόν σύστημα αποκρίνεται έτοιμος ο Έλλην. Προς Θεού, παραστάται του έθνους, γενήτε πιστοί διερμηνείς των αισθημάτων αυτού, σώσατε την πατρίδα, δεν ζητεί ειμή ότι τη οφείλεται δε ζητεί ειμή ότι το Σύνταγμα καθιερεί;

Πιστήν εφαρμογήν του Συντάγματος...
Σύστασιν Εθνοφυλακής...
Ελευθέρας εκλογάς, δημοτικός και βουλευτικός.
Ελευθεροτυπίαν.
Γενικήν αμνηστείαν...
Αξιοπρεπή και εθνικήν ε-ξωτερικήν πολιτικήν.
Εκκαθάρισιν του προξενικού κλάδου...

Αυτοί είναι οι πόθοι, αυταί είναι αι ευχαί του Έλληνος...».

Όποιος σκάβει το λάκκο του άλλου...
Η κυκλοφορία της ανατυπωμένης αναφοράς δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει κάποιο αποτέλεσμα στις καινούργιες συνθήκες. Οι πολιτικοί άντρες, οι παραστάτες του Έθνους, αγωνίζονταν τώρα για τα δικά τους συμφέροντα, τα προσωπικά πάθη και τα μίση τους. Ο υπουργός Κορωναίος γυρνούσε από το πρωί στους αθηναϊκούς δρόμους με ομάδα ένοπλων εθνοφυλάκων και στρατιωτών. Ο υπουργός Καλλιφρονάς συγκέντρωνε στην πρωτεύουσα τους χωριάτες, για ν' αυξήσει την πολεμική δύναμη των Ορεινών. Οι Πεδινοί καταλάμβαναν στρατηγικά σημεία κι οχυρώνονταν σ' αυτά, έτοιμοι να συνεχίσουν τον εμφύλιο πόλεμο. Ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Κυριάκος — ουδέτερος στη σύγκρουση — αποφασίζει τώρα να εξουδετερώσει τον Ορεινό Καλλιφρονά, που υποστηρίζεται από τα θορυβωδέστερα λαϊκά στοιχεία της παράταξης του. Σκέφτεται να δράσει με μυστικότητα, να συλλάβει και να φυλακίσει τον υπουργό και να κρατήσει μυστική τη σύλληψη αυτή μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Στέλνει στον Καλλιφρονά αγγελιαφόρο και τον προσκαλεί στην παλιά «παράγκα» της Βουλής, όπου συγκεντρώνονταν οι πληρεξούσιοι... Ο παμπόνηρος Καλλιφρονάς καταλαβαίνει τι σημαίνει η πρόσκληση. Απαντά ότι περιμένει τον κ. πρόεδρο στο σπίτι του, όπου «θα τα πουν πιο ήσυχα και πιο αναπαυτικά»... Ο Κυριάκος επικαλείται αδιαθεσία κι επιμένει για συνάντηση στη Βουλή. Αφού τελειώνουν οι διαβουλεύσεις, η υπουργική άμαξα του Καλλιφρονά ξεκινά και φτάνει στον περίβολο της Βουλής. Τα κουρτινάκια των παραθύρων της είναι κατεβασμένα. Μόλις σταματά, οι στρατιώτες ορμούν, ανοίγουν τις πόρτες και τι να δουν... Αντί για τον αναμενόμενο υπουργό, μέσα βρισκόταν κάποιος φίλος του, ο Αλκιβιάδης Καμπάς. Η «παγίδα» δεν είχε λειτουργήσει. Ή μάλλον, θα λειτουργούσε... αντίστροφα. Ο Καλλιφρονάς παραγγέλνει — μέσω του Καμπά; — στον Κυριάκο να έρθει στο σπίτι του, με την υπουργική άμαξα. Αυτός... δέχεται. Σε λίγο βρίσκεται εκεί. Οι δύο άντρες αρχίζουν τη συζήτηση. Μετά από ώρα ο Κυριάκος αποφασίζει να φύγει. Ο υπουργός τον κοιτά με ειρωνική ευγένεια και του λέει:
— Καλέ καθήστε να φάμε 
μαζί...
Ο άλλος καταλαβαίνει ότι «την πάτησε» και διαμαρτύρεται.
— Καλύτερα έτσι, του απα
ντά ο Καλλιφρονάς. Καλύτερα
να έχω εγώ εσάς αιχμάλωτο,
παρά εσείς εμένα. Στο κάτω — κάτω σας εχω στο σπίτι μου αναπαυτικότατα, ενώ εσείς ποιος ξέρει που θα με είχατε κλείσει...
Με την αιχμαλωσία του προέδρου της Γερουσίας, κάθε υποψία εξουσίας είχε εκλείψει. Η πόλη περνούσε πια στην πλήρη αναρχία. Από τη μια μεριά «εξουσίαζαν» οι Πεδινοί με το Βούλγαρη, τον Παπαδιαμαντόπουλο και το Λεωτσάκο. Από την άλλη μεριά «εξουσίαζαν» οι Ορεινοί με τον Κανάρη, το Γρίβα και τον Κορωναίο. Κι ο εμφύλιος πόλεμος εξακολουθούσε. Το αίμα έρρεε άφθονο και δεκάδες οικογένειες απορφανίζονταν...
Μέχρι τις 10 το πρωί της 20ης Ιουνίου δεν είχαν ξαναρχίσει — τουλάχιστον επίσημα — οι εχθροπραξίες. Κι ίσως να μην ξεκινούσαν ποτέ, μια και ήδη είχαν αρχίσει οι διαβουλεύσεις των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων. Ένα γεγονός θα «σπάσει» την προσωρινή εκεχειρία: είναι η επίθεση του Κορωναίου και των αντρών του κατά της Εθνικής Τράπεζας, που την «κρατούσαν» οι Πεδινοί. Πολλά γράφτηκαν για την επίθεση αυτή. Σύμφωνα με μια άποψη, ο Κορωναίος περνούσε, γύρω στις 10 η ώρα μπροστά από την Τράπεζα και πυροβολήθηκε από κάποιον χωροφύλακα της φρουράς της. Αυτό — λένε — στάθηκε η αφορμή της επίθεσης των Ορεινών. Άλλοι πάλι ισχυρίζονται ότι τα αίτια βρίσκονται αλλού. Ο Κορωναίος, θέλοντας να παρασύρει με το μέρος του όλο το λαό, ακόμα και τους οπαδούς των Πεδινών (που κρύβαν τον αρχιληστή Κυριάκο και τη συμμορία του), σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει την Τράπεζα σαν δόλωμα.
Έτσι, με μια κίνηση, θα ισχυροποιούσε την παράταξή του, θα αποδυνάμωνε τους αντιπάλους του και θα παγίδευε τους ληστές... Διέδωσε λοιπόν — λένε — ότι στην Τράπεζα φυλάγονταν 15.000.000 δραχμές. Θα την εκπορθούσε μαζί με το λαό και θ' ακολουθούσε λεηλασία... Καταλαβαίνει κανείς τι «ρίγη εθνικής συγκινήσεως» κατέλαβαν τα πλήθη των Ορεινών (ελάχιστοι Πεδινοί πείστηκαν από τη φήμη). Βέβαια, λέγανε, ο Κορωναίος έχει δίκιο. Τα λεφτά αυτά είναι δικά μας. Είναι ιδρώτας του λαού. Είναι το ψωμί μας, είναι οι κόποι μας... Κι έτσι συμπαρατάχτηκαν με τον Κορωναίο. Υπάρχει όμως και τρίτη εκδοχή για τα αίτια της επίθεσης. Όπως υποστήριξαν μερικοί, αποτέλεσε πράξη αντεκδίκησης του Κορωναίου κατά του διοικητή της τράπεζας Γεωργίου Σταύρου, που ήταν πιστός φίλος και οπαδός του Βούλγαρη. Από καιρό — λένε — περίμενε αυτή την ευκαιρία... Όπως και να έχουν τα πράγματα, όποια κι αν ήταν η αιτία, το γεγονός είναι ένα: στις 10 το πρωί της 20ης Ιουνίου 1863, οι Ορεινοί επιτέθηκαν για να εκπορθήσουν την «Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος». Όμως ας δούμε τα γεγονότα, σύμφωνα με τις πιο εξακριβωμένες πληροφορίες.

Καθώς ο Κορωναίος περνά μπροστά από την Εθνική Τράπεζα, δέχεται πυρβολισμό από έναν χωροφύλακα φρουρό, που βρίσκεται στον εξώστη του κτιρίου (προς την οδό Σταδίου). Μετά τον πυροβολισμό, ο χωροφύλακας κρύβεται, αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα της πράξης του. Ίσως και να πιστεύει ότι δεν έγινε και τίποτα το σπουδαίο. Δεν ήταν όμως έτσι.
Ο Κορωναίος, χωρίς να πάρει υπόψη του ότι την τράπεζα φύλαγαν άξεστοι χωροφύλακες, που δρούσαν πρωτοβουλιακά και όχι βάση κάποιου σχεδίου, ερμηνεύει τον πυροβολισμό σα σύνθημα έναρξης των εχθροπραξιών. Αποφασίζει λοιπόν ν' αναλάβει κι αυτός δράση. Καλεί μερικούς λόχους εθνοφυλάκων από το Βαρβάκειο (όπου ήταν στατοπεδευμένοι) και τους παρατάσσει σε θέσεις μάχης, έτσι ώστε να μην είναι εκτεθειμένοι στα πυρά των χωροφυλάκων της τράπεζας. Μετά δίνει το σύνθημα της επίθεσης. Ακούγεται μια φοβερή ομοβροντία και οι σφαίρες των εθνοφυλάκων μπήγονται στους τοίχους, στις πόρτες και στα παράθυρα του κτιρίου. Οι χωροφύλακες, οχυρωμένοι θαυμάσια πίσω από φράγματα και πολεμίστρες, ανταποδίδουν το πυρ και σκορπίζουν το θάνατο σε αρκετούς από τους επιτιθέμενους. Για αρκετή ώρα η μάχη περιορίζεται σε ανταλλαγή πυροβολισμών. Οι αντίπαλοι είναι πια καλά οχυρωμένοι κι οι απώλειες είναι γενικά λίγες. Ο Κορωναίος συνειδητοποιεί ότι κάθε απόπειρα για την εκπόρθηση της Τράπεζας είναι μάταιη. Οι πόρτες της είναι στέρεες και ερμητικά κλεισμένες. Είναι, ακόμα, ασφαλισμένες με σιδερένιους μοχλούς κι επικαλύμματα που κάνουν την παραβίαση τους αδύνατη. Αν είχε έστω κι ένα τηλεβόλο, όλα θα ήταν εύκολα. Όμως όλο το πυροβολικό είναι με την πλευρά των Πεδινών. Σκέφτεται να αξιοποιήσει τους πυροσβέστες που διαθέτει. Είναι οι μόνοι που μπορούν να παραβιάσουν τις πόρτες. Ετσι και κάνει.
Οι πυροσβέστες καλούνται βιαστικά και επιτίθενται γενναία κατά της τράπεζας με τσεκούρια και άλλα σιδερένια εργαλεία. Μερικοί κουβαλούν σκάλες, για να σκαρφαλώσουν στην οροφή του κτιρίου, απ' όπου θα ήταν δυνατή κι η άλωση του. Δεν καταφέρνουν όμως τίποτα. Οι πολιορκούμενοι χωροφύλακες — τριάντα όλοι κι όλοι — ήταν άντρες εμπειροπόλεμοι, συνηθισμένοι στις κακουχίες, σκληραγωγημένοι, γενναίοι κι αποφασισμένοι. Όλοι είχαν διαπρέψει στην καταδίωξη της ληστείας και ήταν ειδικά επιλεγμένοι για την περιφρούρηση της Τράπεζας. Η επιλογή τους είχε γίνει προσωπικά από το Λεωτσάκο, μετά από σύσταση του Βούλγαρη. Οι χωροφύλακες είχαν καταλάβει αμέσως το σχέδιο των πυροσβεστών και είχαν πάρει τα μέτρα τους. Τοποθετήθηκαν σε επίκαιρες θέσεις και περίμεναν. Με την έφοδο των πυροσβεστών, που ακολουθούνταν από λόχο εθνοφυλάκων και πλήθος ένοπλων Ορεινών, οι χωροφύλακες ρίχνουν στο «ψαχνό». Τα αποτελέσματα ήταν φοβερά. Πολλοί πέφτουν νεκροί στο χώρο της πλατείας, μπροστά από την Τράπεζα και περισσότεροι λαβωμένοι. Την πρώτη έφοδο ακολουθούν άλλες δύο. Κανένα αποτέλεσμα. Μεγαλώνει απλώς ο αριθμός των θυμάτων.
Γύρω στις 10.30 οι Πεδινοί που βρίσκονταν σε άλλα σημεία της πόλης, αρχίζουν να κατευθύνονται στην περιοχή των συγκρούσεων, ειδοποιημένοι από τους πυροβολισμούς. Ταυτόχρονα οι δυνάμεις των Ορεινών μεγαλώνουν, με νέες ενισχύσεις. Στις τάξεις των Ορεινών — όπως είχε υπολογίσει και επιδιώξει ο Κορωναίος — μπαίνουν και όλα τα κοινωνικά κατακάθια της Αθήνας, όλος ο υπόκοσμος, όλοι οι επαγγελματίες κακοποιοί. Ο χρυσός της τράπεζας τους ηλέκτριζε, το όραμα του λεηλατημένου θησαυροφυλακίου τους ενθουσίαζε. Κάθε φόβος και κάθε δισταγμός υποχωρούσε μπροστά στον πόθο της διαρπαγής τόσων εκατομμυρίων (σημ. 15 εκατομ. δρχ. της εποχής εκείνης αντιστοιχούν σήμερα — 1983 —με 2,1 δισεκατ. δρχ. περίπου).
Στις 11 η ώρα η μάχη έχει γενικευτεί κι οι δυνάμεις των εμπολέμων διαρκώς μεγαλώνουν. Στρατιώτες, εθνοφύλακες, πυροσβέστες, χωροφύλακες, πολίτες, λωποδύτες και πλιατσικολόγοι, συγκρούονται σε μια έκταση που ξεκινά από την οδό Αιόλου και φτάνει στην πλατεία Ομονοίας.

Τα σπίτια και οι γύρω μάντρες έχουν καταληφθεί κι έχουν μετατραπεί σε μικρά φρούρια των δύο παρατάξεων. Ξαφνικα ακούγονται κραυγές τρόμου και απόγνωσης από την πλατεία Ομονοίας.
― Έρχονται τα κανόνια...
― Φυλαχτήτε, θα μας σκο
τώσουν...
Πανικός σ' όλο το πεδίο των επιχειρήσεων και κυρίως στο χώρο μπροστά από την τράπεζα. Οι Ορεινοί κακήν κακώς τρέχουν να γλυτώσουν και κρύβονται όπου μπορούν. Και δεν έχουν άδικο. Οι Πεδινοί, βλέποντας ότι όλη η εμπόλεμη δύναμη των Ορεινών ήταν συγκεντρωμένη στην τράπεζα, είχαν φροντίσει να ειδοποιήσουν με κάθε τρόπο όσους δικούς τους μπορούσαν. Επίσης, είχαν ζητήσει την άμεση επέμβαση του πυροβολικού. Ο Παπαδιαμαντόπουλος ανταποκρίθηκε αμέσως στην έκκληση. Έστειλε στην περιοχή των συγκρούσεων τρία τηλεβόλα, με τον Σμόλεντς. Αυτός παρέταξε τη δύναμη του στα Χαυτεία κι άρχισε να κανονιοβολεί τους Ορεινούς, που δεν τολμούσαν τώρα να βγουν από τις κρυψώνες τους. Ταυτόχρονα, νέες σημαντικές ενισχύσεις έρχονται για τους Πεδινούς.
Είναι η συμμορία του αρχιληστή Κυριάκου. Η κατάσταση έτσι φτάνει στα σημεία του παράλογου. Στρατός και λωποδύτες από τη μια μεριά, ληστές και χωροφύλακες από την άλλη. Κι όλοι στη μάχη της τράπεζας. Ποιος θα το φανταζόταν ότι ο λήσταρχος Κυριάκος, ο φόβος κι ο τρόμος της Αττικής, που δε ζούσε παρά με το όραμα της λεηλασίας του δημόσιου χρήματος, θα προσκαλιόταν τώρα για να... υπερασπιστεί την Εθνική Τράπεζα. Και να την υπερασπιστεί από ποιόν; Από τον... υπουργό Στρατιωτικών, που επεδίωκε την άλωση και καταλήστευση της...
— Πανάθεμά σας, έκραξε ορ
γισμένος ο ληστής. Πανάθεμά 
σας που θα πατήσετε την Τράπεζα. Ο αρχηγός των παλληκαριών του κατέλαβε ένα σπίτι απέναντι από το κτίριο της τράπεζας κι από κει άρχισε να βάλει κατά των Ορεινών. Μια ομάδα Πεδινών, συγχρόνως, οχυρώθηκε σε άλλο σπίτι κι άρχισε κι αυτή καταιγιστικό πυρ.
Η θέση των Ορεινών τώρα γίνεται τραγική. Κανονιοβολούνται από τα Χαυτεία και πυροβολούνται από όλες τις πλευρές. Αναγκάζονται πια να σταματήσουν κάθε έφοδο και σιγά ― σιγά υποχωρούν προς το Βαρβάκειο, όπου ήταν το στρατόπεδο τους. Στην κρίσιμη αυτή φάση της μάχης ο Κορωναίος καταλαβαίνει πως αν δεν κατορθώσει να επιβάλει σιγή στα τηλεβόλα των Πεδινών, τον περιμένει καταστροφή. Οι άντρες του είναι ανυπεράσπιστοι μπροστά στο πυροβολικό του Σμόλεντς και συνεχώς λιγοστεύουν... Το σχέδιο του ήταν καλό. Φωνάζει μερικούς πυροσβέστες, άριστους σκοπευτές, και τους αναθέτει να καταλάβουν ένα σπίτι στα Χαυτεία, που ανήκε σε γνωστό Ορεινό. Από το σημείο αυτό βέβαια δεν ήταν δυνατό ούτε να ενισχύσει κανείς τους Ορεινούς που βρίσκονταν ακόμα στο χώρο της τράπεζας, αλλά ούτε και να πετύχει κάποια σοβαρή αντιπερισπαστική ενέργεια. Ο σκοπός ήταν άλλος. Από τα παράθυρα του σπιτιού των Χαυτείων οι πυροσβέστες θα μπορούσαν εύκολα να σκοπεύσουν τους χειριστές των τηλεβόλων και με μια επιτυχημένη ομοβροντία να τους εξολοθρεύσουν. Έτσι, έστω και για λίγο, η κατάσταση θα άλλαζε και οι Ορεινοί θα καταλάμβαναν και πάλι τις παλιές τους θέσεις. Οι πυροσβέστες κατορθώνουν, κινούμενοι πίσω από το πεδίο των μαχών, να φτάσουν στα Χαυτεία και να καταλάβουν το προσδιορισμένο σπίτι. Παίρνουν θέσεις, σημαδεύουν και πυροβολούν ταυτόχρονα. Το σχέδιο του Κορωναίου πετυχαίνει απόλυτα. Οι δύστυχοι χειριστές των τηλεβόλων πέφτουν νεκροί κι οι Πεδινοί χάνουν το σημαντικότερο όπλο τους... Ο Κορωναίος παρακολουθεί με προσοχή την επιχείρηση των πυροσβεστών. Μόλις τα τηλεβόλα σιγούν, διαιρεί τους άντρες του σε δυο ομάδες και διατάζει γενική έφοδο. Η μια ομάδα, με λόγχες, σπαθιά και πιστόλια, επιτίθεται κραυγάζοντας κατά των Πεδινών που βρίσκονταν στα Χαυτεία και στην πλατεία Ομονοίας. Η άλλη ομάδα εξορμά κατά της Εθνικής Τράπεζας.
Οι συγκρούσεις στην περιοχή της Ομόνοιας είναι σκληρές. Οι Πεδινοί αμύνονται απελπισμένα στις αλλεπάλληλες εφόδους των αντιπάλων τους, μα τελικά αναγκάζονται να υποχωρήσουν. Φοβούνται τώρα μήπως τα τηλεβόλα τους περάσουν στα χέρια του «εχθρού». Ο Σμόλεντς, με άντρες που παίρνει από τον Παπαδιαμαντόπουλο, ζεύει τα τηλεβόλα σε άλογα και τα κουβαλά μακρυά από το πεδίο της μάχης... Οι Ορεινοί που επιτίθενται κατά της τράπεζας, δέχονται μεγάλες απώλειες. Πυροβολούνται από τρεις κατευθύνσεις: από τους πολιό ρκούμενους χωροφύλακες, από τους ληστές κι από άλλη ομάδα οχυρωμένων Πεδινών. Τελικά αναγκάζονται κι αυτοί να υποχωρήσουν άτακτα... Ένας από τους χωροφύλακες της τράπεζας παίρνει τότε θάρρος. Θέλοντας, να περιγελάσει τους' πανικόβλητους Ορεινούς, ανεβαίνει στην οροφή της τράπεζας και γυρίζοντας τους τα οπίσθια, κραυγάζει:
— Ου να μου χαθείτε... αυτός μωρέ σας έβαλε στο κυνήγι...
Ξαφνικά όμως ο χωροφύλακας ταλαντεύεται και πέφτει μπρούμυτα. Ήταν νεκρός. Μια σφαίρα τον είχε βρει στον αυχένα. Το πτώμα του θα έμενε εκεί μέχρι το τέλος των πολεμικών επιχειρήσεων. Γύρω στο μεσημέρι η μάχη μπροστά στην τράπεζα εξακολουθεί ακόμα. Όχι όμως με την ίδια λύσσα. Πολλοί από τους εμπόλεμους διακόπτουν και γυρίζουν στο σπίτι τους για... να φάνε. Η τελευταία πληροφορία μου δόθηκε από κάποιο ηλικιωμένο Αθηναίο, που είχε πάρει μέρος στις συγκρούσεις εκείνες, απλώς και μόνο για να λεηλατήσει το δημόσιο χρήμα...
Ενώ οι μάχες στην Ομόνοια, στα Χαυτεία και στην Τράπεζα συνεχίζονται, οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων — Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας — βρίσκονται σε συννενόηση για τη στάση που πρέπει να κρατήσουν απέναντι στους αντιμαχόμενους και για τα μέτρα που πρέπει να πάρουν έτσι ώστε να σταματήσουν οι συγκρούσεις. Οι διαβουλεύσεις γίνονται με τους γραμματείς των πρεσβειών και δεν μπορούν να καταλήξουν γρήγορα — όπως χρειαζόταν — σε αποτέλεσμα. Έτσι, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Φλουδώφ, αναλαμβάνει πρωτοβουλίες: καλεί τους συναδέλφους του σε σύσκεψη, στο μέγαρο της ρωσικής πρεσβείας, και τους εξηγεί ότι πρέπει να υπάρξει από όλους κάποια επέμβαση. Ο πρεσβευτής της Αγγλίας Σκάρλετ και της Γαλλίας Βουρέ συμφωνούν. Πιστεύουν κι αυτοί ότι χωρίς κάποια εξωτερική επέμβαση δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί σταμάτημα του αιματοκυλίσματος. Σπεύδουν λοιπόν να αποδεχτούν την πρόταση του Ρώσου διπλωμάτη. Σε λίγο μπαίνουν στ' αμάξια τους — στο καθένα υπάρχει σημαία της κάθε Δύναμης — και συνοδευόμενοι από τους γραμματείς του κατευθύνονται στη ρωσική πρεσβεία. Στο δρόμο βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια τη φοβερή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η πρωτεύουσα. Ο Ρώσος πρεσβευτής παίρνει πρώτος το λόγο:
— Αυτά που συμβαίνουν, κύριοι, από προχτές στην Ελλάδα είναι αίσχος και για τους Έλληνες και για μας, που ανεχόμαστε να γίνονται μπροστά στα μάτια μας. Λυπάμαι αυτό το λαό που ξεκίνησε ένα εμφύλιο πόλεμο, όχι γιατί υποκινήθηκε από κάποιο πατριωτικό αίσθημα — έστω κι από τα κακώς εννοούμενα, που πολλές φορές σπαράζουν το κάθε έθνος — αλλά για να υποστηρίξει τους αρχομανείς πολιτικούς του. Τους πολιτικούς που απλώς ενδιαφέρονται να αφαιρούν την εξουσία από εκείνους που την κατέχουν. Ακόμα περισσότερο, κύριοι, λυπάμαι εκείνους τους άντρες που αγωνίστηκαν στον ευγενικό εθνικό τους αγώνα για να καταλήξουν σήμερα σ' αυτό το κατάντημα...
— Συμφωνώ σε όλα, απάντησε ο Σκάρλετ νομίζει κανείς ότι ο αληθινός πατριωτισμός εξορίστηκε από αυτή τη χώρα.
— Πραγματικά εξορίστηκε, πρόσθεσε ο Βουρέ ξέρετε τι μου απάντησε ο Βούλγαρης, όταν του σύστησα να σταματήσει — από της δική του μεριά — το στασιαστικό κίνημα; Μου είπε ότι αδυνατεί να κάνει οποιαδήποτε σχετική συννενόηση, επειδή είναι αναρμόδιος. Με παρέπεμψε να μιλήσω με τους στρατιωτικούς...
— Αυτό είναι αυθάδεια που δεν πρέπει να μείνει αναπάντητη. Έχουμε καθήκον να πείσουμε τον ελληνικό λαό, που έχει παρασυρθεί, φανατιστεί, εξαπατηθεί και τώρα αλληλοσπαράσσεται...
Και μετά τα λόγια του αυτά, ο Βλουδώφ, ανοίγει ένα από τα παράθυρα της πρεσβείας και δείχνοντας στους συνομιλητές του το Λυκαβηττό, συνεχίζει:
— Παρατηρήστε κύριοι, να ένας αξιωματικός και μερικοί στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Αγωνίζονται ν' ανεβάσουν στην κορυφή του λόφου ένα τηλεβόλο. Γιατί; Για να χτυπήσουν ποιος ξέρει ποιον... Είναι φοβερό. Αυτή τη στιγμή πήρα ακριβές πληροφορίες για τα όσα συμβαίνουν μπροστά από την Εθνική Τράπεζα. Ο Κορωναίος επιμένει να την εκπορθήσει για να κορέσει το μίσος του κατά του Γεωργίου Σταύρου. Για να πετύχει το σκοπό του, εξαπατά τον αθηναϊκό λαό, βεβαιώνοντας τον ότι θα του μοιράσει τα χρήματα που βρίσκονται εκεί. Φανταστείτε, κύριοι, σε ποιο σημείο έφτασε η ασφάλεια αυτής της χώρας, με τους ληστές να περιφέρονται στους δρόμους, απειλώντας, διαρπάζοντας και σκοτώνοντας. Όλοι έχουν ξεχάσει το παρελθόν τους και τις υπηρεσίες που μέχρι τώρα πρόσφεραν στην πατρίδα τους. Ο ένδοξος Κανάρης, λησμονώντας ότι ο ίδιος και το έργο του ανήκουν στην ιστορία, μπαίνει επικεφαλής ανταρτών κι έχει στο πλευρό του τον ήρωα Γρίβα. Ο Βούλγαρης, από την άλλη μεριά, επιδιώκει την εξόντωση του Κανάρη. Και ο ένας και ο άλλος ωθούν τους οπαδούς τους στη σφαγή. Να σε τι απελπιστικό σημείο βρίσκεται η χώρα της οποίας είμαστε προστάτες...
Τελεσίγραφο... αλλά σε ποιόν;
— Ότι με εξοργίζει περισσότερο από κάθε άλλο, κραύγασε ο Σκάρλετ, είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί στερούνται του πατριωτισμού εκείνου, που τόσο επίμονα αρνιούνταν στον Όθωνα.
— Ο Όθων πατριώτης... ψιθύρισε ειρωνικά ο Γάλλος πρεσβευτής.
— Ας μη ζητάμε, κύριοι, να κρύψουμε κι από τους εαυτούς μας την αλήθεια. Ο Όθων απέδειξε ότι είχε πατριωτικά αισθήματα και μάλιστα για μια χώρα που δεν ήταν η πατρίδα του. Κι έφυγε με ύμνους για την Ελλάδα και με ευχές για τη δόξα της. Έφυγε, ενώ αν ήθελε μπορούσε να μείνει ακόμα, να μείνει για πάντα. Οι φίλοι του από τη Μάνη κι από τήν Καλαμάτα τον προσκαλούσαν να πάει εκεί. Αν πήγαινε όλα θα ήταν διαφορετικά. Ο στρατός που ήταν ακόμα πιστός στη δυναστεία θα συσπειρωνόταν γύρω του, η επανάσταση θα εξασθενούσε κι ο θρόνος θα σωζότανε...
— Δεν το έκανε όμως.
— Δεν το έκανε για να μη γίνει αιματοχυσία. Που ακούστηκε, κύριοι, αναίμακτη κατάλυση δυναστείας και αναίμακτη έξωση βασιλιά που βασίλεψε επί τριάντα συνεχή χρόνια; Νά γιατί πιστεύω ότι ο Όθων είχε περισσότερο πατριωτισμό από εκείνον που έχουν ορισμένοι πολιτικοί. Κι αδιαφορώ αν οι πολιτικοί αυτοί ονομάζονται Κανάρης, Γρίβας, Βούλγαρης ή όπως αλλιώς...
Μετά από πολύωρη συζήτηση, οι πρεσβευτές αποφασίζουν να απειλήσουν με τελεσίγραφο τις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Προτείνεται το τελεσίγραφο αυτό να παραδοθεί με έγγραφο.
Αλλά σε ποιόν; Στον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης; Όμως αυτός ήταν αιχμάλωτος στο σπίτι του Καλλιφρονά. Στην κυβέρνηση; Όμως δεν υπήρχαν πια ούτε πρωθυπουργός, ούτε υπουργοί. Καμιά άλλη επίσημη και αναγνωρισμένη αρχή δε λειτουργούσε, ικανή να προχωρήσει σε διαβουλεύσεις με τις δύο πλευρές. Από την άλλη πλευρά, θα ήταν αδιανόητο να γίνει επίδοση διπλωματικού εγγράφου σε ανθρώπους που δεν αντιπροσώπευαν καμιά εξουσία.

Στις συνθήκες αυτές οι πρεσβευτές καταλήγουν στην απόφαση να προχωρήσουν σε προφορικό τελεσίγραφο, προς τους πολιτικούς αρχηγούς και προς τους στρατιωτικούς ηγέτες των δύο παρατάξεων. Το δύσκολο αυτό καθήκον ανατέθηκε στους γραμματείς των πρεσβειών. Αυτοί ανέβηκαν σε μια άμαξα (στην οποία κυμάτιζαν και οι τρεις σημαίες των Δυνάμεων) και κατευθύνθηκαν αρχικά προς την Εθνική Τράπεζα, όπου συνεχιζόταν ακόμα η μάχη. Ήταν περίπου 3 μετά το μεσημέρι.
Από τη στιγμή που ο Κορωναίος κατόρθωσε, με τους πυροσβέστες του, να εξοντώσει τους πυροβολητές των Πεδινών, τα πράγματα πήραν —όπως είπαμε— ευνοϊκότερη τροπή για τους Ορεινούς. Οι έφοδοι τους, όμως, κατά της Τράπεζας δεν μπορούσαν να καρποφορήσουν. Το πυρ των χωροφυλάκων, των ληστών και των άλλων Πεδινών, δημιουργούσε ένα απροσπέλαστο τείχος. Ο Κορωναίος παίρνει πια την απόφαση να μη διστάσει μπροστά σε καμιά θυσία. Έπρεπε οπωσδήποτε να καταλάβει την τράπεζα, πριν οι αντίπαλοι του ενισχυθούν με νέα τηλεβόλα του Παπαδιαμαντόπουλου. Καλεί από το Βαρβάκειο δύο λόχους εθνοφυλάκων, καλεί από τα Χαυτεία τους πυροσβέστες, προσθέτει και τα υπόλοιπα τμήματα των Ορεινών και δημιουργεί μια ισχυρή δύναμη από 800 περίπου άντρες. Τους μιλά, μετά, για να τους ενισχύσει το ηθικό και τους διατάζει για νέα επίθεση κατά της τράπεζας. Το πλήθος εξορμά με αλλαλαγμούς. Παρ' όλο το εξοντωτικό πυρ του «εχθρού» και τις μεγάλες απώλειες, φτάνει στη μεγάλη πόρτα του κτιρίου. Όλοι αρχίζουν να χτυπούν με τσεκούρια κι άλλα σιδερένια εργαλεία.
Ταυτόχρονα, οι πυροσβέστες τοποθετούν σκάλες στους τοίχους και σκαρφαλώνουν. Πολλοί απ' αυτούς δέχονται σφαίρες των Πεδινών και γκρεμίζονται... Οι χωροφύλακες της τράπεζας βρίσκονται τώρα σε δύσκολη θέση. Χωρίς την υποστήριξη του πυροβολικού, δε δείχνουν ότι θ' αντέξουν για πολύ. Πυροβολούν ασταμάτητα, μέχρι που τα όπλα πολλών πυρακτώνονται. Σκοτώνουν όσους περισσότερους μπορούν. Αλλά οι Ορεινοί είναι αποφασισμένοι. Δεν υποχωρούν.
— Κουράγιο μωρέ σκυλιά, φωνάζει ο Κυριάκος στους ληστές του, κουράγιο και μας πήραν την τράπεζα...
Όλα τώρα δείχνουν ότι η στιγμή της εκπόρθησης είχε φτάσει. Σε λίγο, το μεγαλύτερο πιστωτικό ίδρυμα του κράτους θα βρίσκεται στα χέρια του μαινόμενου όχλου. Εκατομμύρια δραχμές —που αντιπροσωπεύουν ολόκληρες περιουσίες ιδιωτών και ανυπολόγιστα κρατικά συμφέροντα— θα καταληστεύονταν. Χρειαζόταν τώρα ένα θαύμα για ν' αποφευχθεί η λεηλασία.
Και πάλι τα κανόνια...
Και το θαύμα έγινε. Ενας λόχος από το τάγμα του Πεδινού Λεωτσάκου κατεβαίνει τρέχοντας την οδό Σταδίου, φτάνει στα Χαυτεία και με πυκνό πυρ διώχνει από κει τους ιππείς του Κορωναίου. Από εκεί αρχίζει να βάλει κατά του πλήθους των Ορεινών που βρίσκονταν στην Τράπεζα. Την ίδια στιγμή, ένα βλήμα τηλεβόλου πέφτει στη μέση της πλατείας, μπροστά από το κτίριο. Σκάει με τρομερό θόρυβο, σπέρνοντας πανικό στους Ορεινούς, που υποχωρούν και πάλι άτακτα, βγάζοντας απεγνωσμένες κραυγές.
— Φυλαχτήτε,ήρθαν τα κανόνια πάλι...
Τι είχε συμβεί όμως; Ο Σμόλεντς, με βάση τις διαταγές που είχε πάρει, κατόρθωσε να ανεβάσει ένα τηλεβόλο στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Το εγκατέστησε εκεί — όπου δεν υπήρχε κίνδυνος να δει πάλι τους πυροβολητές του να εξοντώνονται από τους άντρες του Κορωναίου— και σκόπευσε με προσοχή. Η βολή προς την πλατεία, μπροστά στην Τράπεζα, ήταν κάτι περισσότερο από επιτυχημένη. Έτσι οι Ορεινοί, βλέπουν και πάλι τη νίκη να φεύγει από τα χέρια τους. Την τελευταία στιγμή... Και δεν ήταν μόνο αυτό. Κανονιοβολούμενσι από το Λυκαβηττό, είναι αναγκασμένοι να αναδιπλωθούν. Κινδυνεύουν τώρα να αποδεκατιστούν ολοκληρωτικά. Ο Κορωναίος το καταλαβαίνει. Κάτω από τις βρισιές και τα γιουχαίσματα των χωροφυλάκων και των ληστών, διατάζει τους άντρες του να υποχωρήσουν και να χωθούν πάλι στις κρύπτες τους. Βλέπει πια ότι δεν περιμένει από πουθενά βοήθεια, ότι δεν έχει ελπίδες νίκης. Και θα πρέπει να εγκαταλείψει το «ωραίο όνειρο» να αλώσει την Τράπεζα και να λεηλατήσει τα εκατομμύρια της... Η μάχη πάντως ανάμεσα στους Ορεινούς και στους Πεδινούς εξακολουθεί ακόμα.
Γύρω στις 3 η ώρα, κι ενώ οι φονικές συγκρούσεις συνεχίζονται, κατεβαίνει την οδό Σταδίου η άμαξα με τους γραμματείς των πρεσβειών. Φτάνει στα Χαυτεία, στο λόχο του Λεωτσάκου, και σταματά. Ο διερμηνέας του Ρώσου γραμματέα ρωτάει έναν από τους αξιωματικούς:
— Ποιος είναι αρχηγός σας εδώ;
— Ο Παπαδιαμαντόπουλος.
— Πρέπει να τον δούμε.
Οι άντρες του τρέχουν και τον φωνάζουν. Συναντιέται με τους γραμματείς.
— Κύριε, του λέει ο Ρώσος. Έχουμε εντολή να σας κάνουμε γνωστό, ότι πρέπει αμέσως να προχωρήσετε σε 48ωρη ανακωχή με τους αντιπάλους σας.
— Με τι σκοπό;
— Με το σκοπό να συνέλθει στο μεταξύ η Εθνοσυνέλευση και να βρει κάποιο συμβιβασμό.
Κι επειδή ο Παπαδιαμαντόπουλος δε φαίνεται ν' ακούει μ' ευχαρίστηση την απόφαση των πρεσβευτών, ο γραμματέας συνέχισε σε σκληρότερο ύφος:
— Έχουμε επίσης εντολή να σας ανακοινώσουμε επίσημα, ό τι αν δε συνομολογηθεί μέσα σε μια ώρα η ζητούμενη ανακωχή, οι πρεσβευτές των Δυνά μεων θα διατάξουν τους υπηκόους τους να εγκαταλείψουν τη χώρα αυτή. Κατόπιν, θα έρθουν ναυτικά αγήματα στην Αθήνα και θα την καταλάβουν εν ονόματι των Δυνάμεων. Τέλος, οι τρεις προστάτιδες Δυνάμεις θα σταματήσουν κάθε σχέση με τη χώρα σας και οι πρεσβευτές τους θα την εγκαταλείψουν. Και συμπλήρωσε:
— Είσθε αξιωματικός κύριε. Αγωνιστήκατε για την ελευθερία της πατρίδας σας. Τώρα πρέπει να κάνετε ότι σας συμβουλεύσει η φωνή του καθήκοντος σας.
— Στην περίπτωση αυτή κύριοι, απάντησε ο Παπαδιαμαντόπουλος, σας δίνω το λόγο της τιμής μου ότι θα δεχτώ την ανακωχή, με την προϋπόθεση ότι θα τη δεχτεί και ο Κορωναίος. Ποιος όμως θα συνεννοηθεί μ' αυτόν;
— Εμείς, του λένε οι γραμματείς.
Έτσι κι έκαναν. Διατάζουν τον αμαξά τους να προχωρήσει προς την Εθνική Τράπεζα. Ευτυχώς μόλις οι αντίμαχομενοι βλέπουν τις σημαίες των τριών Δυνάμεων, σταματούν τους πυροβολισμούς. Καταλαβαίνουν ότι οι πρεσβευτές πρέπει να διακινδύνευαν τη ζωή των γραμματέων τους, στέλνοντας τους μέσα στο πεδίο των μαχών. Ο Κορωναίος καλείται και ακούει, με τη σειρά του, τις προτάσεις των πρεσβευτών. Όπως ο Παπαδιαμαντόπουλος, δε θέλει κι αυτός ν' αναλάβει την ευθύνη για τη μη συνομολόγηση της ανακωχής, αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν μια καινούρια κατοχή της χώρας από ξένα στρατεύματα... Δέχεται την παύση των επιχειρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, λίγο μετά τις 3 η ώρα, της 20ης Ιουνίου, συνομολογείται 48ωρη ανακωχή. Καθένας από τους αντίπαλους αποσύρεται στους στρατώνες του. Από τη στιγμή αυτή λήγει ουσιαστικά κι ο τριήμερος αδελφοκτόνος αγώνας, που είχε στοιχίσει τη ζωή σε περισσότερα από 200 άτομα και παραλίγο να ρίξει την Ελλάδα ολόκληρη στα δεινά ενός πολύχρονου εμφύλιου σπαραγμού. Κι αυτό επειδή ο ένας πολιτικός ήθελε να υποσκελίσει τον άλλο. Επειδή το υπαγόρευαν τα προσωπικά μίση κι οι προσωπικές φιλοδοξίες ορισμένων...
Το απόγευμα της ίδιας μέρας αφήνεται ελεύθερος ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης Κυριάκος, που ήταν αιχμάλωτος —με όλες τις ανέσεις— στο σπίτι του Καλλιφρονά. Το Σώμα καλείται σε συνεδρίαση για τις 21 Ιουνίου. Από τη σύναψη της ανακωχής η πόλη ζει, στο μεταξύ, σε μια σχετική τάξη. Οι πυροβολισμοί έχουν πάψει σχεδόν τελείως. Μόνο που και που ακούγονται μερικοί κι αυτοί μακριά από το κέντρο. Νέα θύματα δεν υπάρχουν. Κανείς δε θα σκοτωθεί και δε θα τραυματιστεί μετά απο την ανακωχή. Η πόλη φαίνεται να συνέρχεται. Μερικά μαγαζιά ξανανοίγουν. Κάποια κίνηση αρχίζει και πάλι στους δρόμους.
Αλλά η προσοχή του κόσμου είναι στραμμένη στους νεκρούς. Στους τόσους νεκρούς κι απ' τις δυο πλευρές... Οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν στρατιώτες από την επαρχία. Κηδεύονται οι δυστυχείς, χωρίς να προκαλέσουν την προσοχή και το ενδιαφέρον κανενός.
Στους νεκρούς περιλαμβάνονται όμως και πολλοί Αθηναίοι, άλλοι αγαθοί νοικοκυραίοι κι άλλοι γόνοι γνωστών οικογενειών της πρωτεύουσας. Γι' αυτούς ακούγονται από παντού θρήνοι. Την επόμενη μέρα από την ανακωχή, η πόλη εμφανίζει ένα φριχτό κι άγριο θέαμα. Κηδείες διασχίζουν τους δρόμους προς όλες τις κατευθύνσεις κι από παντού ακούγονται ψαλμωδίες, κραυγές απόγνωσης και μοιρολόγια... Στην ατμόσφαιρα αυτή, πολλοί δείχνουν μετανιωμένοι για την έξωση του Όθωνα. Μια μερίδα πολιτών, αγανακτισμένη για την αναρχούμενη εικόνα της χώρας, διαμαρτύρεται για την καθυστέρηση του ερχομού του νέου βασιλιά. Πιστεύει ότι η παρουσία του θα δώσει τέρμα στα δεινά και θα οδηγήσει τη χώρα στην ευνομία και στην πρόοδο... Μια πρόοδο που είχε ανακοπεί από τότε που έγινε κατορθωτή η έξωση του Όθωνα, του βασιλιά που είχε θεωρηθεί υπεύθυνος για όλες τις ατυχίες του τόπου. Τώρα τα πράγματα έρχονταν να επιβεβαιώσουν ορισμένα λόγια του, που ξεστόμισε πάνω στο πλοίο «Αμαλία» τη στιγμή που έπαιρνε την απόφαση να φύγει οριστικά.
— Όσο βρίσκομαι στην Ελλάδα, οι Ελληνες δε θα καταλάβουν ποτέ πως δεν είμαι εγώ ο
αίτιος των δεινοπαθημάτων της χώρας.
Τα λόγια του αυτά έρχονταν τώρα στη μνήμη πολλών, που δικαίωναν —μετά από 9 μήνες— τον πρώην βασιλιά και έβλεπαν πως τα αίτια της κακοδαιμονίας τους βρίσκονταν στις κομματικές διαμάχες, στα προσωπικά μίση και στην αρχομανία των πολιτικών ανδρών.
Νέες προετοιμασίες για αλληλοσφαγή...
Παρ' όλη την ησυχία που ακολούθησε την ανακωχή και την επάνοδο της αθηναϊκής ζωής στον καθημερινό της ρυθμό, μια ανησυχία είναι διάχυτη παντού. Οι πιο αισιόδοξοι πιστεύουν ότι ο εμφύλιος πόλεμος έχει λήξει, οι περισσότεροι όμως Αθηναίοι φοβούνται ακόμα. Ο Κορωναίος, επωφελούμενος της ανακωχής, γυμνάζει τους εθνοφυλακές του και στρατολογεί νέους. Ο αρχιληστής Κυριάκος βρίσκεται ακόμα μέσα στην πρωτεύουσα, έτοιμος να ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες. Ο Παπαδιαμαντόπουλος ελέγχει ακόμα το πυροβολικό και περιμένει απλώς κάποια διαταγή του Βούλγαρη για να επαναλάβει τους κανονιοβολισμούς. Ο Λεωτσάκος μετακινεί από δω κι από κει το τάγμα του. Η χωροφυλακή εξακολουθεί να κατέχει τα ανάκτορα. Κι οι εθνοφύλακες την Ακρόπολη...
Οι δυνάμεις, αυτές δεν ελέγχονται από καμιά κυβέρνηση — δεν υπάρχει— αλλά εκτελούν τις διαταγές αυτού ή εκείνου του προσώπου, που ασκεί πάνω τους επιρροή. Επειδή πάντα υπάρχει ο φόβος να επαναληφθούν οι συγκρούσεις, οι ξένοι υπήκοοι έχουν σηκώσει, στα σπίτια που μένουν, σημαίες των χωρών τους. Βλέποντας κανείς την πόλη από ψηλά, με τέτοιο πολύχρωμο σημαιοστολισμό, θα νόμιζε ότι τώρα γιορτάζει κάποια χαρά, κάποιο πανηγύρι.

Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν οι πληρεξούσιοι της Εθνοσυνέλευσης άρχισαν να συγκεντρώνονται στο Βαρβάκειο. Σε λίγο κατόρθωσαν να έχουν απαρτία. Πριν από την έναρξη της συνεδρίασης, οι πρεσβευτές της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας επιδίδουν ταυτόσημη διακοίνωση - τελεσίγραφο προς τον πρόεδρο της Εθνοσυνέλευσης. Έλεγε η διακοίνωση εκείνη:
«Οι υπογεγραμμένοι ανακοινούσι εις τον πρόεδρον της Συνελεύσεως την διακήρυξιν ότι, εάν εντός των 48 ωρών της ανακωχής των όπλων, αι εχθροπραξίαι επαναληφθώσι, θέλουσι προσκαλέση τους συμπατριώτας τους, και θέλουσι διακόψη πάσαν σχέσιν προς χώραν, εν τη οποία εγένετο τόσον κακή χρήσις της ανδρείας, και από την οποίαν, ο αληθής πατριωτισμός φαίνεται εξορισθείς δια παντός».
Παρακάτω, το κείμενο των πρεσβευτών έλεγε, σε σκληρή γλώσσα, ορισμένες πικρές αλήθειες, που, όσο κι αν είναι κανείς πατριώτης, δεν μπορεί ν' αμφισβητήσει:
«Οι υπογεγραμμένοι, ενεργούντες δια την διακοπήν των εχθροπραξιών παρά τοις αρχηγοίς των διαμαχομένων μερίδων, εξεπλήρωσαν μόνον πρώτον τι καθήκον, υπολείπεται δε εις αυτούς να εκφρασθώσι προς την Εθνοσυνέλευσιν κατά τρόπον του οποίου την αυστηρότητα δεν δύναται να ελάττωση η προς την Ελλάδα ζωηρά ημών συμπάθεια, διότι δεν διστάζουσι να διαβεβαιώσωσιν, ότι κατά την γνώμην αρτών, η φρίκη του αδελφοκτόνου πολέμου, καταπαύσαντος δια των προσπαθειών των, δεν δύναται να δικαιολογηθή ούτε καν από τα πατριωτικά εκείνα αισθήματα, άπερ πολλάκις όπλισαν τα μέλη ενός και του αυτού έθνους τα μεν κατά των δε' ενταύθα δεν υπάρχουσι -οι υπογεγραμμένοι διακηρύττουσι μεγαλοφώνως ότι τοιαύτη είναι η ομόφωνος πεποίθησίς των- ειμή ένοχοι φιλοδοξίαι, των οποίων ουδέν αποκρύπτει την βαθείαν αθλιότητα, και αι οποίαι διαφιλονικούσιν εφήμερον εξουσίαν επί κινδύνω του να ρίψωσι το έθνος ολόκληρον εις άβυσσον, εν τη οποία δύνανται να καταποντισθώσι αι τυχαι αυτων.
Ο πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης σπεύδει να στείλει αντίγραφα της διακοίνωσης στο Βούλγαρη και στον Κανάρη, τους αρχηγούς των αντιπάλων πολιτικών μερίδων. Επιτρέπει, ακόμα, να διαβαστεί από τους πληρεξούσιους.
Είναι βέβαιο, ότι το ράπισμα που έδωσαν οι ξένοι πρεσβευτές προς τους Έλληνες πολιτικούς, «έτσουξε» όχι μόνο τους πληρεξούσιους που ακολουθούσαν τη μια ή την άλλη παράταξη, αλλά και τους ίδιους τους πολιτικούς τους αρχηγούς. Οι ευθύνες τους τώρα: ήταν βαριές, αν οι πρεσβευτές εγκατέλειπαν την πρωτεύουσα και προκαλούσαν τη διακοπή των σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και στις Μεγάλες Δυνάμεις.
Έτσι, κάποιο πνεύμα σύνεσης και μετριοπάθειας επικρατεί στη συνεδρίαση που ακολουθεί. Μέσα σε σχετική ηρεμία συζητιούνται τα μέτρα εκείνα, που θα έπρεπε να παρθούν με κοινή απόφαση, για να δοθεί τέρμα στην αναρχία και να σταματήσουν τελείως οι ένοπλες διαμάχες των κομμάτων. Διαμάχες, που αν διοχετεύονταν στην επαρχία, θα μπορούσαν να προκαλέσουν έναν ολοκληρωτικό εμφύλιο πόλεμο και να αιματοκυλίσουν όλο το έθνος...
Η συζήτηση κρατά ώρες. Οι κάτοικοι της Αθήνας αγωνιούν, ξέροντας ότι κρίνεται η τύχη του τόπου. Τελικά η Εθνοσυνέλευση παίρνει αποφάσεις πραγματικά πατριωτικές, τις οποίες σπεύδουν να αποδεχτούν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί. Πριν απ' όλα αποφασίζεται να δοθεί στη χώρα κυβέρνηση, μια κι η προηγούμενη έχει σιωπηρά καταργηθεί. Μετά από ψηφοφορία εκλέγονται οι εξής: Πρωθυπουργός, ο Β. Ρούφος, υπουργός εξωτερικών ο Π. Καλλιγάς, Παιδείας ο Β. Νικολόπουλος, Δικαιοσύνης ο Π. Μαυρομιχάλης, Στρατιωτικών ο Ι. Κλίμακας, Ναυτικών ο Ι. Μπούμπουλης, Εσωτερικών ο Α. Πετμεζάς. Μετά η Εθνοσυνέλευση εκδίδει τα ακόλουθα ψηφίσματα: για την κατάργηση των αρχηγείων χωροφυλακής και εθνοφυλακής, για την κατάργηση του στρατιωτικού διοικητηρίου της πρωτεύουσας, για την κατάργηση της διοικητικής αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς και για την απομάκρυνση από την πόλη όλων των στρατιωτικών μονάδων. Η κατάργηση της διοικητικής αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς (ανασυστάθηκε αργότερα) έγινε καθαρά για λόγους δημόσιας τάξης. Ο τότε διευθυντής της, ο Μακρής, ήταν γνωστός Πεδινός και η παύση του θα μπορούσε να προκαλέσει ταραχές. Προτιμήθηκε λοιπόν να διαλυθεί... όλο το Σώμα, για ν' απολυθεί εύσχημα ο αρχηγός του... Το ψήφισμα για την απομάκρυνση όλων των στρατιωτικών μονάδων από την πρωτεύουσα, εκτελέστηκε αμέσως. Πρώτος έφυγε ο στρατός των Πεδινών, με επικεφαλής τον Παπαδιαμαντόπουλο, που κατασκήνωσε έξω από την Αθήνα. Ακολούθησε ο στρατός των Ορεινών, με επικεφαλής τον Κορωναίο, που εγκαταστάθηκε προσωρινά σε άλλο μακρινό σημείο. Μακριά ο ένας από τον άλλο οι δυο στρατιωτικοί αντίπαλοι, θα είχαν την ευκαιρία να ηρεμήσουν τα πάθη τους και να σκεφτούν ωριμότερα... Αργότερα, οι μονάδες αυτές θα σταλθούν στην επαρχία. Η μια, με τον Κορωναίο, στο Μεσολόγγι κι η άλλη, με τον. Παπαδιαμαντόπουλο, στη Σπάρτη. Θ' ακολουθήσει η παραίτηση των δύο στρατιωτικών ηγετών κι ο διορισμός νέων. Και των δυο Πεδινών: του Μαμούρη (στη θέση του Κορωναίου) και του Σμόλεντς (στη θέση του ΠαπαδιαμαντόπουλουΊ. Έτσι τελείωσε ο φοβερός εκείνος εμφύλιος πόλεμος του Ιουνίου 1863. Αλλά η εχθρότητα ανάμεσα στους Πεδινούς και στους Ορεινούς δε σταμάτησε...
ΣΑΝ ΕΠΙΛΟΓΟΣ...
Στο σημείο αυτό ολοκληρώνεται η αρκετά γλαφυρή διήγηση του Βώκου για τον τριήμερο εμφύλιο πόλεμο του 1863. Λίγους μήνες αργότερα, στις 17 Οκτωβρίου, φτάνει στην Ελλάδα ο Γεώργιος Α'. Εξυπνότερος από τον προκάτοχο του Όθωνα, κατορθώνει να εκμεταλλευτεί τις διαμάχες των κομμάτων —που τόσο εκρηκτικά είχαν εκδηλωθεί με τα «Ιουνιανά»— και να διατηρήσει το θρόνο του για 50 ολόκληρα χρόνια (μέχρι τη δολοφονία του, στα 1913). Στη διάρκεια της βασιλείας του, η Ελλάδα γνωρίζει... 59 κυβερνήσεις και ζει αρκετές οδυνηρές πολιτικές κι εθνικές περιπέτειες. Οι δυο μεγάλοι πρωταγωνιστές των «Ιουνιανών», ο Κανάρης κι ο Βούλγαρης, θα πεθάνουν σχεδόν μαζί. Ο πρώτος στις 3 Σεπτεμβρίου 1877 κι ο δεύτερος στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου. Όμως το τέλος τους δεν θα είναι το ίδιο. Ο Κανάρης θα τελειώσει τη ζωή του εν ενεργεία πρωθυπουργός και δικαιωμένος. Ο Βούλγαρης, αρχιτέκτονας κάθε πολιτικής ατασθαλίας, θα πεθάνει σχεδόν υπόδικος, εγκαταλειμμένος κι απ' αυτόν το βασιλιά Γεώργιο, που του είχε αναθέσει 6 φορές την πρωθυπουργία... Από εκείνην την Αθήνα του 1863 —που τότε αριθμούσε μόλις 45.000 κατοίκους— δε σώζεται σχεδόν τίποτα. Μόνο το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας —στη Σταδίου— στέκει ακόμα στη θέση του, κι αυτό περικυκλωμένο από ακαλαίσθητους όγκους... Κλείνοντας, σημειώνουμε απλώς ότι τα «Ιουνιανά» αποτέλεσαν μια από τις πιο «κακές» σελίδες της νεότερης ιστορίας μας, από τις σελίδες που δε θα πρέπει να ξεχαστούν.

Σύνταγμα του 1864

Παρά την πολιτειακή μεταβολή και το σχηματισμό βουλής μέσω της διενέργειας εκλογών, όπως ορίζονταν με το Σύνταγμα του 1844, η λειτουργία του Κοινοβουλευτισμού στις δύο επόμενες δεκαετίες μόνο ομαλή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Ο Όθωνας εκμεταλλεύτηκε τις διατάξεις του συντάγματος που όριζαν ότι η εκτελεστική Εξουσία ασκείται από το βασιλιά, μέσω υπουργών τους οποίους διορίζει και παύει κατά βούληση χωρίς την προηγούμενη έγκριση της βουλής. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής υπήρξαν οι λεγόμενες αυλικές κυβερνήσεις. H απρόσκοπτη λειτουργία του κοινοβουλευτισμού, χωρίς βασιλικές παρεμβάσεις στο σχηματισμό κυβέρνησης, αποτέλεσαν σημείο ρήξης στις σχέσεις του παλατιού με τα κόμματα, ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1850, οπότε και αναδεικνύεται μια νέα γενιά πολιτικών με διαφορετική πολιτική παιδεία και συμπεριφορά. Η ρήξη αυτή κορυφώθηκε με την Επανάσταση του Οκτωβρίου του 1862, η οποία οδήγησε στην έξωση του Όθωνα και στην ενθρόνιση του Γεωργίου Α'. Η αλλαγή αυτή συνοδεύθηκε από νέα πολιτειακή μεταβολή καθώς και από καινούριο σύνταγμα.

Το Σύνταγμα του 1864 είναι έργο της Εθνοσυνέλευσης που συγκροτήθηκε μετά την εκθρόνιση του Όθωνα. Ο Γεώργιος αποδέχτηκε το σχέδιο συντάγματος, αν και λιγοστές μόνο από τις εισηγήσεις του έγιναν δεκτές. Το νέο σύνταγμα, που αποτελείται από 110 άρθρα, είναι δηλαδή εκτενέστερο εκείνου του 1844, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 17 Νοεμβρίου 1864. Σύμφωνα με αυτό, εγκαθιδρύεται το πολίτευμα της βασιλευομένης δημοκρατίας. Πηγή και φορέας της πολιτικής εξουσίας αναγνωρίζεται αντί του μονάρχη το ελληνικό έθνος. Όπως σημειώνεται στο άρθρο 21: "’πασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Έθνους, ενεργούνται δε καθ' ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα." Σε άλλα άρθρα προβλέπεται ότι η εκτελεστική εξουσία ασκείται από το βασιλιά, ενώ η νομοθετική εξουσία από το βασιλιά και τη βουλή (το σώμα της γερουσίας δεν επανασυστήνεται). Η βουλή απαρτίζεται από 150 -το ελάχιστο- βουλευτές που αναδεικνύονται μέσω εκλογών και διαρκεί τέσσερα χρόνια. Καθιερώνεται δε η άμεση, καθολική, μυστική ψηφοφορία και ορίζεται σαφώς ότι οι εκλογές θα διοργανώνονται ταυτόχρονα σε όλη την επικράτεια.


Ψήφος με σφαιρίδια


Από το 1864 και για εξήντα χρόνια περίπου οι Έλληνες ψηφοφόροι δεν χρησιμοποιούσαν ψηφοδέλτια, για να ψηφίσουν τους κυβερνήτες τους, αλλά «σφαιρίδια», δηλ. μικρές σφαίρες από μολύβι.
Σε κάθε υποψήφιο αντιστοιχούσε μία κάλπη χωρισμένη στα δύο και ο ψηφοφόρος καλούνταν να ρίξει το σφαιρίδιο ανάλογα με την
προτίμησή του, στη δεξιά πλευρά της ψηφοδόχου, που εξωτερικά ήταν βαμμένη λευκή, ή στην αριστερή, που εξωτερικά ήταν βαμμένη μαύρη.
Αν το σφαιρίδιο έπεφτε στη δεξιά πλευρά, η ψήφος ήταν θετική, αν έπεφτε στην αριστερή, η ψήφος ήταν αρνητική.
Με τον τρόπο αυτόν οι εκλογείς μπορούσαν να ικανοποιήσουν όλες τις πλευρές, αφού είχαν τη δυνατότητα να «ασπρίσουν» όλους τους υποψηφίους όλων των κομμάτων. Και, βέβαια, το αντίθετο: να τους «μαυρίσουν».
Οι παροιμιώδεις εκφράσεις «έφαγε μαύρο» και «τον μαύρισα» σχετίζονται με τη χρήση των σφαιριδίων κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας.
Συχνά ήταν τέτοιος ο φανατισμός, που πολλοί ψηφοφόροι - που προφανώς είχαν λόγους να «φαίνεται» η ψήφος τους - το «έριχναν δαγκωτό», δηλ. δάγκωναν το σφαιρίδιο δυνατά πριν το ρίξουν στην κάλπη.
Αν και το Σύνταγμα του 1911 κατάργησε τα σφαιρίδια, αυτά χρησιμοποιήθηκαν και στις εκλογές του Μαρτίου 1912, ενώ διατηρήθηκαν έως και τις βουλευτικές εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Τα χάρτινα ψηφοδέλτια χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά το 1914 στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές. Με χάρτινο ψηφοδέλτιο έγιναν το 1920 οι εκλογές στη Θράκη και στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Το 1923 έγιναν βουλευτικές εκλογές με χάρτινο ψηφοδέλτιο στις «Νέες Χώρες» (δηλ. στις περιοχές που είχαν πρόσφατα απελευθερωθεί), στην Αθήνα και τον Πειραιά.
Παλιότερα τα ψηφοδέλτια δεν τα τύπωνε το κράτος αλλά οι ίδιοι οι υποψήφιοι ή
τα κόμματα: έγραφαν καθαρά το όνομά τους σε τυποποιημένα κομμάτια χαρτιού, τα οποία παρέδιδαν στα εκλογικά τμήματα.
Η διαδικασία της ψήφου (στη δεκαετία 1880)
Σε κάθε εκλογικό τμήμα υπήρχαν τόσες κάλπες όσοι υποψήφιοι στην περιφέρεια. Η κάθε κάλπη ήταν φτιαγμένη από λευκοσίδηρο, χωριζόταν εσωτερικά σε δύο μέρη που αντιστοιχούσαν, εξωτερικά, σε δύο χρώματα, μαύρο και άσπρο. Το δεξιό μέρος και στην εμπρόσθια πλευρά του είχε τη λέξη “ΝΑΙ” με κεφαλαία και ήταν άσπρο. Το δεξιό μέρος είχε τη λέξη “ΟΧΙ” επίσης με κεφαλαία και ήταν μαύρο. Στο πάνω μέρος της κάλπης ήταν τοποθετημένος σωλήνας σε γωνία 25 μοιρών, που είχε μάκρος 27 και διάμετρο 12 εκατοστά. Ο ψηφοφόρος έπρεπε να περάσει από όλες τις κάλπες και να πάρει από τον υπάλληλο που στεκόταν μπροστά από την κάθε μία τη μικρή μολυβένια μπάλα, το σφαιρίδιο. Ο Υπάλληλος που στεκόταν μπροστά στη κάλπη έπρεπε να φωνάζει ποιανού υποψήφιου ήταν η κάλπη. Μόλις ο ψηφοφόρος έπαιρνε τη μολυβένια μπάλα το σήκωνε το χέρι κρατώντας τη ανάμεσα στο μεγάλο δάχτυλο και το δείχτη για να δείξει ότι κρατούσε μόνο μία και κατόπιν έβαζε το χέρι του μέσα στο σωλήνα και το έριχνε στο χώρισμα που αντιστοιχούσε στο “Ναι ‘η το “Όχι”
από το βιβλίο του Γρηγόριου Δαφνή, Τα Ελληνκά Πολιτικά Κόμματα, σελ. 261,Α’
Μαύρο και δαγκωτό, «θα το ρίξω δαγκωτό», «τον μαύρισαν»
Πολλοί ψηφοφόροι που είχαν ιδιαίτερο λόγο να φαίνεται η ψήφος τους, δάγκωναν το σφαιρίδιο, πριν το ρίξουν λέγοντας: «Να, μαύρο και δαγκωτό»,δηλαδή μαύρισε τον τάδε υποψήφιο. Άλλοι, πάλι, έριχναν σφαιρίδια με το όνομα τους ή και επιχρυσωμένα και έτσι έβαζαν σε μπελάδες τις
2
εφορευτικές επιτροπές, που μάλωναν, αν τα σφαιρίδια αυτού του τύπου ήταν έγκυρα ή άκυρα.
Άρθρο του Τάκη Κατσιμάρδου (εφημερίδα Ημερησία)
«Ο ψηφοφόρος ελάμβανε εν σφαιρίδιον και εισήγε την χείραν εις τον σωλήνα...»
H κάλπη στο νεοελληνικό κράτος ήταν είδος... εισαγωγής από τη Δύση. Όπως άλλωστε και η μυστική ψηφοφορία, αν και οι Αρχαίοι Έλληνες τα είχαν δοκιμάσει και χρησιμοποιήσει, κατά κάποιο τρόπο, και τα δύο. Mέχρι την έλευση των Bαυαρών, ο πατροπαράδοτος τρόπος ψηφοφορίας ήταν οι συνελεύσεις των ντόπιων, όπου γινόταν προφορική και φανερή ψηφοφορία. Mαζί με τον Όθωνα ήρθε το χειρόγραφο και μετά έντυπο ψηφοδέλτιο, ανώνυμο ή με υπογραφή, και τελικά η μυστική ψηφοφορία με σφαιρίδια...
Mετά την επανάσταση του Oκτωβρίου 1862, μαζί με το πολίτευμα και τη δυναστεία, είχαν ωριμάσει τα πράγματα και για αλλαγές στις εκλογές. H 30χρονη σχεδόν χρήση του ψηφοδελτίου είχε εδραιώσει την πεποίθηση ότι αυτός ο τρόπος ψηφοφορίας ήταν «καταλληλότερος εις τα ανεπτυγμένα έθνη, τα έχοντα ηθικήν καλυτέραν, σέβας προς τους νόμους και την δημοτικήν παιδείαν διακεχυμένην και εις το ευτελέστατον χωρίον» (απόσπασμα από γνωμάτευση νομομαθών για ενστάσεις κατά του κύρους των πρώτων εκλογών με σφαιρίδια). Tο μέγιστο πρόβλημα ήταν οι αναλφάβητοι ψηφοφόροι.
Κομματάρχες
Aλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Tο σύστημα με τα ψηφοδέλτια, όπως εφαρμοζόταν, έδινε τη δυνατότητα στους κομματάρχες που βρίσκονταν στα εκλογικά κέντρα να ξέρουν περίπου πώς πήγαινε η ψηφοφορία. Eτσι, όταν «προέβλεπαν βεβαίαν την έκβασιν του τελικού αποτελέσματος κατ αυτών να ζητώσι την νίκην εις την υλικήν βίαν ή εις αθέμιτα τεχνάσματα. Eδώ εκώλυον εναντίους εκλογείς να ψηφίσωσι, ήρχοντο εις αιματηράς συγκρούσεις. Aλλού ηγωνίζοντο να παραγεμίσωσι παντί τρόπω τας πειναλέας κάλπας των. Aλλαχού συνώθουν τας δυνάμεις των εις το να θραύσωσι τας μεστάς και κεκορεσμένας κάλπας των αντιπάλων ή ν ́ αναρπάσωσι και καταστήσουσι αυτάς αφάντους».
Στον κατάλογο των «αμαρτημάτων του ψηφοδελτίου» προστίθενταν και μια σειρά άλλα προβλήματα που δημιουργούνταν κατά τη διαλογή (στον... πατριωτισμό της επιτροπής επαφίεται η σωστή καταμέτρηση). Όλα αυτά ή έστω τα περισσότερα εξουδετερώνονταν, κατά την έκθεση της επιτροπής, από τα σφαιρίδια τα οποία καθιερώθηκαν όχι «εις το συμφέρον τούτου ή εκείνου αλλά εις το γενικόν συμφέρον». Έμπαινε ο ψηφοφόρος στο εκλογικό κέντρο, έπαιρνε το σφαιρίδιο, αν δεν μπορούσε ν ́ αναγνωρίσει σε ποιον ανήκει η κάλπη του το υποδείκνυε ο αντιπρόσωπος του υποψήφιου, που βρισκόταν πίσω από την κάλπη και τουλάχιστον ψήφιζε κανονικά ό,τι ήθελε να ψηφίσει.
Tο σφαιρίδιο αντί του ψηφοδελτίου (οι πρώτες εκλογές με το σύστημα αυτό έγιναν το 1864 ) προτιμήθηκε ύστερα από εισήγηση των Eπτανήσιων πληρεξουσίων στη B Eθνική Συνέλευση. Mε επιμονή τους μάλιστα περιλήφθηκε στο Σύνταγμα του 1862 και η καθολικότητα του δικαιώματος του εκλέγειν.
Ενστάσεις
«H Eλλάς, σημείωναν οι νομομαθείς του 1864 που κλήθηκαν ν ́ αντικρούσουν τις ενστάσεις κατά της ψηφοφορίας με τα σφαιρίδια, ως προς το ζήτημα τούτο ευρίσκεται μεμονωμένη εις όλην την υφήλιον, διότι ουδέν έθνος άχρι τούδε εις τας βουλευτικάς ή τοπικάς εκλογάς του εφαρμόζει το διά σφαιριδίων σύστημα ψηφοφορίας, εκ του οποίου γεννάται η ανάγκη της προ της ψηφοφορίας αναδείξεως των υποψηφίων και των ειδικών περί τούτου διατάξεων του νόμου». Tα σφαιρίδια θα γίνουν το σήμα κατατεθέν των εκλογών μέχρι και το 1923. Tότε χρησιμοποιήθηκαν για τελευταία φορά, ενώ παράλληλα στην Aθήνα, τον Πειραιά, τη Mακεδονία και τη Θράκη στις ίδιες εκλογές ψήφισαν με ψηφοδέλτια. Συζήτηση για κατάργησή τους είχε γίνει και στη Bουλή του 1911, αλλά το θέμα παρέμενε ανοικτό. Aς δούμε, όμως, πώς ακριβώς γίνονταν οι εκλογές με τα σφαιρίδια κατά την κλασική περιγραφή του ιστορικού Γρ. Δαφνή. «Tην ημέρα των εκλογών, ο ψηφοφόρος ελάμβανεν από τον προ της κάλπης ιστάμενον υπάλληλον ή από τον αντιπρόσωπον του υποψηφίου εν σφαιρίδιον. Mόλις το ελάμβανε, ύψωνε την χείρα διά να δείξη ότι ένα μόνο σφαιρίδιο εκράτει, αμέσως δε εν συνεχεία εισήγε την χείρα εις την κάλπη και εψήφιζε, ρίπτων το σφαιρίδιον είτε εις το NAI είτε εις το OXI. H ίδια διαδικασία επαναλαμβάνονταν μέχρις ότου ο ψηφοφόρος διήρχετο απ όλας τας κάλπας. O τρόπος αυτός της ψηφοφορίας, μοναδικός εις ολόκληρον τον κόσμον, παρείχεν εις τον εκλογέαν το δικαίωμα να ψηφίζη όποιον ήθελε εκ των υποψηφίων, ακόμη και όλους...»
Δύο χρώματα
Σε κάθε εκλογικό τμήμα υπήρχαν τόσες κάλπες όσοι και υποψήφιοι. Aυτές ήταν τσίγκινες και το εσωτερικό τους ήταν χωρισμένο σε δυο μέρη «διακρινόμενα εξωτερικώς διά δύο χρωμάτων. Tο δεξιόν μέρος προσδιορισμένον διά το NAI ήτο χρώματος λευκού, το δε αριστερόν προσδιορισμένον δια το OXI ήτο χρώματος μαύρου. Tο NAI και το OXI ήταν γεγραμμένα εις το μέτωπον της κάλπης διά κεφαλαίων γραμμάτων. Eις το έμπροσθεν μέρος αυτής υπήρχε στρογγυλή οπή, ανταποκρινομένη εις σωλήνα μήκους 27 και διαμέτρου 12 εκατοστών, ο οποίος ήτο προσκεκολλημένος επί της κατοκορύφου έδρας υπό γωνίαν 25 μοιρών. Διά του σωλήνος τούτου, ο εκλογεύς εισήγε την χείραν του και εψήφιζε. Tο εσωτερικόν της κάλπης εις το οποίον ερρίπτοντο τα σφαιρίδια εκαλύπτοντο δι υφάσματος, ώστε να μην ακούεται ο προκαλούμενος διά της ρίψεως του σφαιριδίου κρότος».
Eννοείται ότι στην καταμέτρηση λαμβάνονταν υπόψη μόνο τα σφαιρίδια, που συγκεντρώνονταν στο λευκό μέρος της κάλπης. Πρόβλημα, βεβαίως, δημιουργούνταν στις βουλευτικές εκλογές, με τον υπολογισμό του αριθμού των ψήφων ή του ποσοστού που αποσπούσαν τα κόμματα. Aυτός είναι και βασικός λόγος για την ύπαρξη μόνο αριθμού βουλευτών των κομμάτων και όχι ποσοστά στις εκλογές με σφαιρίδια. Για να εξαχθεί αριθμός των κομματικών ψήφων, λόγου χάρη, σ' ένα εκλογικό τμήμα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο μεγαλύτερος και ο μικρότερος αριθμός NAI, που συγκέντρωσαν δυο υποψήφιοι του ίδιου κόμματος, να προστεθούν και ύστερα να διαιρεθούν διά του δύο...
Πρωτοπόρος σ' ευρωπαϊκή κλίμακα η Ελλάδα!
Tο σφαιρίδιο αντί του ψηφοδελτίου στις εκλογές, μετά την έλευση του Γεωργίου A’, ήταν ασφαλώς μια πιο δημοκρατική μέθοδος ψηφοφορίας. Σε συνδυασμό μάλιστα με το καθολικό δικαίωμα του εκλέγειν (των ανδρών από το 21ο έτος της ηλικίας) ανεδείκνυε την Eλλάδα πρωτοπόρο στην άμεση εκλογή των τοπικών αρχόντων σ' ευρωπαϊκή κλίμακα.
Ύστερα από μισό περίπου αιώνα πάντως, τα πράγματα αλλάζουν. Oι αγράμματοι είχαν περιοριστεί, αυτός ο τρόπος ψηφοφορίας θεωρούνταν «καθυστερημένος», είχαν στο μεταξύ προσαρμοστεί και οι μέθοδοι καλπονοθείας και αίτημα των προοδευτικών είναι η επαναφορά του ψηφοδελτίου. Mιλώντας ο Aλ. Παπαναστασίου στη Bουλή του 1910 λέει στους συναδέλφους του: «Kαθιστά (το ψηφοδέλτιο) περισσότερον ανεπηρέαστον την εκλογήν παρά η διά του σφαιριδίου ψηφοφορία, η οποία διά τα μύρια μετερχομένων τεχνάσματα αντιπροσώπων των υποψηφίων, τους οποίους καθιστά αναγκαίους, και διά της δυσκόλου επιβλέψεως όλων των καλπών υπό των δικαστικών αντιπροσώπων, διευκολύνει την νόθευσιν του φρονήματος των εκλογέων...»
Kυριότερη δε καλπονοθεία ήταν η «ανατροπή της κάλπης». Mπερδεύονταν τα σφαιρίδια και... αντίο καταμέτρηση.
Υποσημείωση: Η λέξη ψήφος, αρχικά, προσδιόριζε τη μικρή λεία πέτρα (από εδώ και το ψηφιδωτό) την οποία χρησιμοποιούσαν για την καταμέτρηση εκλογικών προτιμήσεων.

Αρχή Δεδηλωμένης

Ήταν τα κρίσιμα χρόνια της έξωσης του Όθωνα και της ανάρρησης του Γεωργίου Α’ στον θρόνο της Ελλάδας. Με αριστοτεχνική εκμετάλλευση των συνθηκών που τότε επικρατούσαν στη Βρετανία, ο Τρικούπης πέτυχε ευνοϊκούς για την Ελλάδα όρους στο πρωτόκολλο για την παραχώρηση της Επτανήσου και καταξιώθηκε ως μεγάλος και ικανός διπλωμάτης.

Παραιτήθηκε στα 1865 για να ασχοληθεί με την πολιτική κι αμέσως εκλέχτηκε βουλευτής Μεσολογγίου. Τον επόμενο χρόνο, έγινε υπουργός Εξωτερικών αλλά τον μεθεπόμενο (1867) παραιτήθηκε και στο εξής αρνιόταν να μετάσχει σε οποιαδήποτε κυβέρνηση. Τις κατάγγελνε άλλωστε όλες ως νόθες, επειδή διορίζονταν από τον βασιλιά, ανεξάρτητα από τη δύναμη που ο κάθε πρωθυπουργός διέθετε στη Βουλή. Στα 1872, ίδρυσε το «πέμπτο κόμμα», όπως ονομάστηκε και βάλθηκε να πολεμά το βασιλικό προνόμιο να διορίζεται πρωθυπουργός μόνον όποιος ήταν αρεστός στον θρόνο.

Στις 26 Ιουνίου του 1874, έγιναν και πάλι εκλογές στην Ελλάδα. Τρεις μέρες αργότερα, στις 29 του μήνα, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Οι Καιροί» το περίφημο άρθρο με τίτλο «Τις πταίει». Με αυτό, καταγγέλλονταν όλες οι κυβερνήσεις, από το 1868 κι έπειτα, ως προσωπικές, νόθες, αποτέλεσμα και μόνο του προνομίου που είχε το στέμμα να διορίζει πρωθυπουργούς. Το άρθρο ήταν ανυπόγραφο κι ο διευθυντής της εφημερίδας, Π. Κανελίδης, κλήθηκε σε απολογία. Ο Τρικούπης ανέλαβε την ευθύνη. Αυτός το είχε γράψει. Τον συνέλαβαν και τον προφυλάκισαν στις 6 Ιουλίου. Στις 9, δημοσιεύτηκε και δεύτερο άρθρο του με τίτλο «Παρελθόν και ενεστώς». Σ’ αυτό, εξηγούσε πως ο Όθων έφτασε να εξωστεί, επειδή ανέχτηκε τις εκλογές βίας και νοθείας κι επειδή αδιαφορούσε για τη λαϊκή θέληση.

Την επομένη, 10 Ιουλίου του 1874, ο Χαρίλαος Τρικούπης αποφυλακίστηκε με εγγύηση. Στις 23, απαλλάχτηκε με βούλευμα. Οχτώ μήνες αργότερα, ερχόταν η δική του ώρα:

Ο βασιλιάς κάλεσε τον Έλληνα πρεσβευτή στο Παρίσι, Ανδρέα Κουντουριώτη (1820 - 1894), να επιστρέψει στην Αθήνα και να αναλάβει πρωθυπουργός. Ο Κουντουριώτης ήρθε στις 10 Απριλίου του 1875, είδε πώς είχαν τα πράγματα και συμβούλευσε τον Γεώργιο να αναθέσει την εντολή στον Τρικούπη. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε και στις 27 Απριλίου ο Μεσολογγίτης πολιτικός ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ως πρωθυπουργός, ο Χαρίλαος Τρικούπης δεν έκανε τίποτ’ άλλο από το να προετοιμάσει τις πρώτες απόλυτα ελεύθερες και γνήσιες εκλογές, που ως τότε γνώρισε ο τόπος. Έγιναν με απόλυτη τάξη από 18 έως 21 Ιουλίου του 1875. Το κόμμα του Τρικούπη έβγαλε 25 βουλευτές και η κυβέρνησή του παραιτήθηκε. Όμως, όταν, στις 11 Αυγούστου του 1875, άνοιξε η Βουλή, ο βασιλιάς Γεώργιος εκφώνησε τον γραμμένο από τον Τρικούπη λόγο του θρόνου. Με αυτόν, διακήρυσσε την «αρχή της δεδηλωμένης»:

Στο εξής, κυβέρνηση θα σχημάτιζε μόνον όποιος εξασφάλιζε την πλειοψηφία, με την έκφραση εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο. Ουσιαστικά, ο Γεώργιος απεμπολούσε ένα προνόμιό του και καταργούσε το άρθρο του συντάγματος, που προέβλεπε ότι την κυβέρνηση διορίζει ο βασιλιάς. Ήταν ένας σταθμός. Από την ημέρα εκείνη άρχιζε ουσιαστικά η κοινοβουλευτική ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Βασιλιάς Γεώργιος ο Α'


Ο Χριστιανός - Γουλιέλμος - Φερδινάνδος - Αδόλφος - Γεώργιος, ευρύτερα γνωστός ως Γεώργιος Α΄, υπήρξε ο μακροβιότερος βασιλιάς της Ελλάδας, από το 1863 μέχρι το 1913. Ήταν ο δεύτερος κατά σειρά Βασιλιάς της νεότερης Ελλάδας μετά τον Όθωνα και αρχηγός νέου Βασιλικού Οίκου. Γεννήθηκε στην Κοπεγχάγη στις 24 Δεκεμβρίου 1845 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του πρίγκιπα και μετέπειτα Βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, που ανήλθε στο θρόνο τον Νοέμβριο του 1863. Δολοφονήθηκε στις 18 Μαρτίου 1913 (5 Μαρτίου με το τότε ισχύον Ιουλιανό ημερολόγιο) στη Θεσσαλονίκη.
Μετά την «υποχρεωτική» (ιδίως των Βρετανών) εκδίωξη του Όθωνα από τον θρόνο της Ελλάδας, έπρεπε να βρεθεί νέος ηγεμόνας για τη χώρα. Αρχικά οι Έλληνες, υπό τις βρετανικές διπλωματικές ίντριγκες, ήταν υπέρ του δευτερότοκου γιου της Βασίλισσας Βικτωρίας, Πρίγκιπα Αλφρέδου, αλλά οι Μεγάλες Δυνάμεις είχαν ήδη δεσμευτεί με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1832 να μην ανέλθει στο θρόνο της Ελλάδας γόνος καμιάς δικής τους βασιλικής οικογένειας. Έτσι, υπό την πίεση των άλλων Δυνάμεων αποφασίστηκε να δοθεί ο θρόνος στον Γεώργιο, δευτερότοκο γιο του μετέπειτα (1863) Βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, εκ του Οίκου των Σλέσβιχ-Χόλσταιν-Σόντερμπουργκ–Γκλύξμπουργκ (Schleswig-Holstein-Sonderburg-Glücksburg), συνολικού κλάδου του Οίκου του Ολδεμβούργου (Oldenburg). Ο νέος βασιλικός οίκος του Γεωργίου Α΄ ήταν ο Βασιλικός Οίκος των Βασιλέων της Ελλάδας για τα επόμενα 111 χρόνια, από το 1863 έως την αλλαγή του πολιτεύματος σε Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με το δημοψήφισμα του 1974.