Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3. Αγροτική αποκατάσταση , αστική αποκατάσταση

Ξεκινάμε λοιπόν να περιγράφουμε τα κατορθώματα της ΕΑΠ και εδώ ασχολούμαστε με το τι κατάφερε η ΕΑΠ στον αγροτικό κόσμο ,αφήνοντας όμως και μια υπόνοια ότι δεν έγιναν όλα από εκείνη.
Προσοχή εδώ ,σε ερωτήσεις τύπου Σωστό - Λάθος , η αγροτική αποκατάσταση δεν είναι καθ'ολοκληρία ,έργο της ΕΑΠ.

Η αποκατάσταση διακρίθηκε σε αγροτική και αστική. Η ΕΑΠ έδωσε το βάρος στην αγροτική αποκατάσταση και φρόντισε ιδιαίτερα για την εγκατάσταση του σε παραμεθόριες περιοχές της Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης, στοχεύοντας και στην ενίσχυση των συνόρων. Η αγροτική αποκατάσταση περιλάμβανε τη στέγαση σε ανταλλάξιμα σπίτια των χωριών ή σε νέους προσφυγικούς οικισμούς, που συντάσσονταν με πρότυπα ρυμοτομικά σχέδια. Τέτοιοι οικισμοί δημιουργήθηκαν πάνω από 2.000 σε όλη την Ελλάδα, από τους οποίους 1.381 στη Μακεδονία και 236 στη Θράκη. Η αγροτική αποκατάσταση προέβλεπε επίσης τη διανομή στους πρόσφυγες κλήρων 35 στρέμματα, που δεν αποτελούσαν ενιαία έκταση και ποίκιλλαν ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και το μέγεθος της οικογένειας. Στους αγρότες παραχωρούνταν επιπλέον εργαλεία, σπόροι και ζώα για τις καλλιέργειες των χωραφιών τους.
Με την αστική αποκατάσταση, που περιλάμβανε μόνο τη στέγαση και όχι τη μέριμνα για εξεύρεση εργασίας, ασχολήθηκε περισσότερο το Υπουργείο Πρόνοιας και όχι η ΕΑΠ. Οι πρώτοι αστικοί προσφυγικοί οικισμοί οικοδομήθηκαν σε περιοχές της Αθήνας, όπως στη Καισαριανή, στον Βύρωνα, στην Νέα Ιωνία και στη Κοκκινιά του Πειραιά. Ακολούθησαν οι συνοικισμοί της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας, των Σερρών, του Βόλου, του Αγρινίου κ.α. Η δημιουργία των αστικών συνοικισμών, συχνά ελλείψει χρόνου και χρημάτων, δεν συνοδεύονταν από έργα υποδομής και κοινής ωφέλειας. Τα σπίτια των αστικών και αγροτικών συνοικισμών ήταν λιθόκτιστα ή από οπτόπλινθους, υπήρχαν όμως και ορισμένα ξύλινα προκατασκευασμένα, που προέρχονταν από τη γερμανική εταιρεία DHTG, στα πλαίσια των γερμανικών αποζημιώσεων του πολέμου. Μερικές οικογένειες προσφύγων, που δεν κατάφεραν να υπαχθούν στην κρατική μέριμνα παροχής στέγης, θα ζήσουν για αρκετά χρόνια σε χαμόσπιτα δημιουργώντας ολόκληρες παραγκουπόλεις στα όρια των πόλεων ή γύρω από τους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Και λίγα λόγια για τον Βύρωνα και την Καισαριανή.



Ομαδικός γάμος στον Βύρωνα

Η δημιουργία της Καισαριανής και του Βύρωνα από τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες
«Καλύτερα να μείνουν εδώ νά τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα».
Αριστείδης Στεργιάδης
(επιστολή του ύπατου αρμοστή στη Σμύρνη προς τον Γ. Παπανδρέου)

«Η βρισιά τουρκόσπορος εναντίον των προσφύγων, ήταν με σωρό άλλες ανάλογες βρισιές (όπως σκατοογλούδες, παληοαούτηδες, λεφούσια κ.λπ.), στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα κυβερνητικά όργανα». Ο Α. Βαζούρας (Βήμα, 20/6/76), δίνει τη διάσταση της υποδοχής που επιφύλαξαν στους Μικρασιάτες πρόσφυγες οι «γηγενείς» κάτοικοι της μητροπολιτικής Ελλάδας.
Εξαθλιωμένοι και ανέστιοι, οι πρόσφυγες με τη φτηνή τους εργατική δύναμη και τη μαζική τους εγκατάσταση σε χώρους όπου υπήρχε ζήτηση, συνέβαλαν ώστε να επταπλασιαστεί η ελληνική βιομηχανική παραγωγή σε μόλις επτά χρόνια (1921-1928), ενώ ζωντάνεψαν οι νεκρές αγροτικές περιοχές. Την ίδια περίοδο, 150.000 πρόσφυγες πέθαναν από πείνα και αρρώστιες. Οι γηγενείς ένιωσαν να απειλούνται από το ξένο στοιχείο που γεννά αισθήματα φόβου, αηδίας, μίσους και έχθρας. Η εφημερίδα Τύπος, μάλιστα, πρότεινε το 1933 να φορούν οι πρόσφυγες κίτρινα περιβραχιόνια για να αποφεύγουν οι «Έλληνες» την επαφή μαζί τους...
Διασκορπισμένοι στη Δυτική Θράκη, τη Μακεδονία και την Αθήνα, οι πρόσφυγες εξακολούθησαν να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες ακόμη και μετά τη σύναψη των προσφυγικών δανείων που εξανεμίστηκαν χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Πλάι στο Ντερέ
Οκτώ χιλιάδες πρόσφυγες, κυρίως από τα Βουρλά, εγκαταστάθηκαν μεταξύ του 1922 και του 1923 στις δυτικές παρυφές του Υμηττού, δίπλα στο νοσοκομείο Συγγρού. Οι πλημμύρες του Ιριδανού δημιούργησαν τεράστια προβλήματα στους σκηνίτες του Συνοικισμού Συγγρού, που σταδιακά άρχισαν να στήνουν ξύλινες παράγκες (περίπου πεντακόσιες) και πλίνθινα σπίτια (περίπου χίλια). Σε κάθε σπίτι κατοικούσαν δύο με τρεις οικογένειες, ενώ οι πιο τυχεροί ζούσαν στα 350 σπίτια που κατασκεύασε η Επιτροπή Αποκαταστάσεως. Εξάλλου, μία παλιά φαρμακαποθήκη μετατρέπεται στον Ι. Ναό του Αγ. Νικολάου.


Η περιοχή του Βύρωνα

Τα παραπήγματα είχαν κοινόχρηστες τουαλέτες, οι αναθυμιάσεις των οποίων σκέπαζαν το συνοικισμό. Όγκοι σκουπιδιών συγκεντρώνονταν στην πλαγιά του Υμηττού, ενώ ο Ντερές ήταν γεμάτος ακαθαρσίες, σκουπίδια και ράκη ταπητουργίας. Κατσίκες, άλογα, πρόβατα, αγελάδες και χοίροι που έβοσκαν ανάμεσα στα σπίτια, συμπλήρωναν την εικόνα του συνοικισμού που μαστιζόταν από τη φυματίωση, τα εντερικά, τον παράτυφο κ.ά.
Το 1928 άρχισαν να γίνονται οι πρώτες συστηματικές προσπάθειες για τη βελτίωση των οικιστικών συνθηκών των 15.000 κατοίκων της περιοχής. Από το 1929 αρχίζει η παραχώρηση οικοπέδων και ξεκίνησε η οργανωμένη οικοδόμηση της Καισαριανής, ενώ την ίδια χρονιά δημιουργείται και σχολείο για τετρακόσιους μαθητές, με δωρεά της συζύγου του Ελ. Βενιζέλου, Έλενας. Οι προσφυγικές πολυκατοικίες ήταν διώροφες και φιλοξενούσαν τέσσερις οικογένειες. Οι περισσότεροι πρόσφυγες εργάστηκαν κάτω από άθλιες συνθήκες ως λιμενεργάτες, οικοδόμοι, αγωγιάτες, φορτοεκφορτωτές, πηγαδάδες και πλανόδιοι μανάβηδες, ενώ στα πλινθόκτιστα άρχισαν να ξεφυτρώνουν μικρά μπακάλικα.
Με την προσέλευση των Αρμένιων και των Πόντιων προσφύγων, ο πληθυσμός της Καισαριανής έφτασε το 1940 τους 20.000 κατοίκους, ενώ ήδη από το 1934 λειτουργούσε ως αυτόνομος Δήμος.
Στη μνήμη του ποιητή
Σε αντίθεση με την Καισαριανή ο Βύρωνας σχεδιάστηκε επί χάρτου πριν οικοδομηθεί και κατοικηθεί από τους πρόσφυγες που κατέλυσαν αρχικά στη θέση των σημερινών σχολείων του Βενιζέλου, στην Καισαριανή. Ο συνοικισμός Παγκρατίου δημιουργήθηκε το 1923 από τον πολιτικό μηχανικό Γ. Σούλη, σε συνεργασία με τον Επ. Χαρίλαο, πρόεδρο του Ταμείου Περιθάλψεως Προσφύγων, στο πλαίσιο της προσπάθειας του υπουργού Περιθάλψεως Απ. Δοξιάδη να ανεβρεθεί καλύτερη στέγη για τους πρόσφυγες από τις αίθουσες των σχολείων όπου εγκαταστάθηκαν μετά την ομαδική τους άφιξη στην Αθήνα.
Στις 29 Απριλίου 1923 σε πανηγυρική τελετή, παρουσία του Βασιλιά Γεωργίου Β’ και του αρχηγού της Επανάστασης Ν. Πλαστήρα, παραδόθηκαν τα τέσσερα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα που διέθεταν 305 δωμάτια. Ένα χρόνο αργότερα, το 1924, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων Μορκεντάου, ανακοινώνει από το παράθυρο του Διοικητηρίου, στην παλιά αγορά, τη μετονομασία του συνοικισμού σε «Βύρωνα», με αφορμή την εκατονταετηρίδα από το θάνατο του φιλέλληνα ποιητή.
Οι 15.000 πρώτοι κάτοικοι του Βύρωνα στεγάστηκαν σε κτίσματα που κατέλαβαν συνολικά 100 στρέμματα. Κάθε οικοδομικό τετράγωνο είχε στις άκρες διώροφα κτίρια και στο κέντρο ισόγειες κατοικίες ενός ή δύο δωματίων, με μία εξωτερική τουαλέτα ενός τετραγωνικού μέτρου. Σε κάθε οικογένεια αντιστοιχούσε ένα δωμάτιο.
Ο Βύρωνας διέθετε πρωτοποριακές για την εποχή υπηρεσίες και δημόσια κτίρια: Αγορά με είκοσι καταστήματα, σχολείο (στο κτίριο του 1ου-2ου-3ου Δημοτικού), παιδικό σταθμό, μηχανοκίνητο ξυλουργείο, δημόσια λουτρά στη θέση των σημερινών σχολείων της Αγ. Τριάδας, τουρκικό χαμάμ στην πλατεία Δεληολάνη, καθώς και τα κινηματοθέατρα Μον Σινέ και Μαριάννα, ενώ δημιουργείται και νοσοκομείο (στο κτίριο του παλιού Δημαρχείου). Στη Νέα Ελβετία, στο ρέμα που βρίσκεται σήμερα η οδός Καραολή-Δημητρίου, υπήρχαν βοσκοτόπια.
Ο συνοικισμός, παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι πρόσφυγες στις σχέσεις τους με τους κατοίκους της Αθήνας, αναπτύχθηκε με ταχύτατους ρυθμούς και το 1934 ανακηρύχθηκε αυτόνομος Δήμος. Οι γειτονιές του είχαν διατηρήσει έντονα την προσφυγική προέλευση των κατοίκων: Κλαζομενές, Νέα Βρυούλλα, Νέα Αλάτσατα, Κορδελιό, Βυζάντιο, Νέα Έφεσος.
Το 1964 δημιουργείται στον Καρέα ένα καινούργιο κέντρο για την οργανωμένη εγκατάσταση προσφύγων, με την οικοδόμηση των προσφυγικών και εργατικών πολυκατοικιών, όπου στεγάζονται προσωρινά Ρουμάνοι και αργότερα Αρμένιοι και Πόντιοι. Την ίδια περίοδο ξεκινά η ανοικοδόμηση του Βύρωνα, με την αντικατάσταση των προσφυγικών κατοικιών από πολυκατοικίες.

Κοκκινιά


Οι πρόσφυγες της Κοκκινιάς
Ο διωγμός του 1922 είναι ένα μακρύ μεταναστευτικό οδοιπορικό, ίσως ένα από τα μεγαλύτερα της ιστορίας, καθώς η αναγκαστική μετακίνηση δυο εκατομμυρίων προσφύγων στις ακτές του Αιγαίου δημιούργησε τεράστια ανθρώπινα παλιρροϊκά κύματα, τα οποία με την ωστική δύναμή τους χάραξαν -σε κοινωνικοπολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό επίπεδο- τις αιγαιακές ιστορικές εξελίξεις.
Το Ελληνικό κράτος -για ν’ αντιμετωπίσει την άφιξη 1.500.000 προσφύγων- δημιούργησε σ’ όλη την ελληνική επικράτεια πλήθος συνοικισμών στις παρυφές των δομημένων πόλεων ή και εκτός των συνόρων αυτών.
Οι Σμυρνιοί, οι Πόντιοι κι οι πρόσφυγες της λοιπής Ανατολής είναι οι κάτοικοι της Νέας Κοκκινιάς, του προσφυγικού συνοικισμού που αναπτύχθηκε στην Αττική γη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και -ως πόλη- μετονομάστηκε, κατόπι, σε Νίκαια Αττικής. Η ιδιοτυπία της Νέας Κοκκινιάς συνίσταται στο γεγονός της συγκατοίκησης ανθρώπων που προέρχονται από διαφορετικές περιοχές της Ανατολής, διαθέτουν ξεχωριστή νοοτροπία, ποικίλες ασχολίες κι ως συνδετικό κρίκο έχουν την ελληνική καταγωγή, την ελληνική γλώσσα και την Ορθόδοξη Πίστη.
Θεμέλιος λίθος
Ο θεμέλιος λίθος του προσφυγικού συνοικισμού της Νέας Κοκκινιάς τέθηκε στις 18 Ιουνίου 1923. Εκεί στεγάστηκαν 6.390 οικογένειες σε 4.484 παραπήγματα, ενώ μέχρι το 1925 είχαν κτισθεί 10.000 δωμάτια για 45.000 οικογένειες. Για την οικοδόμησή τους εργάστηκαν 4.000 πρόσφυγες, μεταξύ των οποίων 900 γυναίκες. Παράλληλα, σχεδιάστηκαν οι δρόμοι, που έλαβαν τις ονομασίες τους απ’ τις πόλεις της Ανατολής με αλφαβητική σειρά, μετά από πρόταση του Σμυρναίου αρχαιολόγου Στίλπωνα Πιττακή (π.χ. οδός Αγκύρας, Αϊδινίου, Αδάνων, Ατταλείας, Βοσπόρου, Γρανικού, Επταλόφου, Εφέσου, Ικονίου, Κορδελιού, Μ. Ασίας, Μουδανιών, Σμύρνης, κ.ά.).



Πληθυσμός
Η επίσημη απογραφή στις 15-5-1928 αναφέρει ότι στο συνοικισμό της Νέας Κοκκινιάς διαβιούσαν 33.332 ψυχές. Το 1936 ο πληθυσμός ανερχόταν στους 53.200 κατοίκους, δίνοντας στην πόλη την πέμπτη θέση στην ελληνική επικράτεια. Η εφημερίδα ΧΡΟΝΟΣ έγραφε την Κυριακή 9-10-1938 ότι ο συνοικισμός της Νέας Κοκκινιάς αποτελούσε την τρίτη πόλη της Αττικής μετά την Αθήνα και τον Πειραιά. Η ίδια εφημερίδα στις 25-2-1939 σημειώνει πως ο πληθυσμός της Κοκκινιάς ανέρχεται στους 75.000 κατοίκους, ενώ το 1940 αγγίζει τις 80.000.
Σύμφωνα με την απογραφή του 2001 το ανθρώπινο δυναμικό της Νίκαιας αριθμεί 93.086 κατοίκους. Η πληθυσμιακή αύξηση που παρατηρείται με το πέρας του χρόνου είναι φυσική κι αναμενόμενη εξαιτίας: α) της εγκατάστασης πλήθους νέων -εσωτερικών κι εξωτερικών- μεταναστών, β) της συνένωσης των Δήμων, οπότε το 2011 ο Δήμος Νίκαιας ενώνεται με το Δήμο Αγ. Ιωάννη Ρέντη υπό την κοινή ονομασία Δήμος Νίκαιας-Αγ. Ιωάννη Ρέντη.
Ο συνοικισμός των προσφύγων της Κοκκινιάς, η μετέπειτα Νίκαια και ως εκ τούτου ο ενιαίος σήμερα Δήμος Νίκαιας-Αγ. Ιωάννη Ρέντη, μπορεί να θεωρηθεί ο μεγαλύτερος προσφυγικός Δήμος της Αττικής κι ο δεύτερος μεγάλος προσφυγογενής Δήμος -μετά τη Θεσσαλονίκη- στην Ελλάδα.



Ονομασία
Υπάρχουν τρεις εκδοχές σχετικά με την ονομασία και την προέλευση του ονόματος Κοκκινιά. Η πρώτη εκδοχή, ότι η πόλη πήρε την ονομασία της από το μηχανικό που έχτισε την Κοκκινιά -τον Δημήτρη Κόκκινο- δεν είναι ευσταθής, γιατί η περιοχή της Παλαιάς Κοκκινιάς προϋπήρχε. Η δεύτερη εκδοχή, ότι η Κοκκινιά πήρε τ’ όνομά της λόγω της ύπαρξης κοκκινοχώματος είναι, επίσης, αβάσιμη, γιατί το κόκκινο χώμα προερχόταν από το εργοστάσιο κεραμοποιίας του Δηλαβέρη, που το προμηθευόταν απ’ τη Χαλκίδα και το Μπογιάτι.
Η επικρατέστερη άποψη είναι πως η Παλαιά Κοκκινιά πήρε τ’ όνομά της απ’ την προγενέστερη ονομασία της περιοχής “Κοκκινάδα”. Η Κοκκινάδα ήταν κατάφυτη από παπαρούνες, γεγονός που το μαρτυρούν όσοι ευτύχησαν να τη δουν κατακόκκινη κι έπαιξαν -ως παιδιά- με το πορφυρό άνθος της παπαρούνας, το οποίο χτυπώντας το με το χέρι έσκαγε κυριολεκτικά στην παλάμη τους.



Οικίες
Τα οικήματα του συνοικισμού της Κοκκινιάς ήταν -ως επί το πλείστον- ισόγειες κατασκευές αποτελούμενες από ένα δωμάτιο, μια μικρή κουζίνα, ένα κοινό χώρο υγιεινής. Κάθε οικογένεια, ανεξαρτήτως μελών, διαβίωνε σε 36 τ.μ.. Υπήρχαν κι άλλες αρχιτεκτονικές μορφές όπως: τα διώροφα συγκροτήματα που δημιουργούν τετράγωνα εντός των οποίων υπάρχει ένα ανοικτό αίθριο για κοινόχρηστους χώρους (π.χ. πλυντήρια) ή οι διώροφες κατοικίες -με τις ίδιες αναλογίες- που στέγαζαν δυο οικογένειες. Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα “Γερμανικά” στη βόρεια πλευρά του συνοικισμού: οι γερμανικές παράγκες που έστειλαν οι Γερμανοί ως αποζημίωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι οποίες στεγάζουν -μέχρι σήμερα- πρόσφυγες που δεν μπόρεσαν ν’ αποκατασταθούν μ’ άλλον τρόπο. Η αυτοστέγαση των προσφύγων ήταν ένας ακόμη τρόπος κατοίκισης. Ευτελείς και πρόχειρες κατασκευές στήνονταν σε προσφυγικά οικόπεδα, τα οποία αγόρασαν οι ίδιοι οι πρόσφυγες ή τους παραχωρήθηκαν απ’ το κράτος. Κύριο χαρακτηριστικό όλων των τύπων κατοικιών, εκτός των ιδιωτικών, ήταν η ομοιομορφία που έδινε την εικόνα της αναγκαστικής κι επιβεβλημένης εξομοίωσης των κατοίκων.
Το εσωτερικό των σπιτιών εντυπωσίαζε με την καθαριότητα και την τάξη που επικρατούσε σ’ αυτό, αν και τα περιορισμένα δωμάτια ασφυκτιούσαν από τα χρηστικά αντικείμενα, τ’ απαραίτητα για την καθημερινή διαβίωση των ενοίκων. Ο μπουφές με τα γυαλικά, η τραπεζαρία, η γωνιά των ρούχων κι οι συμπληρωματικές ντιβανοκασέλες ήταν τα συνήθη υπάρχοντα είδη των σπιτιών, ενώ αν δεν διέθεταν περισσευούμενο δωμάτιο μπορούσε κανείς στον ίδιο χώρο να συναντήσει τη ντουλάπα, το ψυγείο, ακόμη και το διπλό κρεβάτι του ζευγαριού.
Οι ασβεστωμένοι τοίχοι και τα κατάλευκα ρείθρα των πεζοδρομίων, οι περιποιημένοι φανοστάτες, οι χειροποίητες κουρτίνες στα παράθυρα, οι βασιλικοί και τα γεράνια στα σκαλοπάτια, τις ταράτσες, τις αυλές ομόρφαιναν την προσφυγική συνοικία, έδιναν μια χαρμόσυνη νότα ζωής στη φτωχική γειτονιά που μοσχοβολούσε νοικοκυροσύνη και πάστρα. Τα κεντήματα με τα ζωηρά χρώματα στόλιζαν το εσωτερικό των σπιτιών, ενώ σε μια εταζέρα βρίσκονταν τα εικονίσματα, τα ιερά κειμήλια των προσφύγων κι άλλα αγαπημένα αντικείμενα τα οποία εξέθεταν σε καθημερινή θέα, όπως φωτογραφίες της οικογένειας, στεφανοθήκες, μπακίρια, μεταξωτά χάλια τοίχου, το παραδοσιακό χαλί υποδοχής της εισόδου, διάφορα πολύτιμα μικροπράγματα που έδιναν μιαν αίσθηση ζεστασιάς και οικειότητας στο προσφυγικό καταφύγιο μετά τον κατακλυσμό.


Συνθήκες διαβίωσης
Η απουσία έργων υποδομής, η έλλειψη αποχετευτικού δικτύου, η ανυπαρξία ηλεκτρικού ρεύματος, η λειψυδρία, τα κοινόχρηστα αρχικά αποχωρητήρια, η στενότητα των χώρων διαβίωσης, η σκόνη κι η λάσπη των δρόμων, η ανέχεια διαφοροποιούσαν κατά πολύ τη ζωή των προσφύγων, οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βιαίως κι ακουσίως τη γενέθλια γη, με όλα τα καλά που τους παρείχε: ασφάλεια, άνεση, κατοικία, κοινωνικό περίγυρο, εργασία. Τον πρώτο καιρό οι πρόσφυγες της Κοκκινιάς βίωσαν τη φτώχεια, την αρρώστια, την πείνα. Οι επιδημίες θέριζαν τις παράγκες, ενώ τα συσσίτια κράταγαν μόλις και μετά βίας τους ανθρώπους στη ζωή.[1]
Η λειψυδρία θεωρείτο το μέγιστο των προβλημάτων. Το δίκτυο του νερού έφτασε στην Κοκκινιά το 1936, ενώ μέχρι τότε ο συνοικισμός βολευόταν μ’ ένα αυτοσχέδιο πηγάδι που είχαν σκάψει οι κάτοικοι και με το νερό που προμηθευόταν από τους νερουλάδες του Πόρου. Η έλλειψη υγειονομικής φροντίδας στα δημόσια ουρητήρια και τα στάσιμα νερά εξόντωναν βιολογικά τους κατοίκους της πόλης, που υπέφεραν από τη φυματίωση, τη μάστιγα του ελληνικού μεσοπολέμου.
Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες εκτυλίσσεται κι επιτυγχάνεται η ανασύσταση της κοινωνικής ζωής, η οποία στηρίζεται βασικά στην επιχειρηματικότητα των προσφύγων και στον ανυποχώρητα μάχιμο χαρακτήρα τους. Με νύχια και με δόντια πάλεψαν οι πρόσφυγες -σε ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο- για να επιβιώσουν, ενώ με το πέρασμα του χρόνου κατόρθωσαν να εξευγενίσουν τη ζωή της ξενιτιάς, δίνοντας πνοή, χρώμα, γεύση και νόημα στον τόπο που ήταν γραφτό να γίνει η νέα τους πατρίδα.

Η ανασύσταση της ζωής στην προπολεμική Νίκαια
Η αναδιοργάνωση της ζωής στον προσφυγικό συνοικισμό συνδυάζει την απόλυτη φτώχεια του παρόντος με τον πολιτισμικό εξοπλισμό του παρελθόντος, αυτόν που κουβάλησαν οι πρόσφυγες απ΄ τις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Έτσι, η ζωή στην Κοκκινιά χαρακτηρίζεται από το ήθος, τους ιδιαίτερους επικοινωνιακούς τρόπους, την κοινωνικότητα, την εξωστρέφεια, την επινοητικότητα, την κουλτούρα, την επιχειρηματικότητα, την εξοικείωση με τη ζωή της σύγχρονης πόλης, τον αναβαθμισμένο ρόλο και τη συμμετοχή των γυναικών στην κοινωνική ζωή. Η Κοκκινιά συνιστά ένα παράδειγμα γρήγορης υλοποίησης αυτών των πολιτισμικών αποταμιευμάτων, γιατί από νωρίς η πληθυσμιακή πυκνότητα των κατοίκων δημιούργησε την υλική βάση για την πλοκή των αστικών σχέσεων.
Η επιχειρηματικότητα των προσφύγων εκδηλώνεται με πλήθος επιχειρηματικών δράσεων. Κορυφαία ενασχόλησή τους είναι η ταπητουργία. Η αγορά αποτελεί, επίσης, έναν κόμβο ανταλλαγών όπου αποδεικνύονται εμπράκτως η γνώση, η ευρυμάθεια και το πολύπλευρο ταλέντο των προσφύγων, οι οποίοι εργάζονται συστηματικά την ημέρα και διασκεδάζουν το βράδυ, εκτονώνοντας -μέσω διαφόρων μορφών τέχνης- τον καθημερινό μόχθο και κάματο.

Πολιτισμική ταυτότητα
Η κυρίαρχη αίσθηση της ξεχωριστής ταυτότητας των προσφύγων είχε μια έντονη πολιτισμική διάσταση και στηριζόταν κυρίως στις μνήμες, τις οποίες διατηρούσαν ζωντανές και προσπαθούσαν να τις ενσωματώσουν οι πρόσφυγες στο νέο τρόπο ζωής τους. Η μνήμη λειτουργεί ως μέσο πολιτισμικής επιβίωσης. Η αναφορά στον τόπο καταγωγής, η αφοσίωση στα τοπικά χαρακτηριστικά, η συνάρτηση της τοπικής και της θρησκευτικής ταυτότητας είναι τα στοιχεία που συγκροτούν τον ιδιαίτερο πολιτισμικό χαρακτήρα της Κοκκινιάς, η οποία με την άφιξη των προσφύγων “μυρίζει” Ανατολή. Είναι γεγονός ότι απ’ όλες τις συνοικίες, η Κοκκινιά παρουσίαζε τη μεγαλύτερη κίνηση σε θεάματα και νυχτερινή ζωή.

Η πολυπληθής προσφυγούπολη -με τους λασπωμένους χωματόδρομους, το συνωστισμό των πλινθόκτιστων σπιτιών, την έλλειψη νερού, την ανυπαρξία αποχετευτικού δικτύου, την καθημερινή μάχη για το μεροκάματο- δεν έπαψε να γελά και να διασκεδάζει, γιατί μόνον έτσι ήξερε να ζει. Όσο περισσότερο υπέφεραν οι πρόσφυγες τόσο περισσότερο επιζητούσαν την εκτόνωση σαν γιατρικό στις αντιξοότητες της ζωής. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τίποτε δεν έλειπε απ’ τον προσφυγικό συνοικισμό. Οι πρόσφυγες είχαν μάθει να τα έχουν όλα και διεκδικούσαν τα πάντα. Έτσι, έφτιαξαν εκ του μηδενός τα σπίτια τους, έχτισαν εξαρχής τις εκκλησιές τους, δημιούργησαν τους ζωτικούς πυρήνες της πόλης, όπου δέσποζαν τα χαρακτηριστικά της πατρίδας τους: η μουσική, το τραγούδι, το θέατρο, ο κινηματογράφος , ο αθλητισμός.

Τέλος , η Νέα Ιωνία

Η Νέα Ιωνία ιδρύθηκε το 1923. Ως ημέρα ίδρυσης της θεωρείται η Κυριακή 27 Ιουνίου του 1923, όταν έγινε η θεμελίωση του προσφυγικού συνοικισμού από τον αρχηγό της Επαναστατικής Κυβέρνησης, Νικόλαο Πλαστήρα και τον ιερέα Παπαϊωακείμ Πεσματζόγλου, ο οποίος είχε οδηγήσει ως άλλος Μωϋσής, τους χιλιάδες συμπατριώτες του Σπαρταλήδες (από την πόλη Σπάρτη της Πισιδίας) στην Ελλάδα, μετά την Μικρασιατική καταστραφή.

Εκτός των Σπαρταλήδων, εκ των πρώτων εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, που τότε ονομαζόταν «Ποδαράδες» και υπαγόταν στον Δήμο Αθηναίων, πρόσφυγες από την Ινέπολη και την Κασταμονή, τη Σαφράμπολη, τη Νεάπολη, την Καππαδοκία, την Αλάϊα και την Αττάλεια της Παμφυλίας και ακόμη από την Σμύρνη και τα περίχωρά της, τα Βουρλά, το Αϊβαλί, τα Θυάτειρα και άλλες πολιτείες της Μ. Ασίας που ανθούσαν σπουδαίες Ελληνορθόδοξες κοινότητες.

Η πόλη αναπτύχθηκε ταχύτατα, παρά τις φοβερές ελλείψεις και την προχειρότατη εγκατάσταση σε μικρές προσφυγικές κατοικίες ή και σε σκηνές χιλιάδων προσφύγων. Όντας οι περισσότεροι κάτοικοι αστοί πρόσφυγες, ικανοί στο εμπόριο και τις επιχειρήσεις ανέδειξαν γρήγορα την πολιτεία τους σε μεγάλο βιομηχανικό κέντρο, με κύριους κλάδους: την Κλωστοϋφαντουργία και την Ταπητουργία. Γρήγορα η Νέα Ιωνία έγινε πόλος έλξης χιλιάδων εργατών από την επαρχία. Το 1934, μαζί με άλλους συνοικισμούς της Αθήνας και του Πειραιά, η Νέα Ιωνία ονομάστηκε δήμος, όμως δεν περιλαμβάνονταν η Καλογρέζα και η Αλσούπολη.

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3 Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ)

Εδώ θα εξετάσουμε ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για τη σύγχρονη ιστορία του τόπου ,Τη συγκρότηση του οργανισμού που βοήθησε τους πρόσφυγες να αποκατασταθούν ,την ΕΑΠ.
Όλως παραδόξως δε γίνεται καμία αναφορά στον άλλο οργανισμό που βοήθησε τα μέγιαστα στην αποκατάσταση των προσφύγων ,στον Ερυθρό Σταυρό.
Ίσως κάποιοι να έκριναν ότι θα ήταν πολύ για τα ελληνόπουλα να πάρουν δύο πληροφορίες ταυτόχρονα.

Ο Χένρι Μόργκεντάου ,πρώτος πρόεδρος της ΕΑΠ


Ας δούμε λοιπόν… ,Η ΕΑΠ ιδρύθηκε το 1923 με πρώτο της πρόεδρο τον Αμερικανό Henry Morgentau, πρώην πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη. Η ΕΑΠ προικοδοτήθηκε με το συνολικό ποσό των 12.300.000 λιρών Αγγλίας, που χορηγήθηκε ως δάνειο στην Ελλάδα από ξένους τραπεζιτικούς κύκλους για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος. Της μεταβιβάστηκαν επίσης από τα Υπουργεία Γεωργίας και Πρόνοιας όλες οι δικαιοδοσίες που είχαν σχέση με την αποκατάσταση των προσφύγων. Παράλληλα, το ελληνικό κράτος ανέλαβε την υποχρέωση να εκχωρήσει στην Επιτροπή, με πλήρεις τίτλους κυριότητας, εκτάσεις γης που άγγιζαν τα 5.000.000 στρέμματα.

Το έργο της ΕΑΠ ήταν εξαρχής εξαιρετικά δύσκολο. Αφενός έπρεπε να βρεθούν τα κατάλληλα μέρη, ώστε να εγκατασταθούν οι αγρότες πρόσφυγες και να τους δοθεί επίσης κλήρος καθώς και ο κατάλληλος εξοπλισμός για να καλλιεργήσουν τη γη. Αφετέρου, οι αστοί πρόσφυγες έπρεπε να εγκατασταθούν γύρω από πόλεις και να βρουν δουλειά. Η αστική αποκατάσταση όμως αποδεικνύονταν αφάνταστα δύσκολη στην πράξη, καθώς οι αστοί αποτελούσαν το 42% των προσφύγων, ενώ στην Ελλάδα ο αστικός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε το 23%. Κι όλα τα παραπάνω έπρεπε να διευθετηθούν κατεπειγόντως, αφού στα στρατόπεδα υποδοχής πολλοί πρόσφυγες πέθαιναν καθώς τους έλειπαν τα στοιχειώδη, ενώ ο εξανθηματικός τύφος τους θέριζε.


Παρά τις δυσκολίες όμως, το προσωπικό της ΕΑΠ προσπάθησε από την πρώτη κιόλας στιγμή να διαχειριστεί την κατάσταση. Κατανέμοντας τη δουλειά σε πέντε ανεξάρτητες Διευθύνσεις Εποικισμού και με προσωπικό που άγγιξε κάποια στιγμή τα 2.000 άτομα, η ΕΑΠ εξελίχθηκε ταχύτατα σε έναν παντοδύναμο μηχανισμό. Σύντομα τα πρώτα αποτελέσματα ήταν γεγονός. Η αγροτική εγκατάσταση των προσφύγων προχώρησε σημαντικά και τη διετία 1925-1926 το μεγαλύτερο μέρος του αρχικού στόχου της παραγωγικής εγκατάστασης 145.000 αγροτικών προσφυγικών οικογενειών είχε επιτευχθεί. Τα χρήματα του δανείου είχαν υλοποιήσει το σκοπό για τον οποίο είχαν διατεθεί. «Το άψυχον του δανείου, οι πρόσφυγες το ενεψύχωσαν με την ζωτικότητά των, την οποίαν έκρυβαν εις τας φλέβας των ως πολύτιμον θησαυρόν… και κατόρθωσαν οι άνθρωποι αυτοί να μεταβάλλουν την ελληνικήν ύπαιθρον εις μίαν τελεσιουργίαν που γεννά θαυμασμόν και σκορπά την αισιοδοξίαν διά το μέλλον ολοκλήρου της χώρας», έγραφε η Εφημερίς των Βαλκανίων στις 26 Ιανουαρίου 1927.

Αντίθετα, η αστική αποκατάσταση βρισκόταν στα τέλη της δεκαετίας του 1930 ακόμη σε εξέλιξη. Αν και ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε την αποκατάσταση 125.000 αστικών προσφυγικών οικογενειών, το 1930 υπήρχαν ακόμη περίπου 30.000 οικογένειες που εξακολουθούσαν να ζουν σε καταυλισμούς. «Χιλιάδες προσφυγικών οικογενειών ενδιαιτώνται εις τρώγλας, εις καλύβας, παράγκας και οπάς της γης ή εις στενόχωρα και ακατάλληλα οικήματα» παρατηρούσε με θλίψη η Εφημερίς των Βαλκανίων, στις 22 Ιανουαρίου 1928. Το ζήτημα της αστικής αποκατάστασης των προσφύγων παρέμεινε τελικά ανοικτό για πολλές δεκαετίες ρίχνοντας μια μόνιμη σκιά στην πορεία του προσφυγικού ζητήματος στην Ελλάδα.

Δεν έλειψαν όμως και οι κατηγορίες εναντίον των υπευθύνων για την προσφυγική εγκατάσταση. Στις εφημερίδες της εποχής έκαναν αρκετά συχνά την εμφάνισή τους άρθρα που αποκαλούσαν την προσφυγική υπόθεση επικερδή «επιχείρηση» και κατηγορούσαν την ΕΑΠ για ατασθαλίες, χαρακτηρίζοντάς την ως «κράτος εν κράτει». Ταυτόχρονα ζητούσαν τη σύσταση Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τη διερεύνηση των καταγγελιών. Το Ελληνικό Κοινοβούλιο σε έξι διαδοχικές συνεδριάσεις του, το Μάιο του 1925 αλλά και σποραδικά σε διάφορες άλλες χρονικές περιόδους, ασχολήθηκε εκτεταμένα με τις κατηγορίες που διατυπώνονταν εναντίον της ΕΑΠ. Σε μια από αυτές, ο βουλευτής Ν. Κωνσταντόπουλος με μια φορτισμένη ομιλία του απαίτησε από τον Έλληνα Πρωθυπουργό «όπως βροντοφωνήση προς την Επιτροπήν Αποκαταστάσεως, έν μεγαλόστομον Άλτ».

Όμως και οι ίδιοι οι πρόσφυγες διαμαρτύρονταν για τις ενέργειες της ΕΑΠ κάνοντας λόγο για απάτες σε βάρος τους με τη συμμετοχή ενίοτε και προέδρων των προσφυγικών συνοικισμών. Πολλά σπίτια κατέρρεαν αμέσως, οι πρόσφυγες χρεώνονταν με αμάξια που δεν τα έπαιρναν ποτέ και με ζώα που ψοφούσαν γρήγορα. Για τον Προϊστάμενο του Εποικιστικού Γραφείου Κοζάνης, μάλιστα, πλήθος ήταν οι καταγγελίες πως συμπεριφερόταν σκαιότατα στους πρόσφυγες, ενώ απουσίαζε τουλάχιστον είκοσι ημέρες το μήνα από την εργασία του, με αποτέλεσμα τα 2/3 των χωραφιών της περιοχής να παραμένουν χέρσα. Σύμφωνα επίσης με τον Μακεδόνα βουλευτή Ν. Κουμπαρούσο, στις Νέες Χώρες η ΕΑΠ είχε υποκαταστήσει το κράτος ενώ οι υπάλληλοί της, που αμοίβονταν με παχυλούς μισθούς, αρνούνταν να λογοδοτήσουν στις ελληνικές αρχές θεωρώντας πως υπάγονται απευθείας στην ΚτΕ. Στις κατηγορίες εναντίον του διεθνούς οργανισμού ήρθαν να προστεθούν και εκείνες για υποδαύλιση των συγκρούσεων ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς, αφού η ΕΑΠ δεν είχε κατορθώσει να λύσει το ζήτημα της διανομής των γαιών με δίκαιο τρόπο. Διατυπώνονταν επίσης υπαινιγμοί για εξυπηρέτηση των πολιτικών συμφερόντων των Αντιβενιζελικών. «Τα 9/10 των εργολάβων των προμηθειών του Εποικισμού είναι ως άτομα Αντιβενιζελικοί», καυτηρίαζε ο αρθρογράφος της Εφημερίδος των Βαλκανίων (13 Αυγούστου 1925).

Οι κατηγορίες αυτές προκάλεσαν αναταραχή στον προσφυγικό κόσμο, συγκλήθηκε μάλιστα και έκτακτο Παμπροσφυγικό Συνέδριο το καλοκαίρι του 1925, το οποίο ζήτησε την αυστηρή τιμωρία των υπευθύνων. Η εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Φως ξεκίνησε εκστρατεία για τη διαλεύκανση των σκανδάλων, δημοσιεύοντας στην πρώτη σελίδα της και μέσα σε πλαίσιο τα εξής: «Πρόσφυγες, προσέλθετε όλοι. Όσοι εκ των προσφύγων ηναγκάσθησαν να δώσωσιν εις τρίτους χρήματα διά να αποκτήσωσι στέγην, παρακαλούνται χάριν του γενικωτέρου προσφυγικού συμφέροντος να προσέλθωσι προς τον κ. Εισαγγελέα να καταγγείλωσι τους λαβόντας». (6 Δεκεμβρίου, 1924).

Τον Αύγουστο του 1925 ξέσπασε τελικά ανοιχτή διαμάχη ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και την ΕΑΠ. Η κυβέρνηση, έχοντας επηρεαστεί από τις καταγγελίες της κοινής γνώμης κατά της Επιτροπής, οδήγησε στη στρατιωτική δικαιοσύνη τον Διευθυντή του Εποικισμού και τους Αρχιμηχανικούς με την κατηγορία της κατάχρησης. Όταν όμως η ΕΑΠ προέβαλε το Πρωτόκολλο του 1923, σύμφωνα με το οποίο καμιά ελληνική αρχή δεν μπορούσε να ελέγξει τις συμβάσεις που υπέγραφαν οι λειτουργοί της, η κυβέρνηση απαίτησε την παραίτηση των δύο Ελλήνων μελών της ΕΑΠ. Η διαμάχη διευθετήθηκε τελικά μετά από συνάντηση που είχε ο υπουργός των Εξωτερικών Ρέντης με τον πρόεδρο της ΕΑΠ C.P.Howland, προκάλεσε όμως προσωρινή αναστολή του εποικιστικού έργου.

Μέσα σε αυτό το κλίμα η ΕΑΠ, χωρίς να έχει ολοκληρώσει το έργο της, μεταβίβασε στη διάρκεια του 1930 τις αρμοδιότητές της στην κυβέρνηση Βενιζέλου και διαλύθηκε. Αξιολογώντας την προσφορά της στη διάρκεια των επτά ετών της δράσης της, δε μπορεί κανείς να μην παραδεχθεί πως πραγματοποίησε ένα κολοσιαίο έργο σε συνθήκες κάθε άλλο παρά ευνοϊκές. Σε ελάχιστες περιπτώσεις παρεξέκλινε από τον αρχικό σχεδιασμό της, ενώ η όλη δραστηριότητά της κινήθηκε σε επαγγελματικά πρότυπα. Ακόμη και οι καταγγελίες εναντίον στελεχών της μπορούν να γίνουν κατανοητές, αν αναλογισθεί κανείς πως η ΕΑΠ αποτέλεσε για τη δεκαετία του 1920 ένα είδος Υπερυπουργείου που διαχειρίσθηκε τεράστια οικονομικά κονδύλια και ένα άνευ προηγουμένου ανθρωπιστικό δράμα. Η ΕΑΠ συνέδεσε την πορεία της με την αναγέννηση της κατεστραμένης Ελλάδας και την αναζωογόνηση των Νέων Επαρχιών της. Το Μάιο του 1929 ο τότε Αντιπρόεδρός της John Campbell, περιέγραψε σε έκθεσή του το έργο που είχε συντελεσθεί: «Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι όταν επισκέπτεται κανείς τους προσφυγικούς συνοικισμούς των πόλεων της Μακεδονίας και της Θράκης, έχει την εντύπωση ότι η Ελλάδα πήδησε με ένα βήμα από τον 17ο στον 20ό αιώνα… Η όψη της χώρας άλλαξε βαθειά. Παντού βλέπει κανείς τη χαρά στα πρόσωπα των προσφύγων… τα δείγματα προόδου είναι φανερά παντού. Νέες οικοδομές που χτίσθηκαν από τους ίδιους τους πρόσφυγες, αύξηση των κτηνών, καλλιέργεια σιτηρών ανώτερης ποιότητας, χρήση σύγχρονων μεθόδων καλλιέργειας. Εξαιρετικά σχολεία και εκκλησίες χτίστηκαν και χτίζονται… Είμαι βέβαιος ότι οι πρόσφυγες θα γίνουν παράγοντες προόδου στην Ελλάδα».

Η διεκπεραίωση της προσφυγικής αποκατάστασης στην Ελλάδα υπήρξε σίγουρα μια από τις πρωτοβουλίες που προέβαλαν με κολακευτικά σχόλια το έργο της ΚτΕ. Οι υπάλληλοι του διεθνούς οργανισμού μπορούσαν ασφαλώς να καυχώνται για την επιτυχία του έργου τους. Τελικά το αποκαλούμενο «ελληνικό θαύμα» αποδείχθηκε από τις ελάχιστες «μαγικές» κινήσεις της ΚτΕ στις δυόμισι περίπου δεκαετίες της δράσης της.


Το φιλμ είναι για τον πρόεδρο της ΕΑΠ και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρ'ότι είναι στα αγγλικά.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

ΕΓΩ ΕΙΜΙ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ ΣΑΣ

Πρόσφατα απέκτησα για άλλη μια φορά ενυδρείο και ανέλαβα το φορτίο της φροντίδας κάποιων ψυχών.
Ξέρω ότι για τους περισσότερους ,ο ζωντανός οργανισμός που ακούει στο όνομα "ψάρι" είναι κάτι που προκαλεί συναισθήματα που κυμαίνονται από την πλήρη αδιαφορία μέχρι το υπαρξιακό ερώτημα "τηγανητό ή ψητό;"
Παρόλα αυτά ,αν ακολουθήσουμε την προτροπή του Γάλλου φιλόσοφου και διαφωτιστή ,Ρουσσώ , να παρατηρούμε τη φύση, θα καταλήξουμε σε πολλά χρήσιμα συμπεράσματα και θα καταλάβουμε πως η ζωή όσο μικρή και αν είναι είναι πάντα άξια σεβασμού και κρύβει μέσα της απεριόριστο μεγαλείο.


Βρήκε λοιπόν το ενυδρείο τη θέση του και τα μικρά ψαράκια άρχισαν να εξερευνούν το χώρο τους πλησιάζοντας συχνά στα τοιχώματα του ενυδρείου για να παρατηρήσουν αυτόν τον άγνωστο κόσμο που εκτεινόταν σε αυτό το ακατανόητο γι αυτά υπερπέραν με αυτή την αβυσσαλέα σύνθεση χρωμάτων και κινήσεων που προσδιοριζόταν πέρα από κάθε δυνατότητά τους να βρεθούν εκεί από ένα υλικό που αν είχαν τη δυνατότητα να το κατανοήσουν θα το ονόμαζαν γυαλί.
Κολυμπούσαν λοιπόν φαινομενικά άσκοπα και ανέμελα ,σίγουρα όμως ακολουθώντας κάποια αρχέγονη παρόρμηση που τελικά τα καθορίζει ως οργανισμούς και λειτουργούν ως ψάρια και όχι ως μπαμπουίνοι ή κάμπιες ,πληιάζοντας τα τοιχώματα του γυάλινου φράχτη τους κάθε φορά που επιχειρούσα να τα ταίσω.
Η κίνηση της προσέγγισης τους ήταν ταυτόχρονη με οποιοδήποτε πλησίασμά μου στο ενυδρείο κάτι που πανηγυρικά καταρρίπτει αυτά τα περί μνήμης τριών δευτερολέπτων αφού ερχόντουσαν να φάνε όπως θα ερχότανε οποιοδήποτε ανώτερο θηλαστικό που εμείς οι "υπεράνω" το θεωρούμε έξυπνο.
Αυτή λοιπόν η σχέση μου με τα μικρά όντα αυτού του ενυδρείου μου δημιούργησε μια έντονη φιλοσοφική διάθεση.
Αισθάνθηκα για λίγο ,πως να το πω;, Ο Θεός τους.


Σίγουρα , αν με το πέρασμα των χιλιετηρίδων ακολουθήσουν αυτό που εμείς οι άνθρωποι θεωρούμε για τους δικούς μας λόγους, εξέλιξη ,αναντίρρητα στις γραφές τους θα καταχωρήσουν την ψαροτροφή που τους έριχνα κάθε μέρα από ψηλά και που τα χόρταινε ως μάννα εξ ουρανού , κάτι που θα αναλάμβαναν αργότερα οι ψαροθεολόγοι τους να διευθετήσουν και να ερμηνεύσουν.
Και παράλληλα μέσα στις δικές τους μεταφυσικές ανησυχίες ,όταν αυτές προέκυπταν , αναπόδραστα θα επιχειρούσαν να τιμήσουν αυτό το ον με το θολό περίγραμμα που τα φρόντιζε ,τα τάιζε και τα περιποιόταν χωρίς να ζητάει ποτέ ανταπόδοση.
Με τον τρόπο τους λοιπόν θα διαμορφώνανε ένα λατρευτικό σύστημα τελετουργιών και ευχαριστιών πιστεύοντας ότι ως θεός τους μάλλον κάτι τέτοιο θα ήταν αυτό που ήθελα αγνοώντας φυσικά ότι εγώ το μόνο που θα επιθυμούσα από αυτά θα ήταν να είναι καλά να είναι υγιή και να μακροημερεύουν.
Και όταν κάποιο από αυτά άφηνε το μάταιο ετούτο κόσμο ίσως να πίστευαν πως άλλαζε σφαίρα ύπαρξης ερχόμενο στο δικό μου βασίλειο κάτι που κατά κάποιο τρόπο αληθεύει αν αναλογιστούμε ότι ως κουφάρια πια ,μέσα σε μια χαρτοπετσέτα διανύουν όντως μια διαδρομή στο δικό μου βασίλειο ,ένα φευγαλέο πέρασμα από το σαλόνι μέχρι την τουαλέτα για να καταλήξουν στη λεκάνη από όπου θα ξεκινήσουν το μεγάλο ταξίδι της ανακύκλωσης της ζωής.
Κάπως έτσι όμως δε λειτουργεί και όλη η ανθρωπότητα;Κάπως έτσι δεν αντιλαμβάνεται το θεό που κατά βάθος η ίδια κατασκεύασε;
Γιατί αν υπάρχει θεός (που προσωπικά υποψιάζομαι πως υπάρχει) ,σίγουρα λειτουργεί τελείως διαφορετικά ,με εντελώς διαφορετική οντολογική σύσταση από αυτή που νομίζουμε εμείς και χωρίς τις ανθρωποκεντρικές μας απλουστεύσεις.
Με μεγάλη αγάπη και φροντίδα για τα όντα των οποίων αποκλειστικά από μόνο εμένα η ύπαρξη εξαρτάται , παρακολουθώ λοιπόν καθημερινά το ενυδρείο, κρατάω σημειώσεις για τη συμπεριφορά των μικρών αυτών ψυχών και μαθαίνω μαζί τους ,μαθαίνω από κάθε μικρή κίνηση που κάνουν.
Στα μάτια τους σίγουρα είμαι αιώνιος ,πάνσοφος και πανάγαθος και αν είχαν φωνή να αρθρώσουν ίσως να κατέληγαν να μου πουν "συ είσαι ο κύριος ο Θεός μας".



Για να μην παρεξηγηθώ ,δεν υπάρχει καμία βλάσφημη διάθεση στο κείμενο μου ,απλώς σκεφτόμουν ότι κάθε πρωτόγονη μορφή ,τις πιο εξελιγμένες από αυτό ,τις αντιμετωπίζει με δέος και ενίοτε τις θεοποιεί.



Λόγω θέματος ακούστε αυτό.

Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3. Η Σύμβαση της Λωζάννης

Όπως βλέπετε προτίμησα την παλαιά γραφή της ονομασίας της Ελβετικής πόλης από το νεοτερικότερο "Λοζάνη" το οποίο όμως ακόμα και έτσι στο βιβλίο συναντιέται σε διάφορες παραλλαγές όπως με όμικρον και δύο νι με ωμέγα και ένα νι και όρεξη νάχουμε να κάνουμε συνδυασμούς.
Ο καλός συγγραφέας σε αυτό το κεφάλαιο ξεκινά με τον τίτλο "Σύμβαση Λωζάννης" και αμέσως μετά αρχίζει και μιλά για τη Συνθήκη της Λωζάννης κάτι το οποίο είναι εντελώς διαφορετικό από το εξειδικευμένο αντικείμενο που αντιμετωπίζουμε στο συγκεκριμένο μάθημα καθ'όσον εδώ η Συνθήκη χρησιμοποιείται μόνον ως χρονικό ορόσημο , για να μας δείξει δηλαδή πόσο απέχει χρονικά η σύμβαση Της Λωζάννης από την παγκοσμίως γνωστή ,Συνθήκη της Λωζάννης.



Το ξενοδοχείο Beau Rivage που υπεγράφη η ομώνυμη Συνθήκη μαζί με τις προσαρτημένες συμβάσεις

Πάμε να κολυμπήσουμε στα βαθιά λοιπόν…
Η Συμβαση για την Ανταλλαγή Πληθυσμών, που επέβαλε την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, υπογράφτηκε στη Λωζάννη στις 30 Ιανουαρίου 1923, δηλαδή δύο μήνες μετά την έναρξη (20.11.1923) της Συνδιάσκεψης Ειρήνης, που κατέληξε στην υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης στις 24 Ιουλίου 1923, τερματίζοντας την εμπόλεμη κατάσταση που είχε συνταράξει την Ανατολή από το 1914 έως το 1922.
Μέρος της Συνθήκης της Λωζάννης και απέκτησαν ισχύ διεθνούς σύμβασης ήταν και η υπογραφή δεκαπέντε συμφωνιών – συμβάσεων..
Μία από τις δεκαπέντε συμφωνίες- συμβάσεις, που βασίστηκε σε εισηγητική έκθεση του Νορβηγού Φρίντχοφ Νάνσεν, αντιπροσώπου της Κοινωνίας των Εθνών, ήταν και η Συμβαση για την Ανταλλαγή Πληθυσμών η οποία υπογράφηκε από τους εκπροσώπους των δύο ενδιαφερομένων κρατών –τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Ισμέτ Ινονού- και τέθηκε σε ισχύ στα τέλη Αυγούστου του 1923, οπότε επικυρώθηκε από τις δύο χώρες.
Η ελληνοτουρκική Συμβαση Ανταλλαγής αποτελεί μια πρωτοφανή ρύθμιση στην παγκόσμια ιστορία, καθώς βάσει αυτής εκπατρίστηκαν αναγκαστικά, χωρίς δυνατότητα επιστροφής και με μοναδικό κριτήριο της θρησκεία, περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι –1,2 εκατομμύρια ορθόδοξοι χριστιανοί και 600.000 μουσουλμάνοι.
Αν και η ανταλλαγή πληθυσμών δεν ήταν άγνωστο φαινόμενο (οι βαλκανικές χώρες είχαν υπογράψει συμφωνίες αμοιβαίας μετανάστευσης μειονοτήτων –π.χ. Συνθήκη του Νεϊγί [1919] μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας-, που αφορούσαν μετακινήσεις μερικών χιλιάδων ανθρώπων από συνοριακές περιοχές), ποτέ όμως πριν και μετά την ελληνοτουρκική Συμβαση Ανταλλαγής δεν έγινε μια τόσο μαζική και υποχρεωτική μετανάστευση πληθυσμών.



Από τη ρύθμιση εξαιρέθηκαν οι Ρωμιοί της Κωνσταντινούπολης που με βάση τα στοιχεία που προσκόμισε στη διάσκεψη ο πρόεδρος της λόρδος Κorzon ήταν 390.000 επί συνολικού πληθυσμού της Κωνσταντινούπολης 1.000.000 , όλοι εγκατεστημένοι εκεί πριν την 30/10/1918 , οι Έλληνες της Ίμβρου και της Τενέδου (12.000) και οι Μουσουλμάνοι της Δυτικής Θράκης (περίπου 100.000)
Ο εκπατρισμός, βέβαια, του ελληνικού στοιχείου είχε συντελεστεί νωρίτερα. Ηδη πολύ πριν από την έκβαση του Μικρασιατικού Πολέμου το Σεπτέμβρη του ’22, περίπου ένα εκατομμύριο Έλληνες από τα μικρασιατικά παράλια, την Aνατολική Θράκη και τον Πόντο είχαν καταφύγει στην Ελλάδα.
Στην ουσία για την ελληνική πλευρά η Συμφωνία Ανταλλαγής δεν ήταν παρά η επισημοποίηση της πραγματικότητας και αφορούσε κυρίως τους εναπομείναντες Έλληνες του Πόντου και της Καππαδοκίας.
Ο Βενιζέλος, που είχε κληθεί από την κυβέρνηση (Στ. Γονατά) να συμμετάσχει στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης, έβλεπε την ανταλλαγή πληθυσμών (στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, το 1919, είχε προτείνει μια ανταλλαγή, σε εθελοντική όμως βάση) ως λύση ρεαλιστική για την Ελλάδα, καθώς, εφόσον στην Ανατολία είχε απομείνει ένας ελληνικός πληθυσμός γύρω στα 200.000 άτομα, η ανταλλαγή αφορούσε τη μετακίνηση 400.000 ατόμων τουρκικού πληθυσμού προς την Τουρκία, πράγμα που θα έδινε χώρο και ακίνητα για την αποκατάσταση των προσφύγων στην Ελλάδα.
Το πόσο ειδεχθής και αποτρόπαιη ήταν η απόφαση της μαζικής αυτής μετακίνησης πληθυσμών φαίνεται και από το γεγονός ότι στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη της ιδέας και προσπαθούσαν να τη ρίξουν ο ένας στον άλλο, γιατί «δεν υπήρχε ούτε νομική ούτε ηθική βάση για να υποστηρίξουν την ολική και υποχρεωτική ανταλλαγή», όπως σημείωνε αργότερα ο νομικός Στυλιανός Σεφεριάδης (πατέρας του Γιώργου Σεφέρη), που παρακολουθούσε τις εργασίες της Συνδιάσκεψης.


«Η σύμβαση της ανταλλαγής», έλεγε, «είναι η πιο απεχθής συμφωνία που υπογράφηκε ποτέ από πολιτισμένα κράτη. Κατά την άποψή μου θα έπρεπε να θεωρηθεί άκυρη, επειδή ήταν αντίθετη στο διεθνές δίκαιο και στο Καταστατικό της Κοινωνίας των Εθνών, αλλά και επειδή παραβίαζε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.
Οι άνθρωποι δεν είναι ζώα, ώστε να μπορεί κάποιος να τα θυσιάζει, να τα πουλάει, να τα παραχωρεί ή να τα ανταλλάσσει».
Η ανταλλαγή ήταν μια τρομερή τραγωδία για τους ανθρώπους που επηρέασε, σημειώνει ο Μπρους Κλάρκ, ιρλανδός, δημοσιογράφος του Εκόνομιστ.
Ο Βρετανός πολιτικός και πρωθυπουργός Loyd George με σφοδρότητα κατήγγειλε τη συνθήκη : «ως κορύφωση της αδικίας και μέγιστο κακό για ολόκληρη την ανθρωπότητα»
Οι ανταλλάξιμοι έλληνες το 1923 ήταν η μικρότερη ομάδα, 189.916. Οι Τούρκοι οι οποίοι αναγκάστηκαν σε εκπατρισμό ήταν 355.635( κάποιοι είχαν επίσης αποχωρήσει πριν) και η έξοδός τους ήταν πιο οργανωμένη.
Η ανταλλαγή αυτή δεν επέτρεψε ούτε το κριτήριο του αυτοπροσδιορισμού. Ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται και οι 40.000 περίπου Τουρκοκρητικοί, που λίγα Τουρκικά κατείχαν. Η γλώσσα τους και ο πολιτισμός τους ήταν Κρητικός. Το ίδιο και οι Καραμανλήδες της Καππαδοκίας που ήταν ορθόδοξοι, γνώριζαν όμως μόνο Τουρκικά. Ούτε οι μεν, ούτε οι δε ήθελαν ν’ ανταλλαχθούν Χριστιανοί πρόσφυγες
Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Ελλάδα για την εγκατάσταση των 1,5 εκ. προσφύγων ήταν τεράστιο. Οι πρόσφυγες αποτελούσαν περισσότερο από το 20% του πληθυσμού. Για την Τουρκία ήταν μόνο 4%. Για να ξεπεραστεί το πρόβλημα της ελληνικής γραφειοκρατίας δημιουργήθηκε το Συμβούλιο Αποκατάστασης Προσφύγων υπό την προστασία της Κοινωνίας των Εθνών. Οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε αγροκτήματα αλλά και στις πόλεις( κυρίως Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Πειραιάς). Το 1930, 145.738 οικογένειες είχαν εγκατασταθεί σε αγροκτήματα, είχαν κτιστεί 27.000 σπίτια σε 127 αστικούς οικισμούς, αλλά υπήρχαν ακόμη 30.000 οικογένειες που έμειναν σε παράγκες και μερικές- λίγες ήταν στις ίδιες συνθήκες ακόμη και την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου.
Στο βιβλίο του αριστερού και πρόσφυγα Βασίλη Ραφαηλίδη, «κωμικοτραγική Ιστορία του Νεοελληνικού κράτους» διαβάζουμε.
Ένα από τα πολλά παραδείγματα που προσφέρει η Νεοελληνική Ιστορία για την έλλειψη Εθνικής συνείδησης και την λανθασμένη έννοια της Εθνικής συνείδησης των ντόπιων Ελλαδιτών, είναι η συμπεριφορά τους στους πρόσφυγες του 1922.
«Παντού οι ντόπιοι αντιμετωπίζουν τους πρόσφυγες σαν εισβολείς, σαν εχθρούς, περίπου σαν Τούρκους!! Ξυλοδαρμοί, προπηλακισμοί, δολοφονίες αλλά αυτά τα αποσιωπούμε προβάλοντας μπροστά από όλα την εικόνα του φιλόξενου και φιλότιμου Έλληνα.

Όσο για τη Μεικτή Εοιτροπή του 1923
Ανταλλάξιμη Περιουσία ονομάσθηκε η περιουσία των μουσουλμάνων που εκδιώχτηκαν από την Ελλάδα με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 και αντιστοιχούσε μόλις στο ένα δέκατο των περιουσιών που εγκατέλειψαν υποχρεωτικά οι Έλληνες στη Μικρά Ασία (Πόντος, Ιωνία, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πισιδία κ.ά.) και την Ανατολική Θράκη. Στη Συνδιάσκεψη της Λωζάννης αποφασίστηκε η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών, εξαιρώντας την ελληνική μειονότητα της Κωσταντινούπολης, Ίμβρου και Τενέδου και τη μουσουλμανική της Δυτικής Θράκης. Η σύμβαση που υπογράφτηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1923 αποτελείται από 19 άρθρα, που προβλέπουν τις λεπτομέρειες της ανταλλαγής τωνπροσώπων και των περιουσιών. Προσαρτήθηκε πλήρως στη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, με την οποία σε υψηλότατο διεθνές επίπεδο ρυθμίστηκαν όλα τα θέματα που προέκυπταν με το πέρας του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και διαμορφώθηκε οριστικά ο γεωπολιτικός χάρτης στην Εγγύς Ανατολή. Στο άρθρο 14 της Συνθήκης της Λωζάννης δηλωνόταν ξεκάθαρα ο στόχος: πλήρης αποκατάσταση όλων των προσφύγων και πλήρης αποζημίωση για τις περιουσίες που εγκαταλείφθηκαν.

Οι αποφάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης κυρώθηκαν με το από 23/25 Αυγούστου 1923 νομοθετικό διάταγμα. Με απόφαση της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής (Ιούνιος 1924) τέθηκαν στη διάθεση της ελληνικής κυβέρνησης οι περιουσίες των μουσουλμάνων που απελάθηκαν, για να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για την αποκατάσταση των προσφύγων. Το ελληνικό κράτος ήταν ουσιαστικά διαχειριστής της Ανταλλάξιμης Περιουσίας, προς όφελος των προσφύγων.

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3. Το πρώτο διάστημα

Εδώ έχουμε έναν τίτλο ο οποίος με την απροσδιοριστία του καθιστά το μάθημα που ακολουθεί ύποπτο και άμεσα υποψήφιο για να εμφανιστεί στις εξετάσεις.
Πρώτο μας μέλημα είναι να καθορίσουμε χρονικά από πότε μέχρι πότε ελτείνεται αυτό το πρώτο διάστημα.
Έχουμε και λέμε λοιπόν ότι ως πρώτο διάστημα θεωρούμε τη χρονική περίοδο που εκτείνεται από τον Σεπτέμβρη του 1922, όπου καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες στην Ελλάδα ,μέχρι τον Ιανουάριο του 1923 και πιο συγκεκριμένα τις 30-1-1923 που υπογράφεται η Σύμβαση της Λωζάννης και αποφασίζεται η οριστική ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας.
Με λίγα λόγια το πρώτο διάστημα είναι το πρώτο τρίμηνο μετά το διωγμό των προσφύγων όπου οι πρόσφυγες συρρέουν στην Ελλάδα ατάκτως χωρίς κανένα πρόγραμμα και χωρίς καμία κρατική μέριμνα και κυριλεκτικά χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Άνθρωποι καταβεβλημένοι σωματικά και ψυχικά, οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα στοιβαγμένοι κατά εκατοντάδες μέσα στα καράβια που τους μετέφεραν. Οι μολυσματικές ασθένειες τους θέριζαν, ενώ η σωματική ταλαιπωρία επιδείνωνε την κατάστασή τους. Όταν έφτασαν στην Ελλάδα, οι περισσότεροι από αυτούς παρουσίαζαν την εικόνα «μάλλον πτωμάτων κινουμένων ή ζώντων ατόμων».

Πλειάδα παραγόντων επιβάρυνε σημαντικά την ήδη κλονισμένη υγεία τους. Η διατροφή τους ήταν κάκιστη, πολύ κάτω από τις ελάχιστες απαιτήσεις τόσο όσον αφορά την ποσότητα όσο και ως προς την ποιότητα της τροφής. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 επιτόπιες έρευνες σε καταυλισμούς οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πολλοί θάνατοι προσφύγων οφείλονταν όχι απλώς στην κακή διατροφή τους αλλά στην πλήρη ασιτία. Ακόμα μεγαλύτερο ήταν το πρόβλημα της ύδρευσης. Το διαθέσιμο νερό ήταν σχεδόν πάντοτε μολυσμένο και προκαλούσε την εκδήλωση και τη μετάδοση επιδημικών ασθενειών όπως ήσαν οι δυσεντερίες και ο τύφος. Αρμόδιοι πρότειναν να συμπεριληφθούν στα πρώτα μέτρα για την αντιμετώπιση της προσφυγικής θνησιμότητας η παροχή σαπουνιού και ρουχισμού. Τέλος, το γεγονός ότι πολλοί πρόσφυγες προέρχονταν από μολυσματικές περιοχές του μικρασιατικού χώρου ή από περιοχές που ήταν ελώδεις, όπως το Αϊδίνι και η Αμισός του Πόντου, επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας τους, αφού και στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν σε περιοχές επίσης βεβαρημένες. Ας ληφθεί υπόψη ότι ο οργανισμός πολλών προσφύγων παρουσίασε δυσκολία να προσαρμοστεί σε κλιματολογικές συνθήκες, που τις περισσότερες φορές ήταν εντελώς διαφορετικές από αυτές στις οποίες είχαν συνηθίσει.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες είχαν αποτέλεσμα την εκδήλωση επιδημιών και τη γρήγορη εξάπλωσή τους στους προσφυγικούς πληθυσμούς. Ο εξανθηματικός τύφος ήταν η πρώτη δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκαν όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν από το πλήθος των ασθενειών που ενδημούσαν στα μικρασιατικά παράλια και στα καράβια που τους μετέφεραν στην Ελλάδα. Η Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας θεώρησε τους προσφυγικούς καταυλισμούς των πόλεων πραγματικές εστίες μόλυνσης για τη δημόσια υγεία και διέταξε την παρακολούθησή τους από υγειονολόγους. Μέχρι τον Απρίλιο του 1923 είχαν εμβολιαστεί περίπου μισό εκατομμύριο πρόσφυγες, ενώ παράλληλα τέθηκε σε εφαρμογή εκτεταμένο πρόγραμμα αποφθειριάσεων στους προσφυγικούς καταυλισμούς.

Στους αγροτικούς πληθυσμούς τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα, με μεγαλύτερη πληγή εκεί την ελονοσία· το δεύτερο εξάμηνο του 1923, με βάση επίσημες στατιστικές, στους 100 θανάτους προσφύγων που διαπιστώθηκαν στη Μακεδονία, οι 70 οφείλονταν στην ασθένεια αυτή. Τον επόμενο χρόνο, οικισμοί προσφύγων στη Χαλκιδική, τις Σέρρες, τα Γιαννιτσά, την Πιερία και το Κιλκίς έχασαν περίπου το 20% του πληθυσμού τους από ελονοσία, τύφο και δυσεντερία που οφειλόταν κυρίως στην κατανάλωση μολυσμένου νερού. Το ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων αποτελούσε ένα στατιστικό σοκ για τους υγειονολόγους καθώς σε κάθε γέννηση αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι προσφύγων. Η ουσιαστική παράμετρος που διαμόρφωνε αυτή την κατάσταση δεν ήταν μονάχα η αυξημένη θνησιμότητα των προσφύγων, αλλά και το γεγονός ότι οι κακουχίες και τα βάσανα, ιδίως του πρώτου καιρού, οδηγούσαν σε χιλιάδες πρόωρους τοκετούς και αποβολές. Μονάχα η εφαρμογή ενός συστήματος υγειονομικής φροντίδας στους προσφυγικούς πληθυσμούς επέτρεψε τη βαθμιαία αντιμετώπιση του προβλήματος της βρεφικής θνησιμότητας. Το 1929 η κατάσταση είχε αντιστραφεί πλήρως και σε κάθε θάνατο πρόσφυγα αντιστοιχούσαν πλέον τρεις νέες ζωές.

Ο δείκτης της υγείας των προσφυγικών πληθυσμών θα μπορούσε να οριστεί ως η συνισταμένη που δημιουργούσαν οι παράμετροι της διατροφής, της εργασίας και της κατοικίας. Σε μια κοινωνία όπου η λιτή διατροφή δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας, η διατροφή των προσφύγων δε συνέβαλλε στο να αντεπεξέλθει ο οργανισμός τους στις δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Επιπλέον, η σκληρή εργασία τους, συνήθως κάτω από εξαιρετικά ανθυγιεινές συνθήκες, έθετε σε μια ακόμη δοκιμασία την ήδη κλονισμένη υγεία τους. Επιθεωρήσεις αρμοδίων σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου περιέγραφαν τις συνθήκες εργασίας των προσφύγων με μελανά χρώματα ενώ, όχι σπάνια, διαπίστωναν ότι παιδιά κάτω των δέκα ετών εργάζονταν σε βιομηχανικές μονάδες.

Ακόμα χειρότερες ήταν οι συνθήκες της στέγασης. Στις παρυφές των αστικών κέντρων χιλιάδες αυτοσχέδια σπίτια-τρώγλες, ανήλιαγα και χωρίς εξαερισμό, στέγαζαν προσφυγικές οικογένειες για δεκαετίες ολόκληρες. Σε αυτές τις συνοικίες με παράγκες η φυματίωση έβρισκε τις πιο κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί. Ασθένεια που εξαρτιόταν κυρίως από τις συνθήκες της στέγασης, η φυματίωση δεν είχε αποκληθεί αναίτια από τους υγειονολόγους «η νόσος της κατοικίας». Μονάχα το 1933, με βάση επίσημες στατιστικές, περίπου 150.000 άνθρωποι ασθένησαν από τη φυματίωση, 8.070 άνθρωποι από αυτούς πέθαναν, ενώ ανεπίσημοι υπολογισμοί της εποχής κάνουν λόγο για υπερδιπλάσια θύματα της νόσου.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν οφειλόταν μονάχα στην έλλειψη των στοιχειωδέστερων ανέσεων σε σχέση με το ζήτημα της κατοικίας. Σημαντικότερα ήταν εκείνα τα προβλήματα που είχαν να κάνουν με την απουσία απαραίτητων για τη δημόσια υγεία υποδομών, όπως ύδρευση και αποχέτευση, των οποίων η έλλειψη δημιουργούσε ιδανικές συνθήκες για την εμφάνιση και την εξάπλωση λοιμωδών ασθενειών. Στη Μακεδονία του Μεσοπολέμου τουλάχιστον πεντακόσια χωριά, ανάμεσά τους πολλά προσφυγικά, δεν υδρεύονταν. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που λειτουργούσαν δίκτυα ύδρευσης, υπήρχαν τέτοια προβλήματα ώστε συχνά μετατρέπονταν σε πραγματικές εστίες μόλυνσης.


Στους συνοικισμούς των πόλεων η ύδρευση είχε εκχωρηθεί άτυπα σε ιδιώτες που μετέφεραν το νερό με τα κάρα τους σε στάμνες και το πουλούσαν στους κατοίκους, ενώ παράλληλα υπήρχαν βρύσες που εξυπηρετούσαν ολόκληρες γειτονιές συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Και στις δύο περιπτώσεις το νερό αυτό, στάσιμο εκ των πραγμάτων και μολυσμένο, αποτελούσε τη βασικότερη αιτία για την εξάπλωση τυφοειδούς πυρετού, εντερίτιδας και άλλων ασθενειών του πεπτικού συστήματος. Οι περισσότερες μαρτυρίες περιγράφουν με μοναδική γλαφυρότητα την έλλειψη του νερού ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής:

«Νερό; Άλλη φαραωνική πληγή αυτή. Το νερό της Δημαρχίας δε φτάνει μήτε για αγιασμό στο Βύρωνα. Γίνεται ανάρπαστο από τις τυχερές. Οι άλλες; Παραμονεύουν τους νερουλάδες που δε μας έρχονται και τόσο πρόθυμα, γιατί από την Αθήνα έως εδώ έχουν να περάσουν τόση ανηφόρα. Να τους δήτε όταν πουλάνε το νερό. Πόση επισημότητα, Θεέ μου! Στον καιρό του αποκλεισμού, εκείνοι που είχαν το προνομιούχο μονοπώλιο του ψωμιού δε θα έκαναν τα μούτρα του ντερμπεντέρη νερουλά, ο οποίος δε διαλαλεί πια τον υγρό θησαυρό του. Τον βλέπετε με το αριστερό χέρι στην πέτσινη σωλήνα, με το δεξί του στα φράγκα που πέφτουνε σα βροχή με το μεταλλικό τους ήχο και το στόμα να ψιθυρίζει τραγούδια. Τον ακούτε να φωνάζει επιταχτικά “φτάνει!” για το νερό που έδωκε, “κατέβαινε!” για το φράγκο που δεν πήρε ακόμη…»

Η αποχέτευση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας και του Πειραιά αυτοσχέδια ρυάκια διέσχιζαν τους χωμάτινους δρόμους δίπλα στις κατοικίες των προσφύγων μεταφέροντας λύματα ελλείψει αποχετευτικού συστήματος. Η αποκομιδή των απορριμμάτων ήταν επίσης προβληματική στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ στις αγροτικές περιοχές ο κοπροσωρός που συνήθιζαν οι αγρότες να διατηρούν στις αυλές των σπιτιών τους αποτελούσε μία επιπλέον εστία μόλυνσης.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3. Η Έξοδος

Μπαίνουμε λοιπόν στην καταστροφή του 1922 όπου σε αυτό το μάθημα ,τρία χρόνια παρουσιάζονται εντελώς συνοπτικά σε μία παράγραφο.
Όσο για τις ημερομηνίες ,ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.
Η απόβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη που είναι ένα γεγονός που αφορά κυρίως εμάς τους Έλληνες χρονολογείται με την ημερομηνία του νέου ημερολογίου (15 Μαίου).

Η Συνθήκη των Σεβρών που αφορά τους πάντες και είναι γνωστή παγκοσμίως χρονολογείται με το δικό μας το παλιό ημερολόγιο (28 Ιουλίου) και ενώ δέκα σελίδες πριν ,στο κεφάλαιο των κομμάτων μας έδινε τη διεθνή ημερομηνία (10 Αυγούστου).
Αμέσως μετά περιγράφεται η εκλογική ήττα του Βενιζέλου όπου εκεί ο συγγραφέας δεν μπαίνει καν στον κόπο να μας δώσει ημερομηνίες αλλά απλώς αναφέρει ότι έγιναν Νοέμβριο .(σου λέει που να μπλέκουμε τώρα με παλιό-νέο ημερολόγιο…)
Για την ιστορία οι εκλογές αυτές έγιναν 1/14 Νοεμβρίου 1920.
Ας δούμε πιο αναλυτικά λοιπόν.ας, το όλον εφτά μήνες. Στις 2 του Μάη ημέρα Πέμπτη του 1919, , έγινε η απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη μέσα σε απερίγραπτη χαρά των Ελλήνων της Σμύρνης που ούτε μπορούσανε να φανταστούνε τι τους περίμενε μετά τρία χρόνια. Όλοι οι άλλοι της Σμύρνης ήτανε εναντίον μας: Φράγκοι, Τούρκοι, Εβραίοι και ευχόντουστε την καταστροφή μας που έγινε με τον πιο άγριο και τρομερό τρόπο.
Το πρωί της 2 Μαΐου ώρα 9.5΄ αρχίσανε να αποβιβάζονται από τα καράβια τμήματα του Ελληνικού Στρατού στην προβλήτα της Πούντας και στο Κουμερκάκι. Από βραδύς μαθεύτηκε πως ο Ελληνικός Στρατός θάμπαινε στη Σμύρνη και όλος ο Ελληνικός πληθυσμός ήτανε ξεσηκωμένος. Οι Φράγκοι κι οι Οβραίοι είχανε κλειστή στα σπίτια τους. Εγώ πρωί-πρωί κατέβηκα στην προκυμαία και τράβηξα για το Κονάκι ―το Διοικητήριο― πέρασα την Πλατεία του, πήγα προς το Μπαχρή Μπαμπά όπου είδα τους λόφους που ήτανε στις παρυφές του Πάγου, πίσω από το Πανεπιστήμιο, νάναι γιομάτοι από Τούρκους πολίτες που κρατάγανε μαύρες σημαίες κι ήτανε πάνοπλοι. Γύρισα πίσω και παρακολούθησα τον στρατό που αποβιβαζότανε. Ο λαός παρακολουθούσε με έξαλλον ενθουσιασμό. Οι λόχοι συντάχτηκαν και τραβήξανε να καταλάβουνε τους στρατώνες. Ο λαός παρακολουθούσε στην προκυμαία το Στρατό δεξιά και ζερβά του ματζί κι εγώ πήγαινα. Μόλις τα πρώτα τμήματα του Στρατού φτάσανε στην πλατεία του Κονακιού, οι Τούρκοι από τα παράθυρα του Στρατώνα αρχίσανε να πυροβολάνε το Στρατό. Σύγχρονα από τις βάρκες του λιμανιού ρίχνανε εναντίον του και οι Τουρκοκρητικοί βαρκάρηδες. Kι ακόμα από τα ξενοδοχεία της προκυμαίας κρυμμένοι Τούρκοι πυροβολάγανε κι αυτοί.
Τότες αξιωματικοί και στρατιώτες φωνάξανε «πίσω πολίτες» κι ετοιμαστήκανε ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Εγώ μαζί με τους άλλους τραβήχτηκα κι έχασα το καπέλλο μου μάλιστα. Κατά το μεσημέρι έπιασε μια ραγδαιοτάτη βροχή και ξέπλυνε τους δρόμους από τα αίματα. Άμα ησυχάσανε τα πράματα και πήρε ο στρατός τον στρατώνα, ξαναπήγα στο Κονάκι, όπου στην πόρτα του είδα σκοτωμένο έναν γέροντα Τούρκο που κράταγε στο χέρι του ακόμα ένα μαντήλι με τομάτες και στην παραλία είδα σκοτωμένο ένα δικό μας παλληκαράκι. Το πρωί σκοτώθηκε μέσα στον στρατώνα ένας νέος δημοσιογράφος δικός μας, ο οποίος είχε μπη μέσα για να παρακολουθήση την κατάληψή του. Λεγότανε Νίκος Κυριακίδης, από την Πέργαμο. Ήτανε μουσικός, έπαιζε βιολί κι έγραφε ποιήματα. Μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς γονάτισε για να προφυλαχτή κάτω από το παράθυρο που στεκόντανε και σε λίγο σήκωσε το κεφάλι του για να δη και τότε, τον βρήκε μια σφαίρα στο κούτελο και τον άφησε στον τόπο. Έτσι λοιπόν άρχισε η Μικρασιατική εκστρατεία σαν πυροτέχνημα για να τελειώση σε φριχτό ολοκαύτωμα της Σμύρνης και το ξερρίζωμα των Χριστιανών από την προαιώνια κοιτίδα τους.
Έχω την ιδέα πως το Βυζάντιο δεν καταστράφηκε το 1453 αλλά το 1922. Γιατί στην Άλωση οι Χριστιανικοί λαοί αλλάξανε κυρίαρχο, αλλά διατηρήσανε, όσοι δεν εξισλαμίστηκαν, τη θρησκεία τους, τα ήθη και έθιμά τους καθώς και τον παμπάλαιο πολιτισμό τους.
Όταν στις αρχές του 19ου αιώνα οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης ξαπλωνότανε σ’ όλη την Ευρώπη και στην Αμερική, οι υπόδουλοι λαοί αρχίσανε κι αυτοί να ελπίζουνε σε μια πολιτική απελευθέρωση. Οι Τούρκοι που κρατάγανε με τη βία τόσους Χριστιανικούς λαούς κάτω από το βάρβαρο ζυγό και τους είχανε σαν σκλάβους, αναγκαστήκανε σιγά σιγά, με την πίεση των δυτικών δυνάμεων και ιδιαίτερα της ορθόδοξης Ρωσσίας, να δίνουνε μερικές ελευθερίες στους Χριστιανικούς λαούς που είχανε υποδουλωμένους και ήτανε πια φανερό ότι με το χρόνο θα αναγκαζόντουστε να τους δώσουνε ισοπολιτεία όπως δήθεν κάνανε οι νεότουρκοι με το ψευτοσύνταγμα του 1908.
Οι Χριστιανοί της Τουρκίας, που ήτανε ανώτεροι σε πολιτισμό από τους Τούρκους, αναθαρρήσανε. Οι κυβερνήτες όμως της Τουρκίας αρχίσανε να καταλαβαίνουνε πως αν θέλανε να μην διαλυθή το κράτος τους και να ζήση σαν βιώσιμο κράτος, έπρεπε ν’ απαλλαγή από τους Χριστιανούς που κατοικούσανε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Με βίαια μέσα το πράγμα ήτανε δύσκολο γιατί θ’ αντιδρούσανε οι Ευρωπαϊκές Χριστιανικές δυνάμεις και ιδιαίτερα η Ρωσσία, της οποίας ο σκοπός ήτανε να καταλάβη την Πόλη και να βγη στη Μεσόγειο. Και γύρευε κι αυτή αφορμή.
Κάνανε λοιπόν οι Τούρκοι μακροχρόνιο το σχέδιό τους για το ξολόθρεμα των Χριστιανών και στο τέλος του 19ου αιώνα αρχίσανε σφαγές των Αρμεναίων στην Κιλικία και σ’ άλλα μέρη της Τουρκίας, ακόμα και μέσα στην Πόλη. Αλλά τους Χριστιανούς της Τουρκίας τους εξωθούσανε εναντίον τους ακόμα και οι Μεγάλες Δυνάμεις άσπλαγχνα όταν τους επέβαλλε κάθε φορά το συμφέρον τους.
Του καθολικούς τους προστάτευε εργολαβικά η Γαλλία και ο καθολικός κλήρος. Τους ορθοδόξους και τους Αρμεναίους η Ρωσσία και τους προτεστάντες ψιλώ ονόματι η Αμερική, με τα Αμερικάνικα σχολεία και νοσοκομεία της που έχτισε μέχρι τα βάθη της Τουρκίας. Όσο για την Αγγλία, αυτή ανακάτευε το καζάνι του διαόλου χωρίς έλεος για τους αθώους Χριστιανούς. Όταν γινόσουνε προτεστάντης έλπιζες σε κάποια προστασία από την Αμερική. Πολλοί Αρμεναίοι γινόντουστε καθολικοί και οι Αρμενοκατόλικοι, για να προστατευτούνε κι αυτοί κάπως από τη Γαλλία.
Το ένα μεγάλο σαράκι της Τουρκίας ήτανε οι διομολογήσεις, όπου όλα τα ξένα κράτη είχανε μέσα σ’ αυτή το δικαίωμα της ετεροδικίας. Το άλλο και το πιο σοβαρό ήτανε ότι οι υπόδουλοι Χριστιανοί μορφωνόντουστε, πληθαίνανε, γινόντουστε δραστηριώτεροι και κατακτούσανε την οικονομική ζωή της Τουρκίας, ενώ ο Τούρκικος λαός έμενε απρόκοφτος, βυθισμένος στη θρησκοληψία και τον φυλετικό φανατισμό, στην αμάθεια, μην έχοντας καμμιά διάθεση για πρόοδο μέσα σ’ ένα κράτος θεοκρατικό και φεουδαρχικό συνάμα. Αυτόν τον λαόν τον έδερναν οι αρρώστειες, η φτώχεια και η δυστυχία κι όπως πήγαινανε τα πράγματα, οι δραστήριοι Χριστιανοί θα κυριαρχούσανε ειρηνικά μέσα στην Τουρκία. Για τους ιθύνοντες Τούρκους ένας δρόμος σωτηρίας της Τουρκίας υπήρχε: το διώξιμο με κάθε τρόπο των Χριστιανών απ’ αυτήν.
Όταν οι Τούρκοι το 1914 αποφασίσανε να βγούνε στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστρίας, αρχίσανε να διώχνουνε τους Ελληνικούς πληθυσμούς από τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Τους παίρνανε στο εσωτερικό και από τις κακουχίες κι απ’ την πείνα τους ξολοθρεύανε. Όταν πια βγήκανε στον πόλεμο το πρώτο μέτρο που λάβανε ήτανε να καταργήσουνε τις διομολογήσεις, ξεσηκώσανε κι εκτοπίσανε απ’ τις εστίες τους τους Αρμενικούς πληθυσμούς και αρχίσανε φριχτές σφαγές αυτουνών σε όλη την Τουρκία. Υπολογίζεται ότι σφάξανε κάπου ένα εκατομμύριο Αρμεναίους. Τους στρατευόμενους Χριστιανούς δεν τους βάζανε στο στρατό τους οι Τούρκοι αλλά τους στέλνανε στα εργατικά τάγματα, τα αμελέ ταμπουρού, για να κάνουνε δρόμους, σε βέβαιο δηλαδή θάνατο από τις κακουχίες και τις αρρώστιες.
Πόσους Χριστιανούς εξοντώσανε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν ξαίρω, βέβαια, αλλά εξοντώσανε το άνθος της Χριστιανοσύνης. Η κατάρρευση του ελληνικού στρατού στη Μικρασία τους έδωκε την καλλίτερη ευκαιρία να λύσουνε το πρόβλημά τους: Να απαλλαγούνε για πάντα από τους Χριστιανούς.
Πριν περιγράψω την υπηρεσία μου στο στρατό της Μικράς Ασίας, ήθελα να πω δυο λόγια για τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγήτορες που στείλανε οι κυβερνήσεις και των δύο παρατάξεων για την διεξαγωγή του απελπιστικού αυτουνού πολέμου. Χρήσιμο ακόμα είναι να θυμίσω την εσωτερική κατάσταση του Ελληνικού κράτους την εποχή εκείνη.
Πρώτα ο λαός ήτανε κουρασμένος και εξαντλημένος από τους αδιάκοπους πολέμους που έκανε ο Βενιζέλος. Έστειλε ακόμα ένα σώμα στρατού στη Ρωσσία για να καταπνίξη ματζί με τους Συμμάχους την επανάσταση του Ρούσικου λαού, ο οποίος ξεσηκώθηκε και καταπίεζε τους δυστυχείς μεγάλους δούκες και τους ευγενείς και τους έσφαζεν ανελέητα. Δεύτερο η οικονομική εξάντληση της χώρας. Τρίτο ο βαθύς διχασμός του Ελληνικού λαού, χωρισμένου σε δύο αλληλομισούμενα μέρη. Το κορύφωμα του μίσους ήτανε η αφορεσμάδα που έκανε η εκκλησία της Ελλάδος ενάντια στο Βενιζέλο, η οποία ήτανε ως εξής:
«Αφωρισμένος υπάρχειν και κατηραμένος και ασυγχώρητος και μετά θάνατον άλυτος και τω αιωνίω υπόδικος αναθέματι και αυτός και όσοι τοις ίχνεσιν αυτού κατηκολούθησαν ή κατακολουθήσωσι του λοιπού».
Με τέτοια κατάρα βαρημένος ανάλαβε τη Μικρασιατική εκστρατεία ο Βενιζέλος.
Ας αρχίσωμε λοιπόν τώρα να περιγράψωμε ποιοι ήτανε οι ηγήτορες του στρατού και της πολιτικής διοίκησης που έστειλαν ο Βενιζέλος και οι αντίπαλοί του στη Σμύρνη. Και πρώτα ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης.
Αυτός ήτανε ένας άνθρωπος έξαλλος που θέλησε να διοικήση τους Χριστιανούς με το βούρδουλα, με τη μάταιη ελπίδα να πείση τους Τούρκους ότι η Ελλάδα θα διοικήση με ισοπολιτεία. Χτύπαγε ακόμα με μια μπαστούνα τους Χριστιανούς που παρουσιαζόντανε μπροστά του να τον δούνε και να του ζητήσουνε κάτι. Φερνότανε υπεροπτικά σε όλους, έβριζε κι εξευτέλιζε τους δεσποτάδες και ζούσε απομονωμένος στο Μέγαρο της Αρμοστείας. Γνώριζε πως η θέση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία ήτανε προσωρινή. Αλλά δεν ήτανε υπεύθυνος ούτε για την εκστρατεία αυτή, ούτε για την έκβασή της. Όμως στάθηκε στη θέση του μέχρι την τελευταία στιγμή, ενώ όλοι οι άλλοι φύγανε. Μετά την καταστροφή τραβήχτηκε στη Γαλλία κι ώς που πέθανε, δεν άνοιξε το στόμα του να μιλήση για ν’ απολογηθή. Αλλά ήτανε άραγε ο άνθρωπος για την περίσταση αυτή; Φέρνω ένα παράδειγμα. Μια φορά θυμάμαι επρόκειτο να γίνη δοξολογία στη Μητρόπολη της Άγιας Φωτεινής για την πρώτη του έτους 1920. Είχε παραταχθή στρατός στον Φραγκομαχαλά για ν’ αποδώση τιμές στους επισήμους και το πλήθος των Χριστιανών στεκότανε στα πεζοδρόμια για να χαρή την γιορτή και περίμενε να περάσουνε οι επίσημοι για να τους χειροκροτήση. Περάσανε πολλά αυτοκίνητα με προξένους των ξένων κρατών, με ανωτάτους υπαλλήλους της Αρμοστείας και στρατιωτικούς. Πέρασε σε ανοιχτό αυτοκίνητο και ο πληθωρικός Αρχιστράτηγος Παρασκευόπουλος κατάφορτος από παράσημα, με τους υπασπιστές του. Ο κόσμος χειροκροτούσε, πρώτη φορά έβλεπε τα μεγαλεία της φυλής μας. Τέλος πέρασε και ο Στεργιάδης, μέσα σε μαύρο κλειστό αυτοκίνητο, κανένας από το λαό δεν εκδηλώθηκε, και τράβηξε για τη Μητρόπολη κι αυτός. Σε λίγα λεπτά βλέπει ο κόσμος με κατάπληξη το αυτοκίνητο του Αρμοστή να γυρίζη πίσω και μέσα σ’ αυτό το Στεργιάδη κάτωχρο και ταραγμένο. Τι είχε συμβή μαθεύτηκε σε λίγο στον λαό. Μέσα στην εκκλησία νόμισεν ο Στεργιάδης ότι δεν του δώσανε ανάλογη θέση προς το αξίωμά του, θύμωσε και σηκώθηκε κι έφυγε κι άφησεν όλους τους επίσημους σύξυλους, χωρίς να συλλογιστή καν, τι εντύπωση θα έκανεν αυτή η διαγωγή του σ’ όλον τον κόσμο κι ιδιαίτερα στους εχτρούς του Ελληνισμού. Γιατί εκτός βέβαια από τους Τούρκους, οι Φραγκολεβαντίνοι και οι δουλικώτατοι στους Τούρκους Οβραίοι γυρεύανε ευκαιρία για να δείξουνε το μίσος τους σ’ εμάς, ένα μίσος άσπονδο. Όλοι αυτοί οι εχτροί βλέπανε πόσο ανάξιο ήτανε το κράτος μας να διοικήση ξένους λαούς αφού οι κορυφαίοι μας κάνανε τέτοιου είδους καμώματα.
Όσο για τον Αρχιστράτηγο Χατζανέστη, αυτός λέγανε πως είχε κάνει σε ψυχιατρική κλινική κι όταν ανέλαβε την αρχιστρατηγία βγήκε στο μέτωπο να επιθεωρήση το στρατό και τιμωρούσε τους στρατιώτες όταν ήτανε αντικανονικά ντυμένοι και ξεκούμπωτοι, σάμπως είχανε οι άνθρωποι να ντυθούνε και να φάνε. Όταν άρχισε η Τούρκικη επίθεση τον Αύγουστο του 1922, το μέτωπο καιότανε κι αυτός καθότανε στη Σμύρνη, ώσπου ξεσηκωθήκανε οι αξιωματικοί και τον διώξανε.
Τώρα δεν μένει παρά να γράψω για το ηθικό του Στρατού της Μικρασίας. Πολλές χιλιάδες ήτανε στρατευμένοι από το 1916. Άλλοι υπηρετούσανε τέσσερα και τρία χρόνια. Ούτε βλέπανε και κανένα τέρμα στον απελπιστικόν αυτόν αγώνα. Το φαγητό τους ήτανε λίγο και κακό, ρούχα δεν είχανε και στο τέλος ούτε αρκετά πυρομαχικά. Πολλοί ασυνείδητοι λιποταχτούσανε, παίρνανε τα βουνά, σχηματίζανε συμμορίες και λεηλατούσανε τα τουρκοχώρια. Τα σπίτια τους υποφέρανε τόσα χρόνια. Στο κάτω κάτω δεν ήτανε επαγγελματίες στρατιώτες, κι ήθελαν κι αυτοί να ζήσουνε τη ζωή τους, να δούνε τις οικογένειές τους και τα παιδιά τους. Όλο άκουγες «αχ πότε θα απολυθούμε» και δος του κατάρες στον Βενιζέλο που τους κουβάλησε στη Μικρασία.
Καλά τι τρώγανε αλλά πού μένανε οι στρατιώτες αυτοί; Στον φοβερόν χειμώνα των υψιπέδων της Ανατολής μένανε μέσα σε αντίσκηνα όσοι βρισκόντουστε στην πρώτη γραμμή. Βρεχόντουστε, πεινάγανε, τουρτουρίζανε μέσ’ στα χιόνια. Μια ζωή διαρκούς μαρτυρίου. Φυσικά το συμπέρασμα βγαίνει μόνο του. Τι κάνανε οι αντίπαλοι του Βενιζέλου όταν πήρανε την αρχή στα χέρια τους; Αυτοί δεν είχανε ούτε την πνευματική του δύναμη, ούτε τη δραστηριότητά του. Απ’ την αρχή ήτανε αντίθετοι προς την Μικρασιατική περιπέτεια στην οποία δεν πιστεύανε. Ο πιο ικανός απ’ αυτούς, ο Ιωάννης Μεταξάς την καταδίκασε προκαταβολικά και προείδε την έκβασή της. Πριν γίνουνε οι εκλογές του 1920 οι αντιβενιζελικοί υποσχόνταν στον λαό αποστράτευση που εσήμαινε την εγκατάλειψη της εκστρατείας. Αντίθετα όχι μόνο δεν την εγκαταλείψανε, αλλά την επεκτείνανε επικίνδυνα και μαζέψανε στη Μικρασία 210 χιλιάδες στρατό όπως γράφει στο βιβλίο του ο Ξ. Στρατηγός. Ο φόβος τους ήτανε να μην τους πούνε οι Βενιζελικοί: «εμείς καταλάβαμε την Μικρά Ασία κι εσείς την παραδώσατε πάλι στους Τούρκους». Ακόμα πιο πολύ φοβόντουστε να μην εκθέσουνε το Στέμμα. Ο Κωνσταντίνος ήτανε ο κομματάρχης τους. Με σύμβολο το όνομά του κερδίσανε τις εκλογές και με την υπόσχεσή τους να τον επαναφέρουνε αν κερδίζανε. Πώς να τον εκθέσουνε τώρα;
Αλλά ήτανε μόνο αυτοί οι λόγοι; Αν θέλανε να τραβήξουνε το στρατό από τη Μικρά Ασία, οι Βενιζελικοί αξιωματικοί θα σκαρώνανε πάλι κανένα κίνημα, όπως το κάνανε κι όλας στην Πόλη, μόλις έπεσεν ο Βενιζέλος με αρχηγό τον ανεκδιήγητο Κονδύλη. Αν μένανε οικειοθελώς και Τμήματα του Ελληνικού Στρατού εκεί, το αποτέλεσμα θα ήτανε στο τέλος το ίδιο και πάλι ο Xριστιανικός λαός θα πλήρωνε με το αίμα του τα σπασμένα. Δεν ήτανε μόνο αυτά. Οι πράξεις των αντιβενιζελικών δείχνανε πως ενεργούσανε σαν να τους οδηγούσε το τυφλό μίσος που είχανε για το Βενιζέλο κι όχι το συμφέρον του Έθνους.
Όταν ο Βενιζέλος υπόγραψε την χωρίς καμμιά πρακτικήν αξία Συνθήκη των Σεβρών, οι αντίπαλοί του στείλανε απ’ την Αθήνα αξιωματικούς του στρατού για να τόνε δολοφονήσουνε στο Παρίσι. Από τις πρώτες πράξεις τους σαν κυβερνήτες ήτανε να βγάλουνε τους Βενιζελικούς αξιωματικούς της Αμύνης από το στρατό, οι οποίοι ήτανε οι φυσικοί του ηγήτορες και να φέρουνε τους αποτάκτους, οι οποίοι δεν πήρανε μέρος στον Ευρωπαϊκό πόλεμο και τους δώσανε δυο και τρεις βαθμούς παραπάνω. Οι περισσότεροι ήρθανε ανόρεχτα για να μπλεχτούνε σε μιαν υπόθεση που δεν πιστεύανε και προλέγανε την κατάληξή της.
Η επάνοδος του Κωνσταντίνου έκοψε και τον τελευταίο δεσμό με τους λεγομένους συμμάχους μας, οι οποίοι τον μισούσανε και σήμερα δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι αυτός ήτανε Γερμανόπληκτος κι επιθυμούσε την νίκη της Γερμανίας.
Έπειτα το μέτωπο επεκτάθηκε, γίνηκε η παράλογη και άφρονη εκστρατεία του Σαγγαρίου με την μάταιην ελπίδα ότι ο Κεμάλ θα καθότανε να πιαστή από τους Έλληνες. Στο τέλος της εκστρατείας του Σαγγάριου ο στρατός ούτε πολεμοφόδια είχε αρκετά για να πολεμήση, ούτε ρούχα, ούτε επιμελητεία. Πώς δεν μας πήρανε τότες φαλάγγι οι Τούρκοι είναι ν’ απορή κανένας.
Ακόμα το 1922 σηκώσανε στρατό από το μέτωπο, τον στείλανε στη Θράκη για να καταλάβουνε την Πόλη. Οι Σύμμαχοί μας βέβαια το απαγορέψανε αυτό. Νομίζεις πως σε όλον αυτόν τον αγώνα εφαρμόστηκε το λεγόμενο «μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι». Ο δυστυχής Γούναρης έβλεπε τον όλεθρο που ερχότανε και δεν ήξαιρε τι να κάνη. Ο Ξ. Στρατηγός γράφει ότι είδε μια φορά τον Γούναρη σ’ ένα ξενοδοχείο του Λονδίνου σαν πήγε στην Αγγλία για να ζητήση βοήθεια, να κλαίη μαύρα δάκρυα και να του λέγη: «πρέπει να φύγωμε από τη Μικρασία, αλλά τι θα γίνουνε οι Χριστιανοί εκεί κάτω;».
Όταν έγινε πια η αφάνταστη εκείνη καταστροφή ήρθεν η Επανάσταση, δίκασε τους κυριώτερους αντιβενιζελικούς και τουφέκισεν απ’ αυτούς τους ΕΞΗ. Ο Γούναρης ήτανε άρρωστος από τυφοειδή πυρετό, σωστό ερείπιο και για να σταθή όρθιος μπρος στο απόσπασμα για να τουφεκισθή, χρειάστηκε να τον στηρίξουνε οι άλλοι σύντροφοί του.
Αυτοί τουφεκιστήκανε και γιατί βάλανε το Στέμμα πάνω από το Έθνος, αλλά και γιατί δεν μπορέσανε να σβύσουν τη φωτιά που άναψεν ο Βενιζέλος με την Μικρασιατική εκστρατεία. Ο ίδιος ο Μεταξάς γράφει στ’ απομνημονεύματά του: «Εγώ είμαι βασιλόφρων και θ’ ακολουθήσω τον βασιληά, έστω κι αν αυτός βλάπτει την Πατρίδα».

Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3. Η περίθαλψη (1914-1922), Η παλιννόστηση.

Και νά'μαστε σε μια σειρά από κεφάλαια λίγο πολύ άγνωστα στον πολύ κόσμο, τα οποία το μόνο που καταφέρνουν είναι να μπερδεύουν τους μαθητές γιατί τα ίδια περίπου επαναλαμβάνονται στο διωγμό του '22
Ας δούμε λοιπόν μερικές λεπτομέρειες.
Για πρώτη φορά με πρωτοβουλία της επαναστατικής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης του Βενιζέλου, κατά το διχασμό του 1916, συστάθηκε η "Ανωτάτη Διεύθυνση Περιθάλψεως". Μετά την επικράτηση δε του Βενιζέλου, τον Ιούλιο του 1917, δημιουργήθηκε στην Αθήνα, Υπουργείο 'Περιθάλψεως και Δημόσιας Αντιλήψεως" με γενική διεύθυνση, Δημόσιας Υγιεινής.
Πάμε και στην Πατριαρχική Επιτροπή.
Από τη μια το προσφυγικό ζήτημα της Κων/πολης και από την άλλη η προορατικότητα, ότι μετά την Ανακωχή του Μούδρου (17-30 Οκτωβρίου) θα άρχιζαν οι παλιννοστήσεις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με τους ομογενείς της Κων/πολης σκέφτηκαν το πρόβλημα που προβαλλόταν γενικά με τους πρόσφυγες και ίδρυσαν στην Κων/πολη «την Πατριαρχικήν Κεντρικήν Επιτροπήν, υπέρ των μετατοπισθέντων Ελληνικών πληθυσμών».
Παράλληλα, άρχισαν να διενεργούν εκτενείς εράνους. Οι ομογενείς Κωνσταντινουπολίτες, τα σωματεία, τα σχολεία, οι εταιρείες, οι Κοινότητες, οι Τράπεζες, οι Συντεχνίες, διάφοροι Ναοί , όλοι ανταποκρίθηκαν με χαρά σ’ αυτό το ανθρωπιστικό έργο.
Στης 22 Νοεμβρίου του 1918 ιδρύεται «Η Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των μετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών.»
Η δράση της Επιτροπής περιστράφηκε σε τρία κύρια σημεία του οργανικού σκοπού της:

1. Στην περίθαλψη, γενικά, των προσφύγων του Ευρωπαϊκού πολέμου (Α” Παγκοσμίου Πολέμου).
2. Την Εγκατάσταση αυτών που παλιννόστησαν στις εστίες τους.
3. Και την απόδοση σ” αυτούς της περιουσίας τους, που είχε διαρπαγή και κατασχεθεί από τους Τούρκους.

Και τώρα ας πούμε και μερικά πράγματα γι αυτόν τον κρυφό παράγοντα ,τον ηγέτη της Αρμοστείας της Σμύρνης , τον Αριστείδη Στεργιάδη.

Ο Στεργιάδης , κρητικός και φίλος του Βενιζέλου, μετά
από παρακλήσεις του, διορίστηκε Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης το
1919, όταν έγινε η ελληνική απόβαση και, όλως παραδόξως, διατήρησε
την θέση αυτή και όταν άλλαξε η κυβέρνηση το 1920. Όπως φαίνεται
όμως ο Βενιζέλος δεν γνώριζε καλά τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του, γι
αυτό και η τοποθέτησή του στη θέση αυτή θεωρήθηκε από τους
ιστορικούς ένα από τα μεγαλύτερα λάθη του.
Οι σχέσεις του πάντως με τους Έλληνες της Σμύρνης ήταν πάρα
πολύ άσχημες, καθώς και με τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο και την
στρατιωτική και πολιτική ηγεσία. Κατηγορήθηκε δε, ότι δωροδοκήθηκε με
χιλιάδες χρυσές λίρες από τους Τούρκους για να μεροληπτεί υπέρ τους.
Ο ίδιος ήταν κατά της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Λίγες μέρες πριν την
καταστροφή έστελνε μηνύματα στους αντιπροσώπους της Αρμοστείας
σε άλλες πόλεις να μην ενθαρρύνουν τους ελληνικούς πληθυσμούς να
αποχωρήσουν μετά την κατάρρευση του μετώπου, γεγονός, ωστόσο,
που δεν εμπόδισε τον ίδιο να εγκαταλείψει τη Σμύρνη στις 25/8 με
αγγλικό πλοίο, δύο μέρες δηλαδή πριν ο τουρκικός στρατός μπει στην
πόλη, εν μέσω αλαλάζοντος πλήθους που ήθελε να τον λυντσάρει. Στην
Ελλάδα δεν γύρισε ποτέ και μέχρι το τέλος της ζωής του έζησε στη
Νίκαια της Γαλλίας, υπό την προστασία των Άγγλων, ενισχύοντας την
άποψη πως ήταν πράκτορας της Intelligence Service.
Παρ’ όλα αυτά, η αλήθεια είναι πως ο Στεργιάδης εκτελούσε
εντολές της κυβερνήσεως η οποία παρέμενε αναποφάσιστη για την
εκκένωση της Σμύρνης, μέχρι την τελευταία στιγμή. Γι αυτόν τον λόγο
δεν στάλθηκαν ελληνικά πλοία να παραλάβουν τον πληθυσμό,
εγκαταλείποντάς τον στην τύχη του.















Τρίτη, 7 Ιανουαρίου 2014

ΒΙΒΛΙΑ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2013

Κάθε πέρυσι και καλύτερα.
Μόνο τρία βιβλία μέσα σε δύο μήνες ,ίσως για να αποδειχθεί πόσο καλά περνάμε τον πραγματικό μας βίο ώστε να μη χρειάζεται η απόδραση μέσα από τα μαγικά παράθυρα των σελίδων.
Μακάρι να ήταν έτσι βέβαια…
Έχουμε και λέμε λοιπόν.

Ξεκίνησα με αστυνομική λογοτεχνία ,διαβάζοντας τον πολύ Νέσμπο ο οποίος τον τελευταίο καιρό έχει γίνει υλικό σούπερ μάρκετ.
Παρ'όλα αυτά μιλάμε για έναν προικισμένο συγγραφέα ο οποίος συν τοις άλλοις μας ταξιδεύει μέσα από τα νορβηγικά τοπία και τις νορβηγικές πόλεις απομυθοποιώντας μας τη σύγχρονη Σκανδιναβία και αποδεικνύοντάς μας για άλλη μια φορά πως το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου καταφρονητέο αλλά όπως όλα τα είδη απαιτεί προικισμένους συγγραφείς.
Η αστυνομική λογοτεχνία τελικά είναι απλώς το υπόστρωμα για να γνωρίσει κανείς ένα συγγραφέα ,μια πόλη , μια χώρα , μια εποχή και τελικά μια σχολή λογοτεχνίας.
Δεν είναι ούτε εύκολο ,ούτε φτηνό είδος. Και ακριβώς γι αυτό το λόγο οι πραγματικά άξιοι παραμένουν στο στερέωμα των αναγνωστικών προτιμήσεων για πολύ καιρό.


Οι κεραίες της εποχής μας κυκλοφόρησαν και δεύτερο βιβλίο.
Μετά την πετυχημένη τηλεοπτική εκπομπή έχουμε και μία σύνοψη της παρουσίασης τριανταενός συγγραφέων και μέσα από το βιβλίο του Ανταίου Χρυσοστομίδη.
Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για βιβλία και συγγραφείς.
Είναι ένα βιβλίο που έχει μέσα του το ταξίδι.
Διαβάζοντας το ,αισθάνεσαι πως ο Ανταίος σε έχει πάρει μαζί του στα πέρατα της γης και έχεις απέναντι σου τον συγγραφέα και σου μιλάει σε δεύτερο πρόσωπο.
Και που δεν πήγα μέσα από αυτό το βιβλίο .
Στη Χιλή ,στην Κούβα ,στην Αίγυπτο στην Αμερική ,στην Ολλανδία και το κυριότερο είναι πως ένιωθα πως ότι λεγόταν με αφορούσε άμεσα.
Παράλληλα μέσα από αυτές τις εκπομπές γνωρίζει κανείς συγγραφείς που μέχρι τώρα αγνοούσε και κυρίως γίνεται φανατικός αναγνώστης τους γιατί η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των ανθρώπων έχουν ένα εξαιρετικό ορίζοντα παρατήρησης και απόδοσης για εμάς τους αναγνώστες.
Είναι πολύ σημαντικό ένας άνθρωπος όπως είναι ο Χρυσοστομίδης να έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη σου και να περιμένεις μετά μεγάλης ανυπομονησίας την επόμενη του εκδοτική κίνηση ή την επόμενη πρότασή του μέσα από εκπομπές ή βιβλία για να διευρύνεις τη γκάμα του αναγνωστικού σου φάσματος.Άλλωστε το μυστικό δεν είναι μόνο να πάρει κανείς μία συνέντευξη αλλά και να ξέρει τι και πως να το ρωτήσει. Και ο Ανταίος ήξερε !
Κρίμα που η εκπομπή σταμάτησε και που δεν υπάρχει προοπτική για κάτι αντίστοιχο μέχρι στιγμής.










Παρέθεσα εδώ ένα μικρό δείγμα αυτών των εκπομπών.


Τέλος διάβασα το αυτοβιογραφικό του Χώκιν.
Ότι και να πεις γι αυτόν τον άνθρωπο και τη δύναμη του για ζωή είναι λίγο.
Το σημείο του βιβλίου που κατά τη γνώμη μου φανερώνει το μεγαλείο του είναι όταν κάνει ένα απολογισμό της ζωής του και αποφαίνεται πως έζησε μια ζωή γεμάτη. Και μετά ως ενισχυτικό αυτής της δήλωσης παραθέτει τα ταξίδια του. Δε στέκεται στις επιστημονικες του ανακαλύψεις αλλά σαν μικρό παιδί μας αφηγείται τα τόσα και τόσα μέρη που έχει επισκεφτεί.
Γι αυτό και μόνο στα δικά μου μάτια που ήδη τον θεωρούσαν τεράστιο ,ανεβαίνει κι άλλο.
Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι η αναπηρία του αναφέρεται ειρήσθω εν παρόδω χωρίς να δίνεται ιδιαίτερη έμφαση.
Οποιοσδήποτε άλλος θα το είχε κάνει σημαία αυτολύπησης.
Για όσους από εμάς μιζεριαζόμαστε με την πρώτη δυσκολία.
Ο ίδιος στο τέλος του βιβλίου δηλώνει πως η αναπηρία του στέρησε ορισμένα πράγματα αλλά και του έδειξε πόσα επί πλέον μπορούσε να κάνει.