Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2. Από τη συνθήκη των Σεβρών έως την ήττα στη Μ.Ασία

Εδώ η συνθήκη λαμβάνεται για άλλη μια φορά ως δεδομένη και ενώ αποτελεί τη μεγαλύτερη διπλωματική επιτυχία του σύγχρονου ελληνικού κράτους , το βιβλίο δε μας πληροφορεί για τα εδαφικά οφέλη της Ελλάδας πέρα από μερικές γενικότητες.

Συθήκη Σεβρών λοιπόν.




Στις 28 Ιουλίου του 1920 τερματίζεται και τυπικά για την Ελλάδα και την Τουρκία ο Πόλεμος. Σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Είναι η γνωστή συνθήκη των Σεβρών που έκανε το όραμα της “Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών” να μοιάζει εφικτό. Τελικά αποδείχτηκε εφιάλτης που ακόμη και σήμερα μας στοιχειώνει.Στις 28 Ιουλίου του 1920 σε μια αίθουσα του δημαρχείου των Σεβρών, κοντά στο Παρίσι, υπογράφεται η τελική συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στη σουλτανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης και τους συμμάχους της Αντάντ. Την Ελλάδα εκπροσωπούν (και υπογράφουν) ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Έλληνας πρεσβευτής στο Παρίσι Άθως Ρωμανός.

Η συνθήκη, γενικά, είναι άκρως καταδικαστική για την Τουρκία.

Οι όροι της Συνθήκης.
Η Ελλάδα, κατοχύρωνε επισήμως την Δυτική Θράκη ενσωμάτωνε την Ανατολική, μέχρι περίπου την Κωνσταντινούπολη Έπαιρνε τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο και επισημοποιούσε την παρουσία της στην περιοχή της Σμύρνης και στην ενδοχώρα της .

Η Ελλάδα φαινόταν να έχει ήδη εξασφαλίσει τα Δωδεκάνησα πλην της Ρόδου και την Κύπρο , ενώ συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις και για τη Βόρειο Ήπειρο.

Οι βενιζελικοί πανηγύρισαν την υπογραφή της συνθήκης και θεώρησαν ότι αυτή παγίωνε τα ελληνικά δίκαια.
Τον ενθουσιασμό αυτόν δεν συμμεριζόταν η κωνσταντινική αντιπολίτευση, πουεξακολουθούσε να καθορίζεται από τα διχαστικά σύνδρομα και να παρουσιάζει τη συνθήκη ως αποτυχία.
Και οι δύο, πάντως πλευρές, δεν φαίνονταν να εντοπίζουν τους πραγματικούς κινδύνους που δημιουργούσε για την Ελλάδα η ασταθής διεθνής κατάσταση και οι αυξανόμενες στρατιωτικές δυσκολίες στη Μικρά Ασία.
Στην Τουρκία κυρίαρχος των εξελίξεων ήταν πλέον ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος είχε ξεκινήσει το κίνημα αντίστασης εναντίον των Ελλήνων.
Για τον Τούρκο ηγέτη η Συνθήκη των Σεβρών δεν ήταν παρά ένα «κουρελόχαρτο» ανάλογο με εκείνο της Ανακωχής του Μούδρου (1918), που θα ακυρωνόταν στην πράξη με την ένοπλη αντίσταση του τουρκικού λαού εναντίον των ξένων εισβολέων. Κύριος στόχος ήταν φυσικά οι Έλληνες .
Στο πλευρό του και το νεαρό σοβιετικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο είχε κάθε λόγο να αντιπαρατίθεται στην Αντάντ αλλά και ειδικά στην Ελλάδα (που είχε συμμετάσχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας του 1919 εναντίον των μπολσεβίκων).

Οι σύμμαχοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να επιβάλουν στην Τουρκία όσα προέβλεπε η Συνθήκη. Άπαντες εμφανίζονται από ουδέτεροι εως εχθρικοί .

Όσα είχε κερδίσει η Ελλάδα έπρεπε να τα κατοχυρώσει στο πεδίο της μάχης, αντιμέτωπη με το εθνικιστικό κίνημα του Κεμάλ. Με τη Συνθήκη των Σεβρών η σουλτανική εξουσία κατέρρευσε και οι κεμαλικοί κυριάρχησαν.

Η πραγματικότητα αυτή οδήγησε τοσοβιετικό καθεστώς του Λένιν, στην υποστήριξη των Τούρκων με τους οποίους στις 3 Δεκεμβρίου 1920 υπογράφει την Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ. Αναμενόμενη εξέλιξη , αν υπολογίσει κανείς τη στάση που είχαν κρατήσει οι σύμμαχοι της Αντάντ (αλλά και η ίδια η Ελλάδα) απέναντι στην επανάσταση του.



Κατόπιν έχουμε μικρή εξιστόρηση των μοιραίων εκλογών του 1920
Οι Ελληνικές βουλευτικές εκλογές του 1920 διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Την απόφαση της διεξαγωγής τους έλαβε ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε αναλάβει πρωθυπουργός όχι από δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά κατά το Κίνημα Εθνικής Αμύνης, χωρίς να υπήρχε κάποιος έκτακτος ή σπουδαίος λόγος.
Αρχικά μετά τη διάλυση της Βουλής οι εκλογές αυτές προκηρύχθηκαν για τις 25 Οκτωβρίου του 1920.
Δεκατρείς όμως ημέρες πριν τη διεξαγωγή τους πέθανε αιφνίδια από δάγκωμα πιθήκου ο Βασιλιάς Αλέξανδρος. Έτσι στη θέση του ορίστηκε Αντιβασιλέας ο Ναύαρχος Κουντουριώτης. Τελικά οι εκλογές διεξήχθησαν στις 1 Νοεμβρίου 1920 και ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο παρατάξεις για πρώτη φορά στην Ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία, ακριβώς λόγω της πόλωσης που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Το ένα ήταν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων και το άλλο η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, η οποία ήταν η ένωση όλων των υπολοίπων κομμάτων (Κόμμα Εθνικοφρόνων, Συντηρητικό Κόμμα, Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, κ.α. μικρότερα), εκτός από το ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), που κατέβηκε στις εκλογές αυτόνομο, αλλά δεν εξέλεξε βουλευτές.
Από τις εκλογές αυτές νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις ενώ ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που πριν λίγους μήνες η Βουλή τον είχε ανακηρύξει "άξιον της Ελλάδος ευεργέτην και σωτήρα της πατρίδος", δεν εκλέχθηκε ούτε βουλευτής.
Κυβέρνηση σχηματίζει ο Δημήτριος Ράλλης και στις 24 Ιανουαρίου 1921 ο Ν. Καλογερόπουλος ενω στο Μικρασιατικό μέτωπο φαίνονται τα πρώτα σύννεφα. Στις 26 Μαρτίου 1921 ο Δ. Γούναρης και μετά στις 22 Μαρτίου ο Π. Πρωτοπαπαδάκης. Τον Αύγουστο επέρχεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά έχουμε κυβερνήσεις των Ν. Τριανταφυλάκου και Στ.Γονατά.
Σημειώνεται ότι σε αυτές τις εκλογές ψήφισαν για πρώτη και τελευταία φορά Έλληνες από τη μόλις απελευθερωμένη Ανατολική Θράκη.
Στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, καθώς και στη Δυτική και Ανατολική Θράκη, οι εκλογές διεξήχθησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με χάρτινο ψηφοδέλτιο αντί με σφαιρίδια. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε δηλώσει ότι οι Θράκες είναι εγγράματοι με μακρά παράδοση σε τέτοιου είδους διαδικασίες[1].
Μετά την αποτυχία του αυτή ο Ε. Βενιζέλος κατέφυγε στο Παρίσι. Το ίδιο έτος έχασε τις εκλογές και ο Κλεμανσό.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2 Ο Εθνικός διχασμός (1915-1922)


α. Από την παραίτηση του Βενιζέλου έως τη Συνθήκη των Σεβρών

Το συγκεκριμένο μάθημα πατάει ξαφνικά γκάζι καθότι εννιά χρόνια περιγράφονται με συνοπτικές διαδικασίες μέσα σε τρεις σελίδες.
Γεγονότα ιστορικότατης σημασίας θεωρούνται αυτονόητη γνώση ,όπως για παράδειγμα η δολοφονία του Γεωργίου περιγράφεται απλώς ως διαδοχή χωρίς να δίνεται καμια επιπλέον πληροφορία.
Να μην ξεχνάμε πως η ιστορία μας θεωρείται μάθημα κατεύθυνσης.
Ας πουμε εμείς μερικά πράγματα λοιπόν.

Η δολοφονία του βασιλιά Γεώργιου του Α’, τον Μάρτιο του 1913 στη Θεσσαλονίκη, αποτελεί κατά μία έννοια το ελληνικό αντίστοιχο της δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου Τζ. Κέννεντυ, που συνέβη 50 χρόνια αργότερα στο Ντάλλας των Η.Π.Α. Και στις δυο περιπτώσεις: το θύμα ήταν ο ανώτερος πολιτειακός παράγοντας της χώρας, οι αρχές υιοθέτησανσχεδόν από την αρχή τη θεωρία του «μοναχικού δράστη» με προσωπικά κίνητρα, ο βασικός ύποπτος βγήκε από τη μέση προτού ολοκληρωθεί η ανάκριση, ενώ στο πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκαν ποικίλες θεωρίες για την πραγματική ταυτότητα των δραστών και τη συνωμοσία που κρυβόταν πίσω τους…

Όταν στις 5 Οκτωβρίου του 1912, η Ελλάδα κήρυσσε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μπαίνοντας στο πλευρό των -τότε- συμμάχων της Σέρβων και Βούλγαρων, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τρεις εβδομάδες αργότερα οι πολεμικές εξελίξεις θα υποχρέωναν την τουρκική φρουρά της Θεσσαλονίκης να παραδώσει την πόλη -η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο της εκστρατείας κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο- στον ελληνικό στρατό. Η πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν πεδίο σύγκρουσης των ενδοβαλκανικών επιδιώξεων, που εκφράζονταν κυρίως από την πλευρά της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, αλλά και των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.

Στις 28 Οκτωβρίου, τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν θριαμβευτικά στην πόλη και την επομένη ακολούθησε ο 68χρονος, τότε, βασιλιάς Γεώργιος Α’, τον οποίο συνόδευε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού.

Λόγω της εύθραυστης κατάστασης που επικρατούσε, ο Γεώργιος αποφάσισε να εγκατασταθεί στην πόλη, ώστε να επισημοποιήσει, αλλά κυρίως να εδραιώσει την εκεί ελληνική παρουσία. Στο διάστημα της παραμονής του, συνήθιζε, όπως και στην Αθήνα, να πραγματοποιεί καθημερινούς περιπάτους, χωρίς συνοδεία ή με ελάχιστη προστασία.

Το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου 1913, ο Γεώργιος, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του ταγματάρχη Φραγκούδη, κατέβηκε από το μέγαρο Χατζηλαζάρου, που χρησιμοποιούσε ως βασιλική κατοικία, στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου προκειμένου να πραγματοποιήσει επίσκεψη εθιμοτυπίας στον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν επί του πολεμικού πλοίου «Γκέμπεν», που βρισκόταν στο λιμάνι της πόλης.

«[…] Η Α. Μεγαλειότης, ομιλών εις τον υπασπιστήν του, εξέφραζε την μεγάλην του χαράν δια την πτώσιν των Ιωαννίνων (σ.σ.: στις 22 Φεβρουαρίου 1913), πλειστάκις τονίσας των νέον θρίαμβον των Ελληνικών όπλων» σημείωνε σε σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα «Εμπρός» στις 7 Μαρτίου και συμπλήρωνε: «Η αυτή ευδιαθεσία του Βασιλέως εξηκολούθησε και μετά μίαν ώραν όταν η Α. Μ. ήρχισε να επιστρέφη εις το Ανάκτορον. Όταν διήρχετο προ του Λευκού Πύργου, εγγύτατα του πλήθους το οποίον περιεστοίχιζε την κατ’ εκείνην την ώραν παιανίζουσαν μουσικήν, επλησίασεν, ανεμίχθη μετά των πολιτών, ήκουσε μουσικήν και κατά την δημοκρατικήν του συνήθειαν, συνωμίλησε μετά των ανθρώπων του λαού οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί. Μετά τούτο, εισήλθεν εις την λεωφόρον της Αγίας Τριάδας […]».

Στη συμβολή με την οδό Βασιλίσσης Όλγας, τον περίμενε από ώρα ο Σερραίος Αλέξανδρος Σχινάς. Γύρω στις 3, είδε τον Γεώργιο και τον υπασπιστή του να περνούν, τους πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε τον βασιλιά μία φορά, προκαλώντας, ωστόσο, καίριο τραύμα. Αμέσως μετά, επιχείρησε να πυροβολήσει και τον Φραγκούδη, αλλά αυτός πρόλαβε να τον αφοπλίσει και να τον παραδώσει σε δύο Κρητικούς χωροφύλακες, που είχαν προστρέξει στο σημείο της δολοφονίας.


Ο Γεώργιος μεταφέρθηκε στο ιατρείο του «Παπάφειου Ιδρύματος», αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσφέρουν καμιά βοήθεια, καθώς ο βασιλιάς ήταν ήδη νεκρός. Από το νοσοκομείο, η σορός του μεταφέρθηκε με ανοικτό αυτοκίνητο στο μέγαρο Χατζηλαζάρου, όπου το συνόδευσαν οι υπασπιστές του Πάλλης, Σκουμπουρδής και Φραγκούδης. Παράλληλα, ο Αλ. Σχινάς μετήχθη στο Αστυνομικό Τμήμα Φαλήρου Θεσσαλονίκης, όπου αμέσως άρχισαν οι ανακρίσεις από τον πρωτοδίκη Β. Κανταρέ και τον γραμματέα Γιαννιώτη.

Η πόλη τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής, τα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν, ενώ μόλις νύχτωσε τα φώτα των δρόμων και των κατοικιών παρέμειναν σβηστά και άρχισαν οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες από τις εκκλησίες. Στις 8 Μαρτίου, σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής, ο Κωνσταντίνος ορκίστηκε ως νέος βασιλιάς, ενώ στις 12 Μαρτίου αναχώρησε με τη βασιλική θαλαμηγό «Αμφιτρίτη» για την Θεσσαλονίκη, με τη συνοδεία πλοίων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού αλλά και των Μεγάλων Δυνάμεων!

Αφού εκτέθηκε για πολλές ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα, η ταριχευμένη σωρός του Γεωργίου μεταφέρθηκε στον Πειραιά με την «Αμφιτρίτη», στην οποία επέβαιναν τα μέλη της οικογένειάς του και άλλοι αξιωματούχοι. Ακολούθως, και μέσα σε κλίμα μελαγχολικής μεγαλοπρέπειας, έφτασε στην Αθήνα, όπου στις 20 Μαρτίου τελέστηκε η κηδεία και κατόπιν ετάφη στο λόφο «Παλιόκαστρο» στα ανάκτορα του Τατοΐου.

Στις 22 Απριλίου, ο Αλ. Σχινάς, μεταφερόμενος στον πάνω όροφο του κτηρίου όπου εκρατείτο, «διέφυγε της προσοχής των χωροφυλάκων και ηυτοκτόνησε πεσών εκ του παραθύρου» (από τη σχετική ανακοίνωση της αστυνομίας).

Η είδηση της δολοφονίας είχε σημαντική απήχηση την Ευρώπη και ιδιαίτερα στους βασιλικούς οίκους, ενώ προκάλεσε και ζωηρή ανησυχία στους Έλληνες πολίτες, αλλά και την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Αρχικώς, σχηματίστηκε η εντύπωση πως ο δράστης ήταν Βούλγαρος, πιθανώς στρατιώτης του βουλγαρικού συντάγματος, το οποίο από τον προηγούμενο Οκτώβριο στρατοπέδευε στην πόλη. Άλλωστε, το μακεδονικό ζήτημα ήταν, επί πολλές δεκαετίες, το κεντρικό εθνικό και πολιτικό αίτημα της Βουλγαρίας και επομένως η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελούσε κομβικό σημείο για ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων, ήταν πάγια επιδίωξη της βουλγαρικής πολιτικής.

Ο τότε στρατιωτικός διοικητής της πόλης πρίγκιπας Νικόλαος θα γράψει σχετικά στο ημερολόγιό του: «[…] Ο φόβος μήπως αυτό το φρικτόν έγκλημα χρησιμεύση ως σύνθημα για μια εθνική εξέγερσι εναντίον των Βουλγάρων, των οποίων η αυθάδεια, η κακοπιστία και ο ακράτητος εγωισμός είχον φθάσει τότε εις το κατακόρυφον με έκαμε και μπόρεσα να συγκρατήσω κάπως τον εαυτόν μου! Εκείνο που συνετέλεσεν επίσης εις τούτο ήτο, ότι όλοι σχεδόν όσοι ευρίσκοντο εκεί, και πρώτος ο Ρακτιβάν, ο οποίος ήτο αντιπρόσωπος της κυβερνήσεως (σ.σ.: ο Κ. Ρακτιβάν ήταν τότε υπουργός Δικαιοσύνης και γενικός διοικητής Μακεδονίας) τα είχαν χάσει κυριολεκτικώς! Όλοι ανεξαιρέτως, και εγώ πρώτος, είχαμε όχι μόνον την υποψίαν, αλλά σχεδόν την πεποίθησιν ότι το έγκλημα είχε εκτελεσθή από Βούλγαρον. Όταν επήγα εις το νοσοκομείον, όπου είχον μεταφέρει τον καϋμένον τον Βασιλέα, ήλθε ο Α. Μομφεράτος, ο τότε διευθυντής της αστυνομίας, να μου αναφέρη ότι εις την πόλιν επεκράτει τρομερός ερεθισμός και ότι οι πολίται και οι στρατιώται συνήρχοντο παντού με την πρόθεσιν να προβούν εις αντίποινα. Αυτή η είδησις με έκαμε να συνέλθω κομμάτι. Συλλογίσθηκα πως εάν δεν ελαμβάνετο αμέσως ένα μέτρον, μπορούσαν αν επέλθουν ανυπολόγιστοι καταστροφαί. Διέταξα, λοιπόν, αμέσως τον διευθυντήν της αστυνομίας και τον φρούραρχον συνταγματάρχην Δράκον να σπεύσουν εις την πόλιν και να διαδώσουν παντού ότι ο δολοφόνος ήτο Έλλην […] Την μεγαλυτέραν συγκίνησιν και ανησυχίαν από εμέ είχεν ο Ρακτιβάν. Όταν ήλθε κοντά μου και είδε τα χάλια μου, μου είπε: ‘Προσπαθήστε να κρατήσετε την ψυχραιμίαν σας, διότι εσείς έχετε αυτήν την στιγμήν την μεγαλυτέραν εξουσίαν και από σας εξαρτάται το παν!’».

Πράγματι, τις αμέσως επόμενες ώρες, η αστυνομία ανακοίνωσε το όνομα του δράστη και άρχισε να διαδίδει τη θεωρία του μοναδικού δολοφόνου. Ακόμα, άφησε να διαρρεύσει η πληροφορία πως ο δράστης ήταν αναρχικός και σχεδόν παράφρων, ο οποίος δολοφόνησε τον Γεώργιο Α’ από εκδίκηση, επειδή στο παρελθόν ο βασιλιάς είχε αρνηθεί να του χορηγήσει οικονομική βοήθεια, κάτι που είχε υποστηρίξει, αρχικώς, και ο ίδιος ο Αλ. Σχινάς. Ενδεικτική του κλίματος αυτού, είναι μια ανταπόκριση από την Θεσσαλονίκη (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» στις 7 Μαρτίου), όπου, εκτός των άλλων, σκιαγραφείται και το «πορτραίτο» του δράστη:

«[…] Εκ της ανακρίσεως δεν προέκυψαν στοιχεία επιβαρύνοντα άλλα πρόσωπα. Ο δολοφόνος είνε έκφυλος, αλήτης, ουχί βεβαίως παράφρων, πάντως όμως ανισόρροπος ζων δι επαιτείας. Προ επταετίας εις ουδεμίαν σχέσιν ευρίσκετο μετά της ενταύθα αδελφής του. Αφίκετο ενταύθα προ 20 ημερών εξ’ Αθηνών, μετά ολιγοήμερον διαμονήν εν Βόλω οπόθεν διήλθε. Εις τινας πλησιάζοντας αυτόν τελευταίως ανέπτυσσε περιέργους ιδέας περί σοσιαλισμού, ότι όλοι οι άνθρωποι, εκτός ολίγων, θα είνε ίσοι, ότι δεν θα υπάρχουσι πλέον πλούσιοι και πτωχοί και ότι οι εργάτες θα εργάζωνται μόνο δύο ώρας την ημέραν. […] Έζη εις εν άθλιον χάνι, δίδων δύο γρόσια την ημέραν δια τον ύπνον του. Δεν έτρωγε παρά μόνο γάλα. Είχεν εγγραφή προ ετών εις την Ιταλικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν εφοίτησε σοβαρώς. Ήτο αποδιοπομπαίος τράγος εις την οικογένειάν του […]. Εις υποβληθείσας εις αυτόν ερωτήσεις απαντά μετά ειρωνίας. ‘Τι είχες με τον Βασιλέα’ ερωτά ο ανακριτής. ‘Προ δύο ετών’ απήντησε ‘υπέβαλα μίαν αναφοράν εις το Παλάτι ζητών βοήθεια και ο υπασπιστής με εξεδίωξε με τρόπον βάναυσον’».


Ο Αλ. Σχινάς ήταν δάσκαλος στο επάγγελμα και παλιότερα είχε υπηρετήσει στην Αγουλινίτσα και την Κατερίνη. Κατόπιν, τον κάλεσαν στην Κλεισούρα μαζί με την αδελφή του, η οποία ήταν επίσης δασκάλα. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε να υπηρετήσει μαζί του, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί ο διορισμός. Ο Αλ. Σχινάς επέστρεψε στην Αθήνα οικονομικά εξαθλιωμένος και το επόμενο διάστημα αναζητούσε εργασία, χωρίς αποτέλεσμα. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης και ο υποσιτισμός τον είχαν κάνει φυματικό. Σε κατάσταση απόγνωσης, απευθύνθηκε για βοήθεια στο Παλάτι, αλλά ο υπασπιστής Φραγκούδης του απάντησε αρνητικά. Σχετικά με τις φήμες που τον συνέδεαν με σοσιαλιστικούς ή αναρχικούς κύκλους του Βόλου, τα στοιχεία είναι αντικρουόμενα: κάποιες πληροφορίες τον ήθελαν εκδότη περιοδικού με σοσιαλιστικές τάσεις, ενώ αντιθέτως ο Γ. Κορδάτος υποστηρίζει πως «ο Σχινάς ήταν άγνωστος στο Βόλο» («Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», 5ος τόμος, σελ. 311).
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν υπήρξε επίσημη εκδοχή για πολιτική δολοφονία.



Ας δούμε τώρα αυτό που αποκαλείται εθνικός διχασμός.

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η διαμάχη μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος, βάσει του Συντάγματος, είχε δικαιοδοσίες εξαιρετικά περιορισμένες, όμως η επιρροή του σε πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στον οποίο ηττήθηκε η ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν αρχιστράτηγος του στρατού ενώ τρία χρόνια μετά ανέλαβε την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που απαιτούσε άμεσες ανακατατάξεις στο Στράτευμα με κύριο αίτημα την αποχώρηση του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο πρόσωπο του Ε. Βενιζέλου, το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την πολιτική ηγεσία της χώρας.
Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού φέρουν τη σφραγίδα της στρατιωτικής τέχνης του Κωνσταντίνου. Στα παρασκήνια όμως, εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου: Ενώ ο Ελληνικός Στρατός βρισκόταν ήδη μέσα στην Θεσσαλονίκης, ο Βενιζέλος στέλνει τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο να κινηθεί γρήγορα στην ήδη καταληφθείσα Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο γεγονός παρέμεινε γνωστό τότε μόνο σε περιορισμένου ς πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους.
Ο Ε. Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ πιστεύοντας πως ήρθε η ώρα "εκπλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας" (δηλ. η Ελλάδα όχι μόνο να διατηρήσει τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους αλλά και να επεκτείνει τα σύνορα της). Παρέβλεπε όμως το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες είχαν κουραστεί από τους πολέμους. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία της Βουλγαρίας και ουδετερότητα της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η μεγαλύτερη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, ιδίως της διασποράς, προσδοκούσε να ενταχθεί (όπως έλεγε) σε μία "μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα".
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δεχθεί έκκληση από τον Γερμανό Κάιζερ να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια» με αντίδωρο το Μοναστήρι. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού και είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. Παρά ταύτα, ήταν υπέρ της Αντάντ έχοντας υπόψη του πως η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία. Μάλιστα είπε "Να έχετε υπόψη σας πως δεν υποστηρίζω πως δεν θα βγούμε στον πόλεμο-φυσικά στο πλευρό της Αντάντ, αφού τα συμφέροντά μας συνδέονται στο σύνολό τους με αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν θα πολεμούσαμε εναντίον της και δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να το διανοείται". Έχοντας την εμπειρία και την γνώση στην πρώτη γραμμή ήδη δύο πρόσφατων πολέμων ήθελε την ειρήνη στο διπλασιασμένο Ελληνικό κράτος και την ξεκούραση του λαού. Έτσι επεδίωκε την ουδετερότητα

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια απέτυχε. Κατά δήλωση του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών "άξονας της πολιτικής της Αντάντ στα Βαλκάνια είναι οι Πρώσοι" (Πρώσοι δηλ. Βούλγαροι τους οποίους η Ελλάδα ένα-δύο χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει). Ο Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου πως ο πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1915 ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο 3 επιστολές με τις οποίες πρότεινε να παραχωρηθούν άμεσα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, με αντάλλαγμα ισομεγέθη εδάφη στη Μικρά Ασία. Ο Κωνσταντίνος διαφώνησε και ο Βενιζέλος κοινοποίησε τις επιστολές στον γαλλικό τύπο ο οποίος και τις δημοσίευσε. Παρά ταύτα, οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα, στο πλευρό των Αυστρογερμανών.
Εναρκτήριο λάκτισμα του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η μη εγγύηση των δυνάμεων της Αντάντ για εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Ο Κωνσταντίνος αντίθετα, ήθελε να γνωρίζει τα ανταλλάγματα που θα έδιναν στην Ελλάδα οι Αγγλογάλλοι σε μία ενδεχόμενη νίκη τους, βάζοντας και όρους για την συμμετοχή της στον πόλεμο στον πλευρό τους. Μάλιστα είπε "Το ελληνικό το αίμα είναι λιγοστό! Για να το χύσουμε για χάρη σας κύριοι της Αντάντ, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποια θα είναι τα ανταλλάγματα". Ο Βενιζέλος δεν έθεσε το θέμα των ανταλλαγμάτων και επεδίωκε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο χωρίς όρους. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915). Ο Κωνσταντίνος μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη του ΓΕΣ πως η επιχείρηση θα κατέληγε σε φιάσκο αρνήθηκε. Έτσι, η "άνευ όρων φιλοαντατική" πολιτική του Βενιζέλου έβρισκε αντίθετο το Παλάτι, το ΓΕΣ και την μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν μεγάλος στρατιωτικός νους για εκείνη την εποχή. Είχε προβλέψει ότι "οποιονδήποτε στρατιωτικόν εγχείρημα ημών εις τον χώρον της Μικράς Ασίας, δεν θα είναι μόνον πράξις καταστροφική, αλλά πράξις οιονεί αυτοκτονίας", κάτι που στο μέλλον αποδείχθηκε.
Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου η λαϊκή ετυμηγορία επανεκλέγει τον Βενιζέλο, ο οποίος με τη νέα εκλογή του επαναλαμβάνει τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν δεχθεί εκείνη επίθεση της Βουλγαρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος, έμμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος αντισυνταγματικά (παραβίασε το άρθρο 99 του Συντάγματος 1911) έφερε, χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου και την έγκριση της Βουλής, Βρετανικές και Γαλλικές Δυνάμεις και τις διέταξε να στείλουν στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο Βουλγαρικής επίθεσης. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Σαράι (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός, προσεταιριζόμενος στο μέλλον μέρος της εξουσίας του Βασιλέως, και παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός Ελληνικού "εθνικού στρατού" για να πολεμήσει τους Βούλγαρους. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915 η Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα "ουδετερότητα de facto" με αντίδωρα εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, παραχώρηση στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου, διαρρύθμιση των συνόρων προς την Βουλγαρία και μελλοντική παραχώρηση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου. Σε αντίθεση η Αντάντ δεν εξασφάλιζε ακόμα ούτε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος, κάτι που στο μέλλον θα αναγκαζόταν να πράξει. Η πρόταση απορρίφθηκε από τον Βενιζέλο. Τα Ανάκτορα εξαγριωμένα εμμένουν στην θέση τους, ο πρωθυπουργός παραιτείται και πάλι και διεξάγονται εκ νέου εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915. Ο Βενιζέλος και το κόμμα το απέχουν. Έτσι νίκησαν οι φιλοβασιλικοί.
Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια, διατηρούν την πολιτική "ουδετερότητας". Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. Απορρίφθηκε από την Ελληνική κυβέρνηση η προσφορά της Κύπρου από τη Βρετανία, με αντάλλαγμα τη συμπαράταξη της Ελλάδος με την Αντάντ. Οι Έλληνες διχάζονται ανάμεσα σε δύο παρατάξεις, - φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών - κάτι που θα συντελέσει στην άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθά του.

Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το χωριστικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος, ως ηθικός αυτουργός του πραξικοπήματος, τάσσεται με αυτό και στις 26 Σεπτεμβρίου μεταβαίνει στα Χανιά, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και από εκεί μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Στην απόφαση του Βενιζέλου συνετέλεσε και η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία (κατά την οποία οι εν Ελλάδι δυνάμεις της Αντάντ δεν αντιστάθηκαν) και η αιχμαλωσία και μεταφορά στη Γερμανία του Δ΄ Σώματος Στρατού με την φιλοβασιλική κυβέρνηση να είναι παγιδευμένη και με δεμένα τα χέρια.
Η πρώτη προκήρυξη της Επαναστατικής Κυβέρνησης («Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης») δημοσιεύεται στο υπ' αριθμό 1 φύλλο της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβερνήσεως που εκδόθηκε στα Χανιά 15 Σεπτεμβρίου 1916 με το παρακάτω περιεχόμενο:
Το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη. Μια πολιτική της οποίας δεν θέλομε να εξετάσωμεν τα ελατήρια, απειργάσθη ενός και ημίσεως έτους τοιαύτας εθνικής συμφοράς, ώστε ο συγκρίνων την Ελλάδα της σήμερον προς την προ ενός και ημίσεως έτους Ελλάδα να αμφιβάλλη αν πρόκειται περί ενός και του αυτού κράτους.
Το Στέμμα εισακούσαν εισηγήσεις κακών συμβούλων επεδίωξε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής διά της οποίας η Ελλάς απομακρυνθείσα των κατά παράδοσιν φίλων της, επεζήτησε να προσεγγίση τους κληρονομικούς εχθρούς της.
Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Η Ελλάδα το 1916 είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευσίμους ("επιστράτους") που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες προς απόκρουση κινδύνου. Τον Δεκέμβριο του 1916 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναθεμάτισε και αφόρισε τον Βενιζέλο. Στην προσπάθεια των Γάλλων και του Βενιζέλου να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα, σε μια σειρά επεισοδίων γνωστών ως «Νοεμβριανά». Όλα τα λιμάνια ήταν αποκλεισμένα από τους Γάλλους με αποτέλεσμα η Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις κοντά σ΄ αυτήν να λιμοκτονήσουν.
Με την επέμβαση των γαλλικών δυνάμεων ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του.
Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο (1917)

Τμήμα του ελληνικού στρατού παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, Ιούλιος 1919.
Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Μετά λοιπόν, από τελεσίγραφο των συμμάχων ο Βασιλιάς, μπροστά στον κίνδυνο αιματοχυσίας, αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του, Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Ο Βενιζέλος έχοντας χάσει πλέον πολλούς οπαδούς δεν διεξάγει εκλογές και ανακαλεί το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή ονομάζεται ειρωνικά "Βουλή των Λαζάρων". Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Επακολούθησαν εξορίες των πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου στην Κορσική, καθαιρέσεις δεκάδων μητροπολιτών, απολύσεις εκατοντάδων δικαστικών και αξιωματικών, εξευτελισμοί χιλιάδων κληρικών και δημοσίων υπαλλήλων κλπ. Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Τουρκία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.
Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή τον νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: "Ιδιαιτέρως διά τον ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού".
Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 βάζει τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα χρόνια.



Ο Διχασμός μέσα σε όλα τα άλλα έφερε την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι και τη δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα επέστρεφε στις 30 Ιουλίου 1920 από την Γαλλία στην Ελλάδα με το τρένο από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών . Εκεί, την ώρα της επιβίβασης, δυο απότακτοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί - ο υπολοχαγός μηχανικού Γεώργιος Κυριάκης και ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης, αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Έλληνα Πρωθυπουργό, πυροβολώντας με τα περίστροφα τους από κοντινή απόσταση. Έριξαν πάνω από 10 σφαίρες συνολικά, με τον Βενιζέλο να τραυματίζεται ελαφρά στον αριστερό ώμο και χέρι. Η αποτυχία τους ήταν αποτέλεσμα της ψύχραιμης αντίδρασης του Έλληνα πρωθυπουργού που όταν ένιωσε τον κίνδυνο άρχισε να τρέχει δεξιά - αριστερά, σε συνδυασμό προς την τυχαία πτώση του πίσω από αποσκευές και την ανεξήγητη αστοχία, σχεδόν εξ' επαφής, των υποψήφιων δολοφόνων .

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος νοσηλεύτηκε για μια μέρα σε Γαλλικό νοσοκομείο και όταν ανάρρωσε , παρέστη ως μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη των δύο επίδοξων δολοφόνων του. Στην κατάθεση του άφησε σαφείς υπαινιγμούς για συνωμοσία κατά της ζωής του από τον εξόριστο Βασιλιά Κωνσταντίνο. Οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές, μένοντας για πολλά χρόνια στις Γαλλικές φυλακές .

ΤΑ "ΙΟΥΛΙΑΝΑ" ΤΟΥ 1920

Η είδηση της απόπειρας δεν έγινε αμέσως γνωστή στην Αθήνα, παρά μόνο το μεσημέρι της 31ης Ιουλίου του 1919. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμμανουήλ Ρέπουλη, αντιπροέδρου της κυβερνήσεως Βενιζέλου, προσπάθησε ο ίδιος να κρύψει την είδηση, αλλά ήδη ανεπίσημες φήμες στην πόλη διέδιδαν τον θάνατο του Βενιζέλου. Αμέσως μετά την κυκλοφορία της "είδησης", ένα οργισμένο πλήθος Βενιζελικών παρακρατικών ξεχύθηκε στους Αθηναϊκούς δρόμους ζητώντας εκδίκηση , κρατώντας ρόπαλα και λοστούς επιτέθηκαν αρχικά κατά των γραφείων όλων των Αντιβενιζελικών εφημερίδων καταστρέφοντας αυτά σχεδόν ολοσχερώς (Η Πολιτεία, Η Καθημερινή, το Σκριπ, η εσπερινή), αμέσως μετά επιτέθηκαν στις οικείες των συγγενών των επίδοξων δολοφόνων, προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές στο θέατρο της Κοτοπούλη (γνωστής οπαδού της Αντιπολίτευσης και του εξόριστου Βασιλιά), αρκετές ζημιές σε ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλα καταστήματα γνωστών αντιβενιζελικών πολιτών, ενώ λεηλάτησαν και τις οικείες των ηγετών της "Ηνωμένης Αντιπολίτευσης", καταστρέφοντας σχεδόν ολοσχερώς την οικεία του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Σκουλούδη .

Το Βενιζελικό όργιο βίας και λεηλασίας είχε μικρή διάρκεια, αλλά ήταν πολύ αποτελεσματικό. Ξεκίνησε στις 12.00 το μεσημέρι και σταμάτησε στις 19.00, όταν ξεκίνησε η δοξολογία στην Μητρόπολη για την σωτηρία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Όλα τα στελέχη της Αντιπολίτευσης κρύβονταν κατατρομοκρατημένα, κανείς αντιβενιζελικός δεν αντίδρασε (αυτή ήταν η κύρια αιτία που δεν υπήρξαν θύματα), ενώ τα όργανα της τάξης του κράτους παρακολουθούσαν διακριτικά την κατάλυση κάθε έννοιας έννομης τάξης. Οι υλικές ζημιές που προκλήθηκαν ήταν σοβαρές, αλλά αυτό που συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη ήταν η αναίτια και ψυχρή δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ
Ο Ίων Δραγούμης πληροφορήθηκε την είδηση της απόπειρας νωρίς το μεσημέρι. Οδήγησε την Μαρίκα Κοτοπούλη στο σπίτι της στην Κηφισιά για να την προστατεύσει από τυχόν βιαιοπραγίες εις βάρος της λόγω των πολιτικών της φρονιμάτων και υπό το καθεστώς μιας έντιμης αλλά μοιραίας αντίληψης του καθήκοντος, αποφάσισε να επιστρέψει στα γραφεία της εφημερίδας του, ώστε να επιμεληθεί την έκδοση της. Είχε απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου της απόφασης του. Ένιωθε την υποχρέωση να μην κρυφτεί αλλά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του ως ένας από τα ηγετικά στελέχη της αντιπολίτευσης.

Κατέβηκε με το αμάξι του την οδό Κηφισίας ως το ύψος των Αμπελοκήπων στην τότε έπαυλη Θων. Εκεί τον σταμάτησε μια ομάδα ενόπλων που άνηκαν στο περίφημο τάγμα ασφαλείας του Παυλου Γύπαρη. Ο Δραγούμης συναισθάνθηκε τον κίνδυνο και ζήτησε από τον οδηγό να προχωρήσει. Οι ένοπλοι όμως ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο, συνέλαβαν τον Δραγούμη τον χτήπησαν στο πρόσωπο και τον οδήγησαν βίαια στον στρατώνα του τάγματος τους. Στο προαύλιο του στρατώνα βρίσκονταν ο Παύλος Γύπαρης, διοικητής των Βενιζελικών ταγμάτων ασφαλείας, παλαιός γνώριμος του Δραγούμη από τον Μακεδονικό Αγώνα, και ο Εμμανουήλ Μπενάκης, επίσης γνώριμος του Δραγούμη απο την θητεία του στην πρεσβεία της Αλεξάνδρειας. Αρχικά οι δύο άνδρες συζητούσαν χαμηλόφωνα κοιτάζοντας βλοσυρά τον Δραγούμη. Η αγωνιώδης αναμονή του αιχμαλώτου διήρκεσε 20 λεπτά. Μετά από ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα που δέχτηκε, ο Γύπαρης διέταξε 18 στρατιώτες με οπλισμένα τα ντουφέκια, να οδηγήσουν τον Δραγούμη αιχμάλωτο, πεζή ως το φρουραρχείο .

Οι στρατιώτες περιστοίχισαν τον Δραγούμη και τον οδήγησαν στην συμβολή των οδών Κηφισίας και Ρηγίλλης. Εκεί σταμάτησαν και τον έστησαν σε έναν μαντρότοιχο. "Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα?" τους ρώτησε ο μελλοθάνατος μέσα στην επιθανάτια αγωνία του. Κανείς από τους ενόπλους δεν απάντησε. Πρότειναν όλοι τα όπλα τους και έριξαν στον άτυχο άνδρα εξ επαφής χωρίς καν παράγγελμα. Ο Δραγούμης δεν αντιστάθηκε, ούτε και προσπάθησε να ξεφύγει από τους δολοφόνους του. Ήρεμα στάθηκε μπροστά τους, κοιτώντας τον Αττικό ουρανό που τόσο ύμνησε και αγάπησε, για τελευταία φορά...Οι εύστοχες ριπές των όπλων τον άφησαν στον τόπο χωρίς πνοή. Οι δολοφόνοι του, πλησίασαν την σωρό του και τον λόγχισαν για να βεβαιωθούν για τον θάνατο του. Αμέσως μετά επέστρεψαν στον στρατώνα τους.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ - ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Το πτώμα του Δραγούμη έμεινε σκυλευμένο στο πεζοδρόμιο για πολλές ώρες. Αργά το απόγευμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο, όπου μετά από ειδοποίηση αργά το βράδυ, προσήλθε τραγική μορφή ο γηραιός πατέρας του Στέφανος Δραγούμης, (πρώην πρωθυπουργός και τελευταίος ύπατος αρμοστής στην Κρήτη) για να αναγνωρίσει τον νεκρό γιο του. Η οικογένεια του νεκρού απαίτησε νεκροψία που έδειξε ότι ο άτυχος άνδρας έφερε 9 σφαίρες στο κορμί του, έντεκα λογχισμός διαμπερείς δια ξιφολόγχης και κάταγμα του αριστερού μηρού δια υποκοπάνου όπλου.
Την επομένη δεν κυκλοφόρησε (όπως είναι λογικό μετά την καταστροφική λαίλαπα της προηγούμενης ημέρας) καμία εφημερίδα της Αντιπολίτευσης. Όλες οι Βενιζελικές εφημερίδες φιλοξενούσαν την είδηση της απόπειρας κατά του Βενιζέλου, αφιερώνοντας λίγες μόνο λέξεις για την στυγερή δολοφονία. Αρκετές μάλιστα υποστήριζαν ότι ο Δραγούμης σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει. Κάποιες δε, υποστήριξαν ότι οι εκτελεστές ήταν σε αυτοάμυνα γιατί δήθεν τους άνοιξε πυρ ο Δραγούμης με το περίστροφο του! Αντιπολιτευόμενες εφημερίδες κυκλοφόρησαν δέκα μέρες μετά αποκαθιστώντας την αλήθεια.

Η κηδεία του έγινε μέσα σε ανείπωτη θλίψη από τους οικείους του και συνοδεύτηκε από ένα μεγάλο πλήθος πολιτών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος συγκλονίστηκε όταν έμαθε το στυγερό έγκλημα και αμέσως απέστειλε θερμό συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του Δραγούμη, φανατικό πολιτικό του εχθρό. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα η μνήμη του θλιβερού γεγονότος τον κατέτρεχε για αυτό και μερίμνησε προσωπικά για την ανεύρεση των δολοφόνων αλλά όχι και για την ανεύρεση τυχόν ηθικών αυτουργών (αν υπήρχαν). Έτσι τα μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος που είχαν φυγαδευτεί στην Κρήτη από τους Βενιζελικούς, παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Σε προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην ελληνική βουλή για τα τραγικά γεγονότα, ο αντικαταστάτης του πρωθυπουργού εν απουσία του Εμμανουήλ Ρέπουλης, προσπάθησε άνευρα και ομολογουμένως διόλου πειστικά να υποστηρίξει την κυβερνητική εκδοχή των γεγονότων για δήθεν σύντονες προσπάθειες του να αποφευχθούν τα επεισόδια και η δολοφονία. Στις αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης απάντησε με δικαιολογίες και υπεκφυγές, ενώ στο τέλος ανήγγειλε εμφανώς συντετριμμένος και πιθανή πρόθεση του να εγκαταλείψει τον δημόσιο βίο . Η ηθική αυτουργία του φόνου χρεώθηκε στον ίδιο τον Γύπαρη και στον Μπενάκη, χωρίς όμως ποτέ να αποδειχθεί κάποια κατηγορία. Το 1922 ο Μπενάκης παραπέμφθηκε σε δίκη για ηθική αυτουργία αλλά απαλλάχτηκε, με την κόρη του, την Πηνελόπη Δέλτα να είναι κατηγορηματική στο αρχείο της, για την αθωότητα του πατρός της.

Η δολοφονία του Ιωνος Δραγούμη κηλίδωσε τον πολιτικό βίο της χώρας βαθαίνοντας το ψυχικό χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους (βενιζελικών-αντιβενιζελικών), επιβεβαίωσε την κοινωνική αίσθηση για τον Βενιζελικό αυταρχισμό στην άσκηση της εξουσίας και τελικά αποτέλεσε έναν ρυθμιστικό παράγοντα για το απρόσμενα θετικό αποτέλεσμα για την "Ηνωμένη Αντιπολίτευση" στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, κάτι που υποβαθμίζει συστηματικά η σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία.

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2. Τα Αριστερά κόμματα

Και εδώ ο καλός μας συγγραφέας έχει κάτι με τα αριστερά κόμματα και μέσα από γενικεύσεις τα απαξιώνει πλήρως με αυτά που μας λέει όπως τις δυσκολίες συνεννόησης και κομματικής συσπείρωσης.
Τελικώς όμως κάτω από αυτόν τον γενικό τίτλο μας μιλά μόνο για την Κοινωνιολογική Εταιρεία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου και το Λαικό κόμμα στο οποίο η Κοινωνιολογική Εταιρεία εξελίχθηκε.
Ας δούμε λοιπόν τον Παπαναστασίου και το έργο του.



Αρκάς νομικός και κοινωνιολόγος, από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες της νεώτερης Ελλάδας. Διετέλεσε δύο φορές πρωθυπουργός (1924 και 1932) και θεωρείται από τους πρωτεργάτες της σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας.

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου γεννήθηκε στις 8 Ιουλίου 1876 στην Τρίπολη. Ήταν γιος του εκπαιδευτικού και πολιτικού Παναγιώτη Παπαναστασίου από το Λεβίδι Αρκαδίας και της Μαριγώς Ρογάρη - Αποστολοπούλου. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, απ’ όπου ανακηρύχθηκε διδάκτωρ το 1899. Συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Χαϊδελβέργης, Βερολίνου, Λονδίνου και Παρισίων (1901-1907), στην κοινωνιολογία, στη φιλοσοφία και τα οικονομικά. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία επηρεάστηκε από τις σοσιαλιστικές και συνεργατικές ιδέες.

Το 1907 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να πολιτεύεται, αναπτύσσοντας πολύ προοδευτικές ιδέες για την εποχή του. Το 1908 ίδρυσε την Κοινωνιολογική Εταιρεία, μαζί τους ιδεολογικούς και πολιτικούς του φίλους από το Βερολίνο, Κωνσταντίνο Τριανταφυλλόπουλο, Θρασύβουλο Πετμεζά, Θαλή Κουτούπη, Αλέξανδρο Δελμούζο, Παναγιώτη Αραβαντινό και Αλέξανδρο Μυλωνά. Σκοπός του σωματείου ήταν, μεταξύ άλλων, η αναγνώριση της πολιτικής αρχής ότι θα πρέπει να εξασφαλιστούν σε όλους εξίσου ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους. «Προς επίτευξιν του σκοπού τούτου, ο οποίος δεν είναι δυνατόν να πληρωθή τελείως, αν μην καταστώσι κοινά τα μέσα παραγωγής και ρυθμισθή η διανομή του πλούτου αναλόγως των αναγκών εκάστου, πρέπει να μεταβάλλεται βαθμιαίως ο οικονομικός και πολιτειακός οργανισμός κατά το εκάστοτε δυνατόν μέτρον, αδιαφόρως προς την εκ τούτου βλάβην των ατομικών συμφερόντων ορισμένων προσώπων ή τάξεων» αναφέρεται στο καταστατικό της εταιρείας. Η εταιρεία εξέδιδε το επιστημονικό περιοδικό Επιθεώρησις των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών, που είχε σημαντική απήχηση στον πνευματικό και πολιτικό κόσμο της χώρας. Μεταξύ των συνδρομητών του περιοδικού ήταν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τα άρθρα του νέου τότε επιστήμονα και πολιτικού.

Το 1909 ο Παπαναστασίου υποστήριξε το κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στου Γουδή (15 Αυγούστου) και υπέβαλλε υπόμνημα προς τον αρχηγό του συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά με τίτλο «Τι πρέπει να γίνη». Την επόμενη χρονιά τα μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρείας ίδρυσαν πολιτικό φορέα με την επωνυμία Λαϊκόν Κόμμα, με μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής απόχρωσης. Ο Παπαναστασίου εξελέγη βουλευτής Αρκαδίας στις εκλογές του Αυγούστου και Νοεμβρίου 1910 και ανέπτυξε σημαντική δράση στη Βουλή, υποστηρίζοντας την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών της Θεσσαλίας και την απόδοσή τους στους ακτήμονες και τους μικροκαλλιεργητές. Ως προς το γλωσσικό ζήτημα υποστήριζε με ιδιαίτερη θέρμη την καθιέρωση της δημοτικής.
Με την έκρηξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου στρατεύτηκε ως εθελοντής και τιμήθηκε με μετάλλια για την πολεμική του δράση. Στις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 το Λαϊκό Κόμμα εντάχθηκε στο Κόμμα των Φιλελευθέρων του Ελευθερίου Βενιζέλου, αποτελώντας την αριστερή του πτέρυγα. Ακολούθησε τον Ελευθέριο Βενιζέλο στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης (Εθνικός Διχασμός) και τον Μάρτιο του 1917 με την ανάληψη της εξουσίας από τον κρητικό πολιτικό, διορίσθηκε κυβερνητικός αντιπρόσωπος στα Ιόνια Νησιά. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ανέλαβε το Υπουργείο Συγκοινωνίας έως τον Νοέμβριο του 1920, ενώ διατέλεσε ταυτόχρονα προσωρινός Υπουργός Περιθάλψεως και Εσωτερικών.

Κατά την παραμονή του στο Υπουργείο Συγκοινωνίας έβαλε τις βάσεις για την αναδιοργάνωση των μέσων μαζικής μεταφοράς, των ταχυδρομείων και των τηλεφώνων. Εκπόνησε θεμελιώδη νομοθετήματα για τον οικοδομικό κανονισμό των πόλεων και το εθνικό κτηματολόγιο, ενώ συγκρότησε επιτροπή μελέτης του ρυθμιστικού σχεδίου της Αθήνας, με επικεφαλής τους αρχιτέκτονες Εμπράρ και Καλλιγά. Την ίδια περίοδο σχεδιάστηκε η μεγάλη παραλιακή αρτηρία Αθηνών-Σουνίου, που υλοποιήθηκε μισό αιώνα αργότερα από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Μετά τη μεγάλη πυρκαϊά της Θεσσαλονίκης (5 Αυγούστου 1917) συνέστησε τη Διεθνή Επιτροπή Ανοικοδομήσεως Θεσσαλονίκης, η οποία συνέταξε το νέο πολεοδομικό κανονισμό της πόλης. Ακόμη, αναδιοργάνωσε το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το οποίο έγινε αυτοτελές πανεπιστημιακό ίδρυμα και ίδρυσε τρεις νέες σχολές, Αρχιτεκτόνων, Χημικών και Τοπογράφων Μηχανικών. «Παπανάσταση» ονόμασαν οι τότε καθηγητές του ΕΜΠ τις μεταρρυθμίσεις του.

Μετά την εκλογική αποτυχία του Βενιζέλου την 1η Νοεμβρίου 1922, μεσούσης της Μικρασιατικής Εκστρατείας, έγινε δεινός επικριτής της βασιλείας. Τον Φεβρουάριο του 1922, μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του, υπέγραψε το Δημοκρατικό Μανιφέστο, με το οποίο καλούσε τον βασιλιά Κωνσταντίνο να παραιτηθεί προς χάρη των συμφερόντων του έθνους. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση για εξύβριση του βασιλιά και εσχάτη προδοσία. Κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας και απελευθερώθηκε μετά τρίμηνο από την Επαναστατική Επιτροπή του Νικόλαου Πλαστήρα, που ανέλαβε τις τύχες της Ελλάδας στις 11 Σεπτεμβρίου 1922, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.
Είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για να θέσει ο Παπαναστασίου θέμα κατάργησης της βασιλείας και άμεσης κήρυξης της αβασίλευτης δημοκρατίας. Στις εκλογές της 16ης Δεκεμβρίου 1923 κατήλθε ως επικεφαλής της Δημοκρατικής Ένωσης (μετεξέλιξη του Λαϊκού Κόμματος), με σημαία την αβασίλευτη δημοκρατία και προοδευτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Το κόμμα του εξέλεξε 70 βουλευτές, σε μια εκλογική αναμέτρηση που απείχε η αντιβενιζελική παράταξη.
Μετά τις βραχύβιες κυβερνήσεις Βενιζέλου και Καφαντάρη, ο Παπαναστασίου ανέλαβε την πρωθυπουργία της χώρας στις 12 Μαρτίου 1924 και ανήμερα της εθνικής επετείου (25 Μαρτίου 1924) κήρυξε με ψήφισμα της Βουλής έκπτωτη τη δυναστεία των Γκλίξμπουργκ και την εγκαθίδρυση δημοκρατίας, που επικυρώθηκε με το δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου 1924. Έπειτα από σύντομη παραμονή στην πρωθυπουργία, ο Παπαναστασίου παραιτήθηκε στις 25 Ιουλίου 1924, όταν η κυβέρνησή του καταψηφίστηκε στη Βουλή. Κατά τη διάρκεια της σύντομης πρωθυπουργίας του ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του στρατηγού Πάγκαλου φυλακίστηκε στη Σαντορίνη (Φεβρουάριος - Απρίλιος 1926) και στις εκλογές της 7ης Νοεμβρίου του ίδιου έτους εξελέγη βουλευτής Μαντινείας, ενώ το κόμμα του έλαβε το 6,47% των ψήφων, εκλέγοντας συνολικά 17 βουλευτές. Στις κυβερνήσεις του Θρασύβουλου Ζαΐμη ανέλαβε το Υπουργείο Γεωργίας, το οποίο διατήρησε μέχρι την παραίτησή του τον Φεβρουάριο του 1928. Κατά τη διάρκεια της θητείας του έλαβε μέτρα για την αποκατάσταση των ακτημόνων και των προσφύγων και την οργάνωση των αγροτών σε συνεταιρισμούς. Το πιο σημαντικό έργο του υπήρξε η ίδρυση της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, παρά την αντίδραση του πολιτικού κόσμου και της Εθνικής Τράπεζας. Ο ίδιος πίστευε ότι μια αγροτική τράπεζα θα εξυπηρετούσε αποτελεσματικότερα τα συμφέροντα των αγροτών.

Στις εκλογές της 19ης Αυγούστου 1928 το κόμμα του συνέπραξε με τους Φιλελευθέρους του Βενιζέλου και εξέλεξε 20 βουλευτές. Στις 26 Μαΐου 1932 ανέλαβε για δεύτερη φορά την πρωθυπουργία, με την υποστήριξη των Φιλελευθέρων, αλλά ανετράπη λίγες μέρες αργότερα (5 Ιουνίου 1932), όταν ο Βενιζέλος αντιτάχθηκε στην ψήφιση του νομοσχεδίου για τις κοινωνικές ασφαλίσεις.

Τον Ιανουάριο του 1933 συνεργάστηκε εκ νέου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Γεωργίας, ενώ τον Μάιο του ίδιου χρόνου εξελέγη αριστίνδην γερουσιαστής. Στις μαζικές διώξεις που ακολούθησαν την αιματηρή καταστολή του βενιζελικού κινήματος της 6ης Μαρτίου 1933, ο Παπαναστασίου συνελήφθη αν και ήταν αντίθετος, επιμένοντας στη συνδιαλλαγή μεταξύ των δύο παρατάξεων. Παραπέμφθηκε σε έκτακτο στρατοδικείο αλλά αθωώθηκε. Τον Οκτώβριο του 1935 εκτοπίσθηκε στη Μύκονο, απ’ όπου αφέθηκε ελεύθερος μετά το δημοψήφισμα για την επάνοδο της βασιλείας στην Ελλάδα (3 Νοεμβρίου 1935).

Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου 1936 εξελέγη βουλευτής Μαντινείας και στις 25 Απριλίου αρνήθηκε την ψήφο εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, που σχηματίστηκε με την ανοχή των δύο μεγάλων κομμάτων. Μετά την επιβολή της μεταξικής δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό. Πέθανε στις 17 Νοεμβρίου 1936 από ανακοπή καρδίας στο σπίτι του στην Εκάλη.

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υπήρξε ένας καινοτόμος πολιτικός, με πρωτοποριακές ιδέες για την εποχή του. Ήταν υπέρμαχος του πολιτικού γάμου, της γυναικείας ψήφου, της προστασίας της μητρότητας και των εξώγαμων τέκνων, της δημιουργίας των κοινωνικών ασφαλίσεων, της κατάργησης της θανατικής ποινής, του διαχωρισμού της εκκλησίας από το κράτος, της συνταγματικής κατοχύρωσης του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης, της συνδικαλιστικής οργάνωσης και της απλής αναλογικής ως πάγιου εκλογικού συστήματος. Στα θέματα της εξωτερικής πολιτικής ήταν βαθύτατα ειρηνιστής και ευρωπαϊστής. Πίστευε στην ένωση των ευρωπαϊκών χωρών σε μια «Πανευρώπη» και υποστήριξε τη συναδέλφωση των βαλκανικών λαών, μέσα από τη δημιουργία μιας βαλκανικής συνομοσπονδίας.

Στο ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο, ο Παπαναστασίου ήταν λάτρης της δημοκρατικής αρχής σε όλες τις βαθμίδες της πολιτειακής και κοινωνικής οργάνωσης και του δημοκρατικού σοσιαλισμού, ο οποίος με το μεταρρυθμιστικό έργο του θα μπορούσε να αποτρέψει τα εκφυλιστικά φαινόμενα της δικτατορίας, είτε της αστικής τάξης, είτε του προλεταριάτου, διαφοροποιούμενος έτσι απόλυτα από τις μεθόδους και τη στρατηγική των τότε κομμουνιστικών κομμάτων.

Τον χαρακτήρα και την προσφορά του Αλέξανδρου Παπαναστασίου συνόψισε ο Γεώργιος Παπανδρέου: «Ο Ελευθέριος Βενιζέλος επραγματοποίησεν εις την Ελλάδα το έθνος και το κράτος. Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου εισήγαγεν εις αυτήν τον πνευματικόν και τον κοινωνικόν χαρακτήρα. Αποτέλεσε εγκαλλώπισμα του πολιτικού κόσμου της Ελλάδος. Ενάρετος όσον ουδείς. Με ευψυχίαν όσον ουδείς».



Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/biographies/566#ixzz2iMixdHHK

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2 Τα αντιβενιζελικά κόμματα.

Συνεχίζοντας το ρεσιτάλ της Βενιζελειάδας ,το βιβλίο μας διαπράττει το ένα σφάλμα μετά το άλλο, υιοθετώντας εδώ ένα τίτλο εντελώς αδόκιμο , αφού κανένα κόμμα στον κόσμο δεν προσδιορίζει τον εαυτό του ως το "αντί" κάποιου άλλου.
Επιπλέον ακόμα και ο όγκος που αφιερώνεται στα αντιβενιζελικά κόμματα είναι ευθέως δυσανάλογος από τις σελίδες που αφιερώθηκαν στον Βενιζέλο.
Κανείς δεν αμφισβητεί το ειδικό βάρος που έχει ο κρητικός πολιτικός στην Ελληνική ιστορία αλλά στο κάτω κάτω δεν πρόκειται να τον ψηφίσουμε κιόλας οπότε δεν χρειάζεται και τόσο μεγάλη προβολή.Άλλο εξιστόρηση πεπραγμένων και άλλο υπερπροβολή του ενός με μείωση όλων των άλλων παραγόντων που μαζί με αυτόν τον ένα συνθέτουν το μωσαικό της εποχής για την οποία μιλάμε.

Έχουμε λοιπόν εδώ να μιλήσουμε για τρία κόμματα τα οποία στις εξετάσεις λόγω του έξτρα σμολ μεγέθους τους ,έχουν ζητηθεί μόνον ως ορισμοί.
Δημήτριος Ράλλης και Ραλλικό κόμμα


Γεννήθηκε στην Αθήνα από οικογένεια με ρίζες στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και με πολλούς εκπροσώπους της σε καίριες θέσεις ήδη από τον 15ο αιώνα. Πατέρας του ήταν ο Γεώργιος Ράλλης, νομοδιδάσκαλος και πολιτικός. Κατά την περίοδο των σπουδών του στη Νομική Σχολή Αθηνών επί Όθωνα συμμετείχε σε αντιμοναρχικές εκδηλώσεις παρά τη συμμετοχή του πατέρα του ως Υπουργού στη φιλοβασιλική κυβέρνηση Μιαούλη. Ίσως και για να απομακρυνθεί από τα γεγονότα αυτά, συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου συνέγραψε διδακτορική διατριβή με θέμα τα «Ναυτικά Δάνεια» (1866), η οποία του επέτρεψε να γίνει υφηγητής Εμπορικού Δικαίου στην Αθήνα όπου επέστρεψε το 1868. Τέσσερα χρόνια αργότερα (1872) εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής Αττικής και έλαβε το παρώνυμο "ο Αττικάρχης" επειδή συνέχεια εκλεγόταν στην περιφέρεια αυτή. Πολιτεύτηκε ως αντίπαλος του Δημητρίου Βούλγαρη και προσχώρησε αμέσως μετά τον σχηματισμό του το 1875 στο Τρικουπικό Κόμμα, αναλαμβάνοντας μάλιστα το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Παιδείας. Αν και ήταν καλός ρήτορας, ο ορμητικός του χαρακτήρας τον ώθησε ακόμη και στην επίλυση των διαφορών του με μονομαχία εναντίον του βουλευτή Λακωνίας Γεωργίου Πετροπουλάκη και του πρωθυπουργού Κωνσταντόπουλου.

Το 1883 ο Τρικούπης τού ανέθεσε το Υπουργείο Δικαιοσύνης, αλλά ο ίδιος προτίμησε ένα χρόνο αργότερα να ανεξαρτητοποιηθεί και να ιδρύσει το δικό του «Τρίτο Κόμμα» ("Τρίτον"), υπηρετώντας τις πολιτικές του φιλοδοξίες. Υπολόγισε όμως χωρίς τον βασιλιά, ο οποίος όταν το 1892 με την παραίτηση της κυβέρνησης Θ. Δηλιγιάννη κάλεσε το «Τρίτο Κόμμα» να σχηματίσει κυβέρνηση, παρέκαμψε τον φυσικό αρχηγό Ράλλη υπέρ του Κωνσταντόπουλου, γεγονός που οδήγησε τον ίδιο τον Ράλλη και όλους σχεδόν τους βουλευτές του σε αποχώρηση από το κόμμα του. Αντιπολιτεύτηκε τον Τρικούπη το 1892 για να αναλάβει το Υπουργείο Οικονομικών επί κυβερνήσεως Σωτηρόπουλου μετά τη χρεοκοπία του 1893, αλλά η κυβέρνηση αυτή απέτυχε και παραιτήθηκε ήδη τον Οκτώβριο του ίδιου έτους υπέρ του Τρικούπη και πάλι.

Έγινε πρωθυπουργός τον Απρίλιο του 1897, αλλά το κλίμα δυσαρέσκειας δεν επέτρεψε παρά μια πεντάμηνη θητεία στην κυβέρνηση αυτή (18 Απριλίου - 21 Σεπτεμβρίου 1897). Διετέλεσε ακόμη πρωθυπουργός τις περιόδους 28 Ιουνίου 1903 - 6 Δεκεμβρίου 1903, 9 Ιουνίου 1905 - 8 Δεκεμβρίου 1905 και 7 Ιουλίου 1909 - 15 Αυγούστου 1909. Την τελευταία πρωθυπουργία του διέκοψε η στρατιωτική επανάσταση του 1909 και η εμφάνιση του Βενιζέλου στην πολιτική ζωή του τόπου, τον οποίο ο Ράλλης αντιπολιτευόταν, αν και συμφωνούσε μαζί του σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Μετείχε στις κυβερνήσεις Γούναρη, Ζαΐμη και Σκουλούδη και ανέλαβε για τελευταία φορά την πρωθυπουργία το 1920 για μικρό όμως και πάλι χρονικό διάστημα (04.11.1920 – 24.01.1921). Πέθανε από καρκίνο λίγο αργότερα στην Αθήνα σε ηλικία 77 ετών.
Ανέλαβε 5 φορές το αξίωμα του πρωθυπουργού ως επικεφαλής βραχύβιων πάντα κυβερνήσεων (1897, 1905, 1909, 1910, και 1920).
Στη διάρκεια της κρίσης του Κρητικού Προβλήματος ακολούθησε ακραία φιλοπόλεμη κριτική κατά της κυβέρνησης Θ. Δηλιγιάννη. Ο Βίκτωρ Δούσμανης στα απομνημονεύματά του χαρακτηρίζει την αντιπολίτευση του 1897, που ηγούταν ο Δ. Ράλλης, ως "σπείρα πατριδοκαπήλων και εξ ατομικών συμφερόντων αυτοανακηρυττομένων πατριωτών". Ο Κορδάτος στην "Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος" τ. Δ΄ υποστηρίζει ότι τον Δ. Ράλλη είχαν πιθανόν την ίδια περίοδο πλησιάσει άμεσα ή έμμεσα Γερμανοί πράκτορες.

Περνάμε στον Κυριακούλη Μαυρομιχάλη και το Εθνικό κόμμα.
Εδώ το βιβλίο εντελώς ανεξήγητα μας αναφέρει ότι το κόμμα του δε διέφερε από το Ραλλικό χωρίς να εξηγεί που ( πιθανότατα σε αντιπολιτευτικό μένος αφού δεν ταιριάζουν πουθενά αλλού) πράγμα που οδηγεί κάποιους καθηγητές να βγάζουν το απλουστευτικό συμπέρασμα ότι αν ζητηθεί ο Μαυρομιχάλης ,πρέπει να γραφεί και ο Πάλλης υπό μορφή μπόνους. Όπως λέμε δύο στην τιμή του ενός.
Αγνοούν βέβαια οι εκλεκτοί συν-ανάδελφοι ότι όταν ζητάμε ορισμούς ,η γραφή τους λόγω μικρού όγκου που δεν υπερβαίνει τη μία παράγραφο αμοίβεται μόνο με πέντε μονάδες. Θα ήταν εντελώς έξω από τη λογική των εξετάσεων ένας ορισμός να εκταθεί σε δύο παραγράφους που υπερβαίνουν τη μισή σελίδα και πάλι η πριμοδότηση να είναι μόνο πέντε μονάδες.
Βεβαια τον τελικό λόγο δεν τον έχουν οι δικές μου παρατηρήσεις αλλά το διορθωτικό φύλλο του υπουργείου παιδείας ,που όποτε ζητήθηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης , σαν απάντηση από το υπυργειο δόθηκε το κομματάκι του Μαυρομιχάλη και μόνον αυτό.
Πάμε να τον δούμε λοιπόν τον Μαυρομιχάλη


Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Πέτρου Μαυρομιχάλη. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Αθήνα και στο Παρίσι. Πρωτοεκλέχτηκε βουλευτής Οιτύλου το 1879 και διετέλεσε υπουργός Στρατιωτικών, Εσωτερικών, Εξωτερικών και Δικαιοσύνης. Με την επανάσταση του 1909 διορίστηκε πρωθυπουργός αλλά μερικούς μήνες αργότερα παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας με τον στρατιωτικό σύνδεσμο.
Απεβίωσε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1916 και κηδεύτηκε με τιμές εν ενεργεία Αντιστράτηγου. Γιος του ήταν ο Πέτρος Κ. Μαυρομιχάλης

Τέλος θα μιλήσουμε για τον Θεοτόκη ο οποίος σύμφωνα με το βιβλίο επιζητούσε να διορθώσει αυτά που ο ίδιος θεωρούσε λάθη των Φιλελευθέρων. (Προφανώς αυτά τα λάθη θα βρίσκονταν μόνο μέσα στο μυαλό του αφού ο υπαινιγμός του βιβλίου ότι οι Φιλελεύθεροι δεν έκαναν λάθη , είναι σαφής).


Ο Γεώργιος Θεοτόκης ήταν τριτότοκος γιος του Νικολάου-Ανδρέα Θεοτόκη από την Κέρκυρα. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στο Ιόνιο Γυμνάσιο, γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Ιονίου Πανεπιστημίου. Το 1861 έλαβε το πτυχίο του από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και με υποτροφία συνέχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή της Σορβόνης.
Με την επάνοδό του στην Κέρκυρα, ο Γ. Θεοτόκης άρχισε να εργάζεται ως δικηγόρος. Το 1879 έλαβε μέρος στις δημοτικές εκλογές και εκλέχθηκε θριαμβευτικά δήμαρχος Κερκυραίων με ποσοστό 65%. Το 1883 επανεκλέχθηκε δήμαρχος, αλλά το 1885 εγκατέλειψε τη θέση του για να εκλεγεί βουλευτής του Τρικουπικού Κόμματος, μετά από πρόσκληση του ίδιου του Τρικούπη.
Τον Μάιο του 1886 ο Τρικούπης του ανέθεσε το Υπουργείο Ναυτικών στην κυβέρνησή Χαρίλαου Τρικούπη 1886.
Επί υπουργίας Θεοτόκη παραγγέλθησαν τα θωρηκτά «Σπέτσαι», «Ύδρα» και «Ψαρά» και βελτιώθηκε σημαντικά η κατάσταση στο Ναυτικό με την καλύτερη εκπαίδευση των πληρωμάτων με την δημιουργία πολλών ναυτικών σχολών. Αργότερα, ο Τρικούπης ανέθεσε στον Γ. Θεοτόκη το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Με την βοήθεια του εκπαιδευτικού-καθηγητή Παπαμάρκου, ο Γ. Θεοτόκης ετοίμασε και κατέθεσε στην Βουλή άρτια, ολοκληρωμένα και προοδευτικά για την εποχή νομοσχέδια για την αναβάθμιση της Παιδείας, τα οποία όμως εμπόδισε να ψηφισθούν η αντιπολίτευση Δηλιγιάννη. Το 1887 πήρε τη θέση του Υπουργού Ναυτικών Το 1892 έγινε υπουργός επί των Εσωτερικών στη Κυβέρνηση Χαρίλαου Τρικούπη 1892.
Από το 1899 έως τα μέσα του 1909, ο Γ. Θεοτόκης διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας, με μακροβιότερη την τελευταία θητεία του. Στα επιτεύγματα της πρωθυπουργίας του περιλαμβάνονται η οργάνωση και ο εξοπλισμός του στρατού (αυτός καθιέρωσε το 1908 και τις πρώτες φαιοπράσινες/χακί στολές) και του Ναυτικού, η ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς και η ψύχραιμη εξωτερική πολιτική που εφάρμοσε λίγο πριν από τους Βαλκανικούς Πολέμους.
Ο εγγονός του, Γεώργιος Ράλλης του καταλογίζει δύο σημαντικά πολιτικά σφάλματα: Το πρώτο σφάλμα ότι, κατά τις παραμονές του πολέμου του 1897 παρασύρθηκε και αυτός από το φιλοπόλεμο ρεύμα που επικρατούσε και δεν εναντιώθηκε στην αποστολή ελληνικού στρατού στην Κρήτη, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να οδηγηθεί στον πόλεμο και την ήττα. Το δεύτερο σφάλμα, κατά τον Γεώργιο Ράλλη, ανάγεται στη διαφωνία του πρίγκιπα Γεωργίου με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, στην οποία ο Γ. Θεοτόκης δεν παρενέβη, με αποτέλεσμα να προκύψει ο μετέπειτα εθνικός διχασμός.
Ο Θεοτόκης υπήρξε ένας ιδιαιτέρως σημαντικός πολιτικός, η προσφορά του οποίου υποτιμήθηκε στην ελληνική ιστοριογραφία. Μετά την ήττα του 1897 και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου στην Ελλάδα, οι πρωτοβουλίες που μπορούσε, οιαδήποτε κυβέρνηση να αναλάβει, ήταν περιορισμένες. Ο Θεοτόκης, με μεγάλη προσπάθεια, καθώς είχε επί μεγάλο διάστημα να αντιμετωπίσει στην αντιπολίτευση τους συνεχώς φωνασκούντες Δηλιγιάννη και Ράλλη κατάφερε πολλά και σημαντικά. Οι μεγάλες παραγγελίες στρατιωτικού υλικού, η αναδιοργάνωση στρατού και χωροφυλακής, όπως και η πλούσια χρηματοδότησή τους, αποτελούν επίτευγμα αποκλειστικό της κυβέρνησής του.
Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, οι Φιλελεύθεροι προσπάθησαν να παρουσιάσουν τη νίκη ως νίκη του Βενιζέλου και του κόμματός τους. Η αλήθεια είναι ότι τη βάση της προπαρασκευής και οργάνωσης του στρατού την είχε θέσει ο Θεοτόκης και είναι μικρόψυχο να του το αρνηθούμε. Χωρίς αυτή την προσπάθεια, ο Βενιζέλος δεν θα μπορούσε να είχε ετοιμάσει εντός μόλις δύο ετών το στράτευμα. Εν τούτοις, η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου, που επεδίωκε τη συνεννόηση με τη Βουλγαρία (η οποία τελικώς οδήγησε στη νίκη), ήταν εντελώς αντίθετη αυτής του Θεοτόκη, ο οποίος δεν συζητούσε καθόλου με τους Βούλγαρους (γενικότερα, όλοι όσοι συμμετείχαν στον Μακεδονικό Αγώνα, όπως π.χ. ο Ίων Δραγούμης, δε συνομιλούσαν με τους Βούλγαρους).
Τα επιτεύγματα των κυβερνήσεών του ήταν πολλά και σημαντικά. Πλην της αναδιοργάνωσης του στρατού και του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε επί κυβερνήσεων Θεοτόκη, ιδιαιτέρως σημαντική ήταν και η συμπλήρωση της αρχής της δεδηλωμένης. Όταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ απεδέχθη την παραίτηση του Δ. Ράλλη, διέρρευσε ότι ο βασιλιάς επιδοκίμαζε τις πράξεις του Δ. Ράλλη. Ο Θεοτόκης αρνήθηκε να αναλάβει την πρωθυπουργία αν δεν διαψευσθεί η είδηση, η οποία πράγματι διαψεύσθηκε.

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2 Ανανέωση - Διχασμός . Το κόμμα των Φιλελευθέρων (1909-1922)

Επιτέλους , μέσα από ένα βιβλίο που μιλάει παντού για Βενιζέλο ακόμη και όταν πρόκειται για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας , φτάνουμε και στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στο Βενιζέλο.


Ξεκινάμε λοιπόν με το αίτημα για Ανόρθωση του πολιτικού βίου.

Λειτουργώντας κάπως ανορθόδοξα , αλλά γνωρίζοντας ότι το σύνθημα της Ανόρθωσης μας παραπέμπει περισσότερο στην ποδοσφαιρική ομάδα της Κύπρου παρά οπουδήποτε αλλού ,παραθέτω το εξής.

Πριν από 100 χρόνια ακριβώς, ο ανορθωτής του Ελληνισμού Ελευθέριος Βενιζέλος, απέστελλε ευχαριστήρια επιστολή προς την Ανόρθωση Αμμοχώστου, λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τις Ελληνικές Δυνάμεις. Δια της επιστολής του, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος εξέφραζε τις ευχαριστίες του, για τις 1025 δραχμές, μυθικό για την εποχή ποσό, που απεστάλησαν υπέρ των αναγκών της πατρίδος μετά από έρανο που διεξήχθη από τον Σύλλογο.


Ανακοίνωση με αφορμή την επέτειο εξέδωσε το Συμβούλιο Νέων της Ανόρθωσης:

“Το Συμβούλιο Νέων της Ανόρθωσης Αμμοχώστου και ολόκληρη η οικογένεια του ιστορικότερου και ενδοξότερου συλλόγου της Κύπρου, τιμούν σήμερα τη συμπλήρωση εκατόν χρόνων από την ημέρα αποστολής της ευχαριστήριας επιστολής του μεγάλου πολιτικού και τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθέριου Βενιζέλου.

Η επιστολή, που ας σημειωθεί στάλθηκε μερικές μέρες μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό, ευχαριστεί την Ανόρθωση για την εισφορά του τεραστίου για την εποχή εκείνη ποσού των 1.025 δραχμών για τις ανάγκες της Πατρίδος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Σύλλογος που είχε ιδρυθεί τον προηγούμενο χρόνο (1911), πήρε το όνομά του από το σύνθημα που είχε δώσει ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος για ΑΝΟΡΘΩΣΗ του Έθνους το οποίο κυριαρχούσε απ’ άκρον εις άκρον του Ελληνισμού. Η Ανόρθωση Αμμοχώστου, στα χρόνια που ακολούθησαν, έθεσε τη σφραγίδα της σε όλες τις μεγάλες στιγμές του Έθνους.

Τα ίχνη της πρωτότυπης επιστολής χάθηκαν κατά την Τουρκική Εισβολή και αντίγραφό της εκτίθεται στο Μουσείο της Ανόρθωσης.

Πάμε τώρα στις εκλογές για την πρώτη διπλή ( αφού θα εξέλεγε 181*2=362 βουλευτές ) αναθεωρητική Βουλή της 8ης Αυγούστου του 1910.
Το βιβλίο διαπράττει ολίσθημα μιλώντας μας για παλαιά κόμματα , αφού στο βιβλίο μας τίποτα δεν προλαβαίνει να παλιώσει.
Έχουμε και λέμε λοιπόν.
Οι πρώτες εκλογές μετά την επανάσταση του 1909, που θα αλλάξει οριστικά το πολιτικό σκηνικό. Οι Θεοτοκικοί με 94 έδρες επικρατούν για τελευταία φορά στις εκλογές, χωρίς να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ακολουθούν: Ραλλικοί (64), Αγροτικοί Θεσσαλίας (46), Λαϊκοί (45), Φίλοι Μαυρομιχάλη (34), Φίλοι Δημητρακόπουλου (21) Ζαϊμικοί (13), και Ανεξάρτητοι (39). Για πρώτη φορά εξελέγησαν σοσιαλιστές βουλευτές (4), και δύο σοσιαλδημοκράτες υπό τη σημαία της Κοινωνιολογικής Εταιρείας του Αλέξανδρου Παπαναστασίου. Βουλευτής Αττικοβοιωτίας θα εκλεγεί ο Ελευθέριος Βενιζέλος, χωρίς να υποστηρίξει ο ίδιος την υποψηφιότητά του, προτιμώντας ένα ταξίδι στην Ελβετία.
Όσο για την Κοινωνιολογική Εταιρεία

Η Κοινωνιολογική Εταιρεία ήταν ελληνικός επιστημονικός οργανισμός, που δημιουργήθηκε το 1907 από νεαρούς τότε επιστήμονες οι οποίοι είχαν επανέλθει στη χώρα μετά από διάφορες σπουδές που πραγματοποίησαν στο εξωτερικό και αυτοαποκαλούνταν ως Ομάδα των Κοινωνιολόγων.
Σκοποί της ίδρυσης της Εταιρείας ήταν η προώθηση της νομικής και της οικονομικής επιστήμης, αλλά και η ενημέρωση του λαού πάνω στα τότε σύγχρονα κοινωνικά θέματα.
Σαν πρωτεργάτες του οργανισμού εμφανίσθηκαν οι Αλέξανδρος Παπαναστασίου,(Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου (1876 - 1936) ήταν πολιτικός επιστήμονας, κοινωνιολόγος και ηγέτης του δημοκρατικού φιλελεύθερου χώρου, υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και δύο φορές πρωθυπουργός (1924 και 1932), ο ιδρυτής του καθεστώτος της Αβασίλευτης Δημοκρατίας το Μάρτιο 1924),Αλέξανδρος Δελμούζος, Θρασύβουλος Πετιμεζάς, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Τιμόθεος Ηλιόπουλος, Αλ. Βαμβέτσος, Λ. Νάκος, Δ. Σαράτσης, Π. Φραντζής, Ι. Λυμπερόπουλος, Ν. Εξαρχόπολος, Θ. Κουτούπης, Π. Αραβαντινός, Κ. Τριανταφυλλόπουλος κ.α.
Η Εταιρεία προχώρησε σύντομα, το Φεβρουάριο του 1908 και στην έκδοση του επίσημου επιστημονικού της περιοδικού, με τίτλο Επιθεώρησις των Κοινωνικών και Νομικών Επιστημών, με το οποίο εξέφραζε τακτικά τις θέσεις της.
Η Κοινωνιολογική Εταιρεία, σταδιακά, εξελίχθηκε και σε πολιτικό φορέα, καθώς οι παρεμβάσεις της στη δημόσια ζωή έγιναν πιο ριζοσπαστικές . Αποκορύφωμα της δράσης της υπήρξε η υπογραφή, εκ μέρους αρκετών μελών της, του Δημοκρατικού Μανιφέστου (12 Φεβρουαρίου 1922), με το οποίο καταγγελόταν προς τον ελληνικό λαό, η αδιέξοδη τακτική της συνέχισης του Μικρασιατικού Πολέμου.
Η δημοσίευση του κειμένου σε δυο εφημερίδες των Αθηνών προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση στη δημοκρατική κοινή γνώμη, αλλά και την άμεση αντίδραση της φιλοβασιλικής κυβέρνησης του Δ. Γούναρη. Κατά όσων μελών της Εταιρείας είχαν υπογράψει τη διακήρυξη, ασκήθηκε Ποινική δίωξη και οι τελευταίοι παραπέμφθηκαν σε δίκη, ενώπιον του Μικτού Κακουργιοδικείου Λαμίας.
Στις 22 Ιουνίου του 1922 εκδόθηκε η απόφαση του δικαστηρίου, κατόπιν συνεχών πιέσεων από την κυβερνητική πλευρά. Προέβλεπε δε την καταδίκη των κατηγορουμένων σε αυστηρότατες ποινές κράτησης, με το αιτιολογικό της "εξύβρισης του Βασιλέως".
Σημειώνεται ότι σαν συνήγορος υπεράσπισης λειτούργησε ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο οποίος προέβη σε μια εκταταμένη επιχειρηματολογία υπέρ των κατηγορουμένων, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή.
Το 1910, μέλη της Κοινωνιολογικής Εταιρίας ίδρυσαν το Λαϊκό Κόμμα και στις εκλογές του ίδιου έτους ο Παπαναστασίου εκλέχτηκε βουλευτής. Έδωσε έντονες μάχες για την παραχώρηση των τσιφλικιών στους ακτήμονες της Θεσσαλίας.

Μέσα από την πανδαισία των κομμάτων λοιπόν ξεπετιέται και γεννιέται το κόμμα των Φιλελευθέρων.

Το Κόμμα Φιλελευθέρων (1910-1952) υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο κυβέρνησε την Ελλάδα για αρκετά χρόνια στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα και ως σύμβολό του είχε την άγκυρα.

Ιδρύθηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο μετά την εκλογή του ως βουλευτή στις 22 Αυγούστου του 1910. Τον Οκτώβριο του 1910 σχημάτισε κυβέρνηση και προκήρυξε εκλογές Αναθεωρητικής Βουλής για τις 28 Νοεμβρίου του 1910. Από τις εκλογές απείχαν όλα τα κόμματα και έτσι κυριάρχησε το Κόμμα Φιλελευθέρων. Η Βουλή αυτή ψήφισε νέο Σύνταγμα (1911) και το Μάρτιο του 1912 έγιναν νέες εκλογές με γενική συμμετοχή όλων των κομμάτων, στις οποίες οι Φιλελεύθεροι νίκησαν και πάλι.
Το Φεβρουάριο του 1915, μετά τη διαφωνία Βενιζέλου-Κωνσταντίνου σχετικά με τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Βενιζέλος παραιτήθηκε και προκηρύχθηκαν εκλογές για το Μάιο της ίδιας χρονιάς, όπου πάλι νίκησε το κόμμα των Φιλελευθέρων, με ποσοστό 48,9%. Μετά τη δεύτερη παραίτηση του Βενιζέλου, το κόμμα σε ένδειξη διαμαρτυρίας, δε συμμετείχε στις εκλογές του Δεκεμβρίου 1915.
Όσο για τις εκλογές της Β΄Αναθεωρητικής Βουλής έχουμε να πούμε ότι στις 28 Νοεμβρίου του 1910, για άλλη μια φορά προκηρύσσονται εκλογές στην ήδη ταλαιπωρημένη ελλάδα. Οι εκλογές αυτές, από τις οποίες τα παλιά συντηρητικά κόμματα αντιδρούν και απέχουν, δίνουν στον Ελευθέριο Βενιζέλο συντριπτική πλειοψηφία (307 βουλευτές σε σύνολο 362). Εκλέγονται επίσης και βουλευτές από τη ριζοσπαστική για την εποχή ομάδα των κοινωνιολόγων με αρχηγό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου.

Στόχος της βουλής αυτής (β΄ αναθεωρητική βουλή) η δημιουργία κράτους δικαίου μέσα στο πλαίσιο ενός φιλελεύθερου αστικού πολιτεύματος. Ψηφίζεται νέο σύνταγμα, με το οποίο ενισχύονται και προστατεύονται καλύτερα τα ατομικά δικαιώματα, η ελευθερία του τύπου και η ιδιοκτησία. Για πρώτη φορά θεσπίζεται η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων και το αμετάθετο. Καθιερώνεται η δωρεάν υποχρεωτική στοιχειώδης εκπαίδευση και ιδρύονται τεχνικά σχολεία στις αγροτικές περιοχές. Με άρθρο του νέου συντάγματος επιτρέπονται οι απαλλοτριώσεις μεγάλων εκτάσεων γης με αποζημίωση, όταν πρόκειται να εξυπηρετηθεί το κοινωνικό συμφέρον.

Στο νομοθετικό τομέα το έργο της β΄ αναθεωρητικής είναι εξίσου σπουδαίο. Καταργείται το φεουδαρχικό καθεστώς των ιονίων. Ιδρύονται αγροτικοί συνεταιρισμοί που χρηματοδοτούνται από την εθνική τράπεζα. Αναγνωρίζονται τα εργατικά συνδικάτα της αθήνας και του πειραιά και απαγορεύεται η συμμετοχή εργοδοτών στις εργατικές οργανώσεις. Η κυριακή ορίζεται ως ημέρα υποχρεωτικής αργίας, προωθείται η ασφάλιση των εργαζομένων και η οκτάωρη εργασία.

Το μάρτιο του 1912, αφού η β΄ αναθεωρητική βουλή είχε περατώσει το έργο της, προκηρύσσονται νέες εκλογές. Το νεοσυσταθέν κόμμα των φιλελευθέρων, που έχει ιδρυθεί από τον Βενιζέλο, επικρατεί οριστικά παρά τη συμμετοχή στον εκλογικό αγώνα και των παλιών πολιτικών δυνάμεων (146 σε σύνολο 181 βουλευτών).

Το σύνταγμα του 1911 μετέβαλε καταλυτικά τη μορφή του νεοελληνικού κράτους. Στη συνέχεια παρατίθενται κάποια ενδεικτικά άρθρα σχετικά με την εκπαίδευση, την απαλλοτρίωση και την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων:

Άρθρο 16: Όλοι οι έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους.

Άρθρο 17: Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.

Άρθρο 103: Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους και υπηρετούν το λαό, οφείλουν πίστη στο σύνταγμα και αφοσίωση στην πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο συμβούλιο της επικρατείας, όπως ο νόμος ορίζει.

Και για να συνδέσουμε καλύτερα τα πράγματα με το εγγύς της εποχής παρελθόν ας κάνουμε μια επισκόπηση ξεκινώντας από το κίνημα στο Γουδί

Ο Γεώργιος Θετόκης αποχώρησε από την πολιτική και η επί έξι χρόνια κυβέρνησή του έπεσε στις 4 Ιουλίου 1909. Ορκίστηκε νέα (5 του μήνα) με πρωθυπουργό τον Δημήτριο Ράλλη. Στις 14 Αυγούστου 1909 ξέσπασε η επανάσταση του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδή. Ο Ράλλης παραιτήθηκε. Ανέλαβε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Ο λοχαγός Κονταράτος έφτασε στην Κρήτη κομίζοντας επιστολή προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο που πρωταγωνιστούσε στον αγώνα για την ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα: του ζητούσαν να αναλάβει την αποστολή να συμφιλιώσει την επανάσταση με τα ελληνικά κόμματα. Και αν χρειαζόταν, να αναλάβει την ηγεσία του ανορθωτικού αγώνα. Η απάντηση του Βενιζέλου ήταν προσεκτικά διατυπωμένη: «Ως τίθεται προ εμού το ζήτημα εν τη επιστολή ταύτη, αρνητική κατ αρχήν απάντησις εκ μέρους μου δεν είναι επιτετραμμένη. Αλλά δεν δύναμαι εξ άλλου ουδέ κατ αρχήν να δηλώσω ότι είμαι έτοιμος να αναλάβω την αρχήν, εφ όσον εγγυτέρα μελέτη της καταστάσεως δεν με πείσει ότι το συμφέρον του έθνους μοι επιβάλλει τούτο ως επιτακτικόν καθήκον...».
Παρά τη μυστικότητα που κάλυπτε τις διαπραγματεύσεις, το πράγμα διέρρευσε. Οταν, στις 28 Δεκεμβρίου του 1909, ο Βενιζέλος αποβιβαζόταν στον Πειραιά, βρήκε τα δημοσιογραφικά όργανα του παλατιού και των κομμάτων να προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα. Τους κατείχε ο φόβος ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος θα τον επέβαλε πρωθυπουργό με τη δύναμη των όπλων.
Πρωθυπουργός από... σπόντα
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αιφνιδίασε και τους μεν και τους δε: στην Επαναστατική Επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου είπε ότι ήταν λάθος να τα βάλουν με τα κόμματα και όχι με τον ανεύθυνο ρυθμιστή του πολιτεύματος (τον βασιλιά), ήταν δεύτερο λάθος ότι δεν επέβαλαν για έναν χρόνο δικτατορία και προσπαθούσαν να περάσουν την αλλαγή μέσω κομματικού μηχανισμού και θα ήταν τρίτο λάθος αν ο ίδιος γινόταν πρωθυπουργός. Προσφέρθηκε να αναλάβει σύμβουλός τους και μεσολαβητής στα κόμματα για την επιστροφή στην ομαλότητα και υπέδειξε τον Στέφανο Δραγούμη ως πρωθυπουργό για το διάστημα έως τη διενέργεια εκλογών για αναθεωρητική Βουλή. Οι εκλογές έγιναν στις 10 Αυγούστου του 1910. Κάποιος δήλωσε τον Βενιζέλο υποψήφιο βουλευτή Αττικοβοιωτίας. Και σε όλη τη χώρα κατέβαιναν ανεξάρτητοι υποψήφιοι, που απλώς δήλωναν «θαυμαστές του Βενιζέλου». Εκλέχτηκαν 152 (ή κατ άλλους 165) από αυτούς, ενώ το σύνολο των βουλευτών όλων των παλιών κομμάτων έφτανε τους 199 με 210! Ο Βενιζέλος εκλέχτηκε ανεξάρτητος βουλευτής Αττικοβοιωτίας με 32.765 ψήφους σε σύνολο 38.000 ψηφισάντων. Ο ίδιος βρισκόταν στην Ελβετία, όταν έμαθε τα νέα. Ο βασιλιάς Γεώργιος, που έπιασε το μήνυμα, τον κάλεσε να αναλάβει πρωθυπουργός. Εφτασε στις 5 Σεπτεμβρίου, ορκίστηκε στις 6 Οκτωβρίου και διέλυσε τη Βουλή στις 10 του μήνα, προκηρύσσοντας εκλογές για νέα αναθεωρητική Βουλή. Εγιναν στις 28 Νοεμβρίου 1910 και σήμαναν την οριστική ανανέωση του Κοινοβουλίου: από τους 362 βουλευτές, οι 245 εκλέγονταν για πρώτη φορά! Το κόμμα των Φιλελευθέρων, που ο Βενιζέλος ίδρυσε, σάρωσε κερδίζοντας 307 έδρες.



Η Λέσχη των φιλελευθέρων η οποία όπως θα δείτε δεν ανταποκρίνεται στα στοιχεία που δίνει το βιβλίο όπως π.χ ότι ιδρύθηκε το 1912.

Η Λέσχη Φιλελευθέρων δημιουργήθηκε το 1917, λίγο μετά την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου από την Ελλάδα. Η ενοποίηση, όμως, του Κράτους της Αθήνας, το οποίο είχε πλήρως αποδεχτεί την πολιτική του στέμματος κατά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, με εκείνο της Θεσσαλονίκης, όπου από το 1916 κυριαρχούσε η μορφή του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν επέφερε τον κατευνασμό των παθών. Έτσι, παρά την υπό τον Βενιζέλο ευθυγράμμιση του συνόλου της ελληνικής επικράτειας με την πολιτική των Δυνάμεων της Αντάντ, ο πληθυσμός της Παλιάς Ελλάδας παρέμενε πιστός στον βασιλιά Κωνσταντίνο. Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής υπήρξε το γεγονός ότι στην Αθηναϊκή Λέσχη, κύριο πόλο κοινωνικής συναναστροφής και συσπείρωσης στην τότε Αθήνα, δεν γίνονταν δεκτοί βενιζελικοί. Έτσι, ο Ιωάννης Θεολογίτης, φίλος του Βενιζέλου, εύπορος, δώρησε το επί της τωρινής οδού Χρ. Λαδά, αρ. 2, ακίνητο, ακριβώς για να χρησιμεύσει ως κέντρο συναναστροφής αλλά και διαβουλεύσεων των προσωπικοτήτων που πλαισίωναν τον Βενιζέλο.
Παρά ταύτα, είναι σφάλμα να συγχέεται η Λέσχη Φιλελευθέρων με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Η ιδιότητα του μέλους του κόμματος δεν αποτελούσε προϋπόθεση εκλογής κάποιου ως μέλους της λέσχης. Στην λέσχη συναθροίζονταν πρόσωπα που, έστω και εάν δεν είχαν κομματική ταυτότητα, αποτελούσαν τον κοινωνικό κύκλο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Και λόγω ανυπαρξίας κομματικής δέσμευσης, τα μέλη της Λέσχης ήταν συχνά σε θέση να αναλάβουν καίριο ρόλο όσον αφορά τη χάραξη της εθνικής πολιτικής. Η Λέσχη Φιλελευθέρων αποτελούσε την δεξαμενή σκέψης του βενιζελικού κόσμου.
Ο χαρακτήρας της λέσχης ως «δεξαμενής σκέψης» τονίστηκε κατά τον Μεσοπόλεμο και ακόμη περισσότερο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Η διάσπαση της παλιάς βενιζελικής παράταξης σε διάφορα κόμματα, που, όλα τους, κατά κανόνα, διεκδικούσαν το προνόμιο «αυθεντικής ερμηνείας» της πολιτικής και εθνικής παρακαταθήκης του Βενιζέλου, προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη Λέσχη Φιλελευθέρων. Οι ομιλίες, οι διαλέξεις και οι συζητήσεις που γίνονταν εκεί επέτρεπαν την ανάδειξη προσωπικοτήτων και την κυοφόρηση νέων ιδεών.



Η ταινία είναι αρκετά καλή και κατατοπιστική ,ανεξαρτήτως της γνώμης που έχει κάποιος για τον Βενιζέλο.

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Ο ΘΟΔΩΡΟΣ

Περίεργο πράγμα η τεχνολογία.
Την κατηγορούμε , την δαιμονοποιούμε , κηρύσσουμε ανένδοτο εναντίον της και ξαφνικά με ένα μαγικό τρόπο αυτή μας δείχνει πως τα πάντα είναι ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο βλέπει κανείς μόνο ότι θέλει να δει.
Ανοίγεις το Facebook και πάνω αριστερά μια κοκκινίλα πιάνει το μάτι σου, μια πρόσκληση σε αποδοχή φιλίας από κάποιον που δεν ξέρεις ακόμα ποιος είναι.
΄Πατάς πάνω στο εικονίδιο και ιδού η αποκάλυψη.
Είναι ο Θόδωρος , που θέλει να γίνετε φίλοι ,απών από τη ζωή σου σαράντα χρόνια τώρα ,διεκδικώντας την επανασυγκόληση του νήματος ακριβώς στο σημείο που κόπηκε πριν τέσσερεις δεκαετίες.
Τι αναμνήσεις ενεργοποιούνται με τη διαδικασία του αυτόματου !
Κατ' αρχάς ,η εικόνα του ίδιου του Θόδωρου στα δεκαεφτά του ,ενός παιδιού σοβαρού , μετρημένου και πάνω από όλα χαμηλών τόνων.
Ενός παιδιού που δεν θα το κατέτασσες στους φίλους ακριβώς επειδή είχε εκείνο τον αέρα του απλησίαστου αλλά και του πολύ προσηνούς ταυτόχρονα.
Όμως ένα πρόσωπο είναι πολλές φορές αρκετό για να ενεργοποιήσει τη διαδικασία ξετυλίγματος ενός ολόκληρου κουβαριού αναμνήσεων ,΄μια διελκυστίνδα από σχολικές πλάκες , ένα ντόμινο αναμνήσεων.
Τον Θόδωρο τον θυμάμαι ακριβώς όπως ήταν τότε. Και δίπλα σε αυτόν θυμάμαι και τον εαυτό μου όπως ήταν τότε. Έναν εαυτό που όταν τον κοιτάζω από το σήμερα είναι σαν να βλέπω τη ζωή κάποιου άλλου ,μερικές φορές μάλιστα αδυνατώ ακόμη και να τον αναγνωρίσω.
Ο Θόδωρος λοιπόν καθόταν στο τελευταίο θρανίο. Δε μιλούσε ποτέ, δεν πεταγόταν μέσα στο μάθημα αλλά απαντούσε πάντα όταν τον ρωτούσαν κάτι. Αποτελούσε εκείνη την ήρεμη δύναμη στην οποία ανήκει ένα συγκεκριμένο μερίδιο ανθρώπων που δεν επιθυμούν να ακουστούν επειδή έχουν δυνατή φωνή αλλά επειδή θα μιλήσει το έργο τους γι αυτούς.
Τον ψιλοζήλευα. Σκεφτόμουν, ¨τι καλά που θα ήταν να μπορούσα να συμπεριφέρομαι και εγώ έτσι..."
Μετά ο καιρός πέρασε. Ο καθένας μας ανέπτυξε την προσωπικότητα του και ακολουθήσαμε τους δρόμους μας και ξεχαστήκαμε.
Και ύστερα ήρθε η τεχνολογία. Στην αρχή έρποντας ,μετά μπουσουλώντας ,κατόπιν βαδίζοντας και τελικά τρέχοντας ανέπτυξε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας τις τεράστιες δυνατότητές της.
Το τηλέφωνο, η τηλεόραση και ο υπολογιστής ενώθηκαν σε μία οντότητα και μας ταξίδεψαν σε δευτερόλεπτα σε άλλους τόπους με ήχο και εικόνα ,αλλά και σε άλλους χρόνους.
Το παρελθόν χτύπησε την πόρτα του τώρα μέσα από το Facebook.|
Άνοιξα τη σελίδα του Θόδωρου. Είδα έναν μεσήλικα. Δεν κατάφερα να τον συνδέσω όμως με το παιδί που κουβαλάω τόσα χρόνια στη μνήμη μου.
Προφανώς κάτι αντίστοιχο ένοιωσε και αυτός όταν είδε την εικόνα μου.
Όμως πάντα μέσα σε ένα παράλληλο σύμπαν θα ζει η τάξη του Α2 όπως ήταν τότε ,με τις νεανικές φάτσες ,το ατσούμπαλο ντύσιμο,τις χοντροκομμένες πλάκες ,τον εφηβικό χαβαλέ και θα αρνείται να μεγαλώσει και να ταιριάξει με τα μεσήλικα πρόσωπα της καθημερινότητας με τις κοιλίτσες ,τη φαλάκρα και τα ρευματικά.
Και το ατίθασο πουλί της σκέψης μας θα πετάει πότε στο χθες και πότε στο τώρα και όποτε κοιταζόμαστε στον καθρέφτη θα αφήνουμε να μας καταλάβει λίγο από την ψευδαίσθηση ότι το είδωλο που φαίνεται εκεί μέσα είναι η εικόνα που αντίκριζαν τα μάτια του Θόδωρου σαράντα χρόνια πριν.



Και ένα αυτοσαρκαστικό μιας και μιλάμε για δεκαετίες.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

ΒΙΒΛΙΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Το Πρώτο είναι το "Αθήνα ,ιχνηλατώντας την πόλη", ένα καταπληκτικό πόνημα πάνω σε κάθε τετράγωνο ,σε κάθε συνοικία σε κάθε ίχνος που άφησαν κάποτε άνθρωποι πάνω σε αυτήν την πόλη.
Είναι ένα βιβλίο για όποιον αγαπάει αυτήν την πόλη και πονάει για την κατάντια της.
Η ιστορία ,η λογοτεχνία αλλά και η αρχιτεκτονική παρελαύνουν από τις σελίδες του.
Επαναφέρει στις μνήμες μας πράγματα ξεχασμένα ,ανασυστήνει κτήρια γκρεμισμένα από καιρό και ταυτόχρονα πετυχαίνει την αναβίωση και τη διατήρηση της μνήμης. Από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι σήμερα.
Δεν πρέπει να λείπει από τη βιβλιοθήκη κανενός Αθηναίου με ότι και αν σημαίνει για τον καθένα ο όρος Αθηναίος.
< Το δεύτερο και τελευταίο βιβλίο ήταν η κόμη της Βερενίκης του Γραμματικάκη ,τον οποίον οι έφηβοι μας τον έμαθαν φέτος για τα καλά μέσα από το θέμα της έκθεσης των πανελληνίων εξετάσεων ,αν και ομολογουμένως όλοι παραδέχτηκαν πως επιτέλους ασχολήθηκαν με ένα θέμα που δικαιολογούσε την ύπαρξή του στις εξετάσεις.


Ο Γραμματικάκης εδώ ξεκινά από τη μεγάλη έκρηξη ,το big bang και αφού εξετάζει διεξοδικά τις θεωρίες περί δημιουργίας του ανθρώπου ,φτάνει μέχρι τις κοινωνίες του σήμερα αναμειγνύοντας τη φιλοσοφία με την επιστημονική σκέψη.
Παρότι είναι ένα βιβλίο ειδικό ,έχει το χάρισμα ταυτόχρονα να απευθύνεται στους πάντες.




Για χαιρετισμό ,ένα πιανιστικό από ένα καλό φίλο τον Lalo Zanelliαπό την Αργεντινή. (Παίζει πιάνο στους Gotan Project).Αυτό το κομμάτι το έγραψε για την κόρη του. Αν μπορούσα θα έγραφα και εγώ κάτι αντίστοιχο για τις κόρες μου.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2. Από την χρεοκοπία στο στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί (1893-1909)

Το κεφάλαιο αυτό περνάει στα γρήγορα ένα μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να δίνει στον μαθητή τις απαραίτητες πληροφορίες. Γεγονότα σχολιάζονται αποσπασματικά αφήνοντας την ιδέα ότι έχουν αναλυθεί αλλά κατά βάθος ο συγγραφέας απλώς βγάζει την υποχρέωση να καλύψει ένα χρονικό διάστημα χωρίς ουσιαστικά να δίνει καμία πληροφορία.
Ποιος για παράδειγμα μετά την ανάγνωση της ομάδας των Ιαπώνων αποκτά εικόνα για το τι σημαίνει αυτός ο όρος ;

Ας αρχίσουμε όμως με μια γελοιογραφία του Τρικούπη.
Άλλη μια δημοσίευση του Βλάσση Γαβριηλίδη από τον Νέο Αριστοφάνη που επιτίθεται ,όχι πλέον στο δικομματισμό, αλλά στον ίδιο τον Τρικούπη ως υπεύθυνο του ναυαγίου της χώρας.
Ο Τρικούπης εικονίζεται ναυαγισμένος στην οργή του λαού θεωρούμενος υπεύθυνος γιατί επέλεξε λάθος υλικά για το πλοίο του με αποκορύφωμα τη σημαία της δημοκρατίας .
Αντίθετα ,όποιος επέλεξε το πλοίο της βασιλείας αρμενίζει ασφαλής στο βάθος ,μέσα στο ξέφωτο ,έχοντας αφήσει πίσω του τη μαυρίλα της καταιγίδας.


Ας μιλήσουμε και λίγο για την πτώχευση η οποία αναφέρεται διαρκώς χωρίς ποτέ να εξηγείται.
Σε αυτό το χρονικό σημείο πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως η Ελλάδα μόλις ένα χρόνο πριν έχει αρχίσει να πλήττεται από τη σταφιδική κρίση και να ζητά καταφύγιο στην υπερπόντια μετανάστευση..
Στην τελευταία περίοδο της πρωθυπουργίας του Χαρίλαου Τρικούπη 1893-1895) η Ελλάδα πτώχευσε και σταμάτησε μονομερώς να αποπληρώνει δάνεια που είχε λάβει από το εξωτερικό.
Στον Τρικούπη αποδίδεται η φράση "δυστυχώς επτωχεύσαμεν" ενώπιον της Βουλής, την οποία, όμως ουδέποτε διετύπωσε, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση των πρακτικών της Βουλής. Πέραν αυτού, από μελέτη των στοιχείων εκτιμάται ότι η πτώχευση θα είχε αποφευχθεί, αν ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ αποδεχόταν τους χειρισμούς του Χαρίλαου Τρικούπη για τη σύναψη νέου δανείου για την αντιμετώπιση του χρέους.
Ο Γεώργιος δεν δέχτηκε την πρόταση του Τρικούπη να κυρωθεί η σύμβαση του δανείου - όπως προέβλεπε σχετικός Νόμος - και τη σύσταση «Ταμείου Δανείου» με βασιλικό διάταγμα και αντιπρότεινε να δώσει η Βουλή ειδική εξουσιοδότηση. Πιεζόμενος από τον Τρικούπη ζήτησε προθεσμία 48 ωρών "για να σκεφτεί". Στο διάστημα αυτό με κρυπτογραφικό τηλεγράφημα που εστάλη στο Λονδίνο από τα Ανάκτορα δινόταν η εντολή να πουλήσουν στο χρηματιστήριο πολλών εκατομμυρίων ομολογίες ελληνικών δανείων, που οι τιμές τους ανέβαιναν καθημερινά εν όψει του νέου δανείου. Το ανακτορικό παιχνίδι οδήγησε αμέσως τον Τρικούπη σε παραίτηση και τη χώρα, ύστερα από λίγο, στην πτώχευση. Στις εκλογές του 1895 απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής με αποτέλεσμα να αυτοεξοριστεί στις Κάννες της Γαλλίας. Το 1896, λίγο πριν πεθάνει, τέθηκε χωρίς την θέλησή του υποψήφιος στις αναπληρωματικές εκλογές στην επαρχία Βάλτου και εκλέχτηκε πανηγυρικά. Απεβίωσε σε ηλικία 64 ετών στις Κάννες και ενταφιάστηκε στην Αθήνα.



Κάπου εδώ πρέπει να κάνουμε μικρή αναφορά και στον ελληνοτουρκικό ή ατυχή πόλεμο του 1897 γιατί έπειξε καθοριστικό ρολο στη μετέπειτα ιστορία της χώρας και δυστυχώς πάλι το βιβλίο σε αυτό το σημείο διαφωτίζει το μαθητή ελάχιστα.
Ο πόλεμος αυτός, αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι, με δεδομένο ότι δεν δόθηκε ποτέ διαταγή επίθεσης στο στρατόπεδο των Ελλήνων, "ακήρυχτος" όπως τον χαρακτήρισε η τότε ελληνική κυβέρνηση και η αντιπολίτευση, στην ουσία "οθωμανική εισβολή", μπορεί τελικά να κατέληξε σε ήττα της Ελλάδας, αλλά και να επιβλήθηκε με απαίτηση της Γερμανίας Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος, εντούτοις η σημασία του υπήρξε τεράστια, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη του Κρητικού ζητήματος που τελικά η Ελλάδα ήταν αυτή που δικαιώθηκε, με παράλληλη διάσωση της τιμής της Ελλάδας, παραμένοντας η ελληνική κυβέρνηση σθεναρά ανυποχώρητη στην απόφασή της μη φειδόμενη των όποιων οικονομικών συνεπειών, με δεδομένο την από τετραετίας (19 Δεκεμβρίου 1893), κήρυξη πτώχευσης του Χ. Τρικούπη, καθώς ακόμα και των απειλών των Μεγάλων Δυνάμεων περί επιβολής ναυτικών αποκλεισμών, όσο πρωτίστως και το σημαντικότερο, την εξ αυτού άμεση προετοιμασία και ανταπόκρισή της στους Βαλκανικούς πολέμους που κατέληξαν τουλάχιστον για την ίδια νικηφόροι.
Παρά τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων ότι όποιος και αν θά είναι ο νικητής της επαπειλούμενης σύρραξης δεν θα του αναγνωριστεί "κανένα εδαφικό όφελος" τελικά ο πόλεμος άρχισε στις 6 Απριλίου / 18 Απριλίου (ν.ημερολ) 1897 και έληξε με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων, στις 7 Μαΐου / 19 Μαΐου (ν.ημερολ) "ανακωχή", αφού οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τη Θεσσαλία. Η ειρήνη υπογράφηκε στις 6 Σεπτεμβρίου / 18 Σεπτεμβρίου (ν. ημερολ.), σε προσωρινή συνθήκη μετά από πεντάμηνες διαπραγματεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων με το Οθωμανικό κράτος (την Υψηλή Πύλη). Η τελική συνθήκη υπογράφηκε στις 22 Νοεμβρίου / 4 Δεκεμβρίου (ν.ημερολ) 1897[4] όπου και ακολούθησε η εκκένωση της Θεσσαλίας από τους Τούρκους και δέκα μήνες μετά η αυτονόμηση της Κρήτης με Ύπατο Αρμοστή τον Πρίγκιπα Γεώργιο (Ελλάδας και Δανίας).
Σημειώνεται ότι ο πόλεμος αυτός του 1897 απετέλεσε την πρώτη πολεμική εμπλοκή της Ελλάδας, κατά την οποία και δοκιμάσθηκε σε εκστρατεία τόσο ο τότε πολεμικός μηχανισμός της όσο και το πολεμικό δυναμικό της, με ό,τι ατέλειες και αδυναμίες παρουσίαζε, 67 χρόνια μετά από την απόκτηση της ανεξαρτησίας της.



Ομάδα Ιαπώνων

Οι βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων προέρχονταν από διαφορετικά κόμματα και είχαν δυναμική παρουσία και αγωνιστικότητα. Η ομάδα αυτή των βουλευτών δεν αποτέλεσε ποτέ κόμμα, αφού η έλλειψη συνοχής δεν τους το επέτρεψε.
Αρχικά μέλη της ομάδας ήταν οι:
Στέφανος Δραγούμης, βουλευτής Αττικοβοιωτίας, από το κόμμα του Τρικούπη, τυπικά αρχηγός της ομάδας
Δημήτριος Γούναρης, ανεξάρτητος βουλευτής Πατρών, από το κόμμα του Θεοτόκη. Εξέχουσα προσωπικότητα της μετέπειτα πολιτικής μερίδας των Αντιβενιζελικών και τραγικός πρωταγωνιστής στη Δίκη των έξι, ουσιαστικά η ψυχή της ομάδας
Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, βουλευτής Κυκλάδων, από το κόμμα του Δηλιγιάννη
Τους ακολούθησαν αργότερα οι:
Χαράλαμπος Βοζίκης, ανεξάρτητος βουλευτής Κυνουρίας, προερχόμενος από τα κόμματα του Δηλιγιάννη και του Ζαΐμη
Απόστολος Αλεξανδρής, πρωτοεκλεγείς, ανεξάρτητος βουλευτής από την Καρδίτσα
Εμμανουήλ Ρέπουλης, βουλευτής Ερμιονίδας, από το κόμμα του Δηλιγιάννη
Ανδρέας Παναγιωτόπουλος
Αν και η ομάδα είχε δημιουργηθεί από τον Ιούνιο του 1906, το όνομά τους οφείλεται στο δημοσιογράφο Βλάση Γαβριηλίδη, σε άρθρο του στις 10 Φεβρουαρίου 1907, στην εφημερίδα Ακρόπολη, όπου παρομοίαζε τη μαχητικότητά τους με αυτή των Ιαπώνων σαμουράι για την υπεράσπιση του αυτοκράτορά τους κατά τον ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1904-05, οι οποίοι είχαν εντυπωσιάσει το διεθνή τύπο με τις αιφνιδιαστικές επιθέσεις τους ενάντια στα ρωσικά στρατεύματα.
Στο επίκεντρο της πολιτικής κριτικής των «Ιαπώνων» βρέθηκε η κακή πολιτική κατάσταση στην οποία βρισκόταν το ελληνικό κράτος ύστερα από την κρίση του πολιτικού συστήματος του δικομματισμού από τις αρχές της δεκαετίας του 1890 και εξής, και είχε ως αποκορύφωμα την πτώχευση του 1893 που οδήγησε στην επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Προώθησαν στη Βουλή θέματα στα οποία συμφωνούσαν, ριζοσπαστικές ιδέες και όραμα ενάντια στον ελιτισμό, τη διαφθορά και υπέρ των ηθικών αξιών, της προόδου και του πολιτισμού μέσα από εκσυγχρονιστικές αλλαγές.
Η ομάδα των Ιαπώνων σταδιακά διαλύθηκε όταν ο Γεώργιος Θεοτόκης προσέφερε υπουργικά αξιώματα στον Γούναρη, τον Πρωτοπαπαδάκη και στον Ρέπουλη στην κυβέρνησή του τον Ιούνιο του 1908. Ο Δημήτριος Γούναρης και ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης αποδέχθηκαν. Ο Γούναρης ορκίσθηκε υπουργός Οικονομικών αλλά οι συναγωνιστές του κατά τη συζήτηση του κρατικού Προϋπολογισμού, άσκησαν τόσο έντονη κριτική, που τελικά τον ανάγκασε να παραιτηθεί. Έτσι, το πολιτικό αυτό μόρφωμα δεν μπόρεσε να υλοποιήσει τις στοχεύσεις του και διαλύθηκε το 1908. Προλείανε ωστόσο το έδαφος για την προσπάθεια αναμόρφωσης του πολιτικού σκηνικού, που εκφράστηκε πολύ πιο επιτυχημένα με το Κίνημα στο Γουδί που πραγματοποίησε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος στα 1909.
Στρατιωτικός σύνδεσμος και κίνημα στο Γουδί (Ή στου Γουδή ,από τον οικοπεδούχο του 15ου αιώνα)
Τη νύχτα προς τη 15η Αυγούστου 1909, ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος προχωρά στο ιστορικό κίνημα που θα αλλάξει την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας.
Τον Ιούνιο του 1909, μπροστά στο φόβο πραξικοπήματος, η κυβέρνηση Δ. Ράλλη επιτέθηκε στο Στρατιωτικό Σύνδεσμο με ένα κύμα μεταθέσεων, καθώς και παραπομπή 12 αξιωματικών σε ανακριτικό συμβούλιο προς απόταξη.
Όταν η εφημερίδα Χρόνος, διερμηνεύοντας τις θέσεις του Συνδέσμου, επιτέθηκε κατά «της βουλευτικής φεουδαρχίας των κομματικών συμμοριών και των Αυλών», ζητώντας μεταρρυθμίσεις και απομάκρυνση του Διαδόχου Κωνσταντίνου, καθώς και των πριγκίπων από το στράτευμα, ο Ράλλης προχώρησε σε συλλήψεις. Ο κύβος είχε ριφθεί. Στις 14 Αυγούστου, με μια παράτολμη ενέργειά του, ο Πάγκαλος απελευθερώνει τους κρατουμένους αξιωματικούς Σάρρο και Ταμπακόπουλο, προκαλώντας την οργή του Ράλλη, που διατάζει επιφυλακή και δεκάδες συλλήψεων. Τη νύχτα προς τη 15η Αυγούστου, ο Σύνδεσμος προχωρά στο Κίνημα στο Γουδί το οποίο επικρατεί άμεσα.
Το πρόγραμμα του Συνδέσμου, σε ήπιο τόνο, με γενικές ευχές για μεταρρυθμίσεις στο στρατό, τη διοίκηση και την παιδεία, απέκλειε ρητά κάθε περίπτωση καθεστωτικής αλλαγής, δικτατορίας, συνταγματικής τροποποίησης ή κατάργησης της κυβέρνησης. Ζητούσε απλώς την απομάκρυνση του Διαδόχου Κωνσταντίνου και των υπόλοιπων πριγκίπων από το στράτευμα και πρότεινε σειρά μέτρων για στρατιωτική αναδιοργάνωση.
Τους όρους των Επαναστατών αποδέχθηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης, που σχημάτισε την κυβέρνηση Μαυρομιχάλη μετά την παραίτηση του Ράλλη, οπότε και ο αρχηγός του Συνδέσμου, συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς, έδωσε διαταγή στις επαναστατημένες μονάδες να γυρίσουν στις θέσεις τους, χωρίς έτσι να εγκαθιδρυθεί δικτατορία, σύμφωνα με τις παροτρύνσεις μεγάλης μάζας του λαού και του φοιτητικού κόσμου.
Το μεγαλειώδες συλλαλητήριο των συντεχνιών της Αθήνας και του Πειραιά, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου, έκανε πρόδηλη πλέον την υποστήριξη του λαού στις θέσεις του Συνδέσμου, ενώ η υποστήριξη που βρήκε το Κίνημα προκάλεσε την έντονη ανησυχία των πολιτικών κομμάτων, του Θρόνου και των Ξένων Δυνάμεων. Από την έλευση του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ το 1863 μέχρι το 1909, για 46 χρόνια, δεν υπήρξε καμία ανάμιξη του στρατού στη πολιτική.






Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2 Η Οργάνωση των κομμάτων κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα


Αυτό εδώ ,αγαπητοί φίλοι είναι ένα κεφάλαιο που όλο το μυστικό του στο πως θα ζητηθεί βρίσκται στον τίτλο του.
Αυτό το "τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ", αποτελεί το κλειδί για να αποκωδικοποιήσουμε κάθε ερώτηση που αναφέρεται σε αυτό το κεφάλαιο αφύ σε κάθε ερώτηση που το αφορούσε στο παρελθόν ,έχει υπεισέλθει αυτός ο χρονικός προσδιορισμός.
Πριν από όλα όμως υπάρχει με την έναρξη του κεφαλαίου η φοβερή γελοιογραφία της εποχής ,απεικονίζουσα την Ελλάδα, την Ελλάδα του βασιλιά για να είμαστε ακριβείς, να τραβά από το αυτί τους δύο υπεύθυνους του δικομματισμού ,Τρικούπη και Δηλιγιάννη.
Η εικόνα αυτή έχει δημοσιευτεί στο σατιρικό έντυπο που εξέδιδε το ιερό τέρας της δημοσιογραφίας τότε, Βλάσης Γαβριηλίδης και χρησιμοποιεί όλες τις αισθητικές μεθόδους της εποχής για να αποστασιοποιήσει την άμεμπτη Ελλάδα από τους καλλικαντζαρόμορφους ,Τρικούπη και Δηλιγιάννη.


Και επειδή έχουμε στο κεφάλαιο συχνές αναφορές περί εκλογών ,πάρτε μια ιδέα περί των φορών που έχουν διεξαχθεί βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα ,μέχρι σήμερα.

1829 · 1843 · 1844 · 1847 · 1850 · 1853 · 1856 · 1859 · 1861 · 1862 · 1865 · 1868 · 1869 · 1872 · 1873 · 1874 · 1875 · 1879 · 1881 · 1882 · 1885 · 1887 · 1890 · 1892 · 1895 · 1899 · 1902 · 1905 · 1906 · Αύγουστος 1910 · Νοέμβριος 1910 · 1912 · Μάιος 1915 · Δεκέμβριος 1915 · 1920 · 1923 · 1926 · 1928 · 1932 · 1933 · 1935 · 1936 · 1946 · 1950 · 1951 · 1952 · 1956 · 1958 · 1961 · 1963 · 1964 · 1974 · 1977 · 1981 · 1985 · Ιούνιος 1989 · Νοέμβριος 1989 · 1990 · 1993 · 1996 · 2000 · 2004 · 2007 · 2009 · Μάιος 2012 · Ιούνιος 2012

Όσο για τις εκλογές του 1879 με τα 24 τοπικά ψηφοδέλτια έχουμε να πούμε τα εξής

Οι εκλογές του 1879 έγιναν με νέο εκλογικό νόμο. Kαθιερώθηκε πλέον οι εκλογές να γίνονται μία ημέρα σε όλη την επικράτεια και να συμμετέχει σ’ αυτές η δικαστική εξουσία, τόσο στην κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων όσο και στη διεξαγωγή τους, με την παρουσία δικαστικού αντιπροσώπου την ημέρα ψηφοφορίας. Για τα εκλογικά παραπτώματα προβλέφθηκαν μεγάλες ποινές και τέθηκαν τα θεμέλια για τη διασφάλιση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Αλλά τα «παρατράγουδα» συνεχίστηκαν, ενώ πλέον το μεγάλο παιχνίδι της ψηφοθηρίας γινόταν με τα προεκλογικά ρουσφέτια. Mε την Κυβέρνηση Kουμουνδούρου που πλειοψήφησε το 1879, έγινε η προσάρτηση της Θεσσαλίας και ενός τμήματος της Hπείρου στη συνδιάσκεψη που συνήλθε στην Kωνσταντινούπολη, τον Φεβρουάριο του 1881. Για πρώτη φορά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, προσαρτήθηκαν επαρχίες που κατείχε η οθωμανική αυτοκρατορία και ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 300.000 και έφθασε τα 1.980.000.

Τις εκλογές του 1879 ακολούθησαν οι εκλογές του 1881 που δεν αναφέρονται στο κεφάλαιο που αναλύουμε και οι εκλογές του 1885 για τις οποίες έχουμε να πούμε τα ακόλουθα :

Οι εκλογές έγιναν με αφορμή το «επεισόδιο Νίκολσον», που έριξε την κυβέρνηση Τρικούπη. Η βασική αιτία της πρωτοφανούς ήττας του ήταν η λαϊκή δυσαρέσκεια, λόγω της ακρίβειας και της υψηλής φορολογίας. Στις εκλογές κυριάρχησαν δύο κόμματα: το εκσυγχρονιστικό «Νεωτεριστικόν» του Τρικούπη (55 έδρες) και το παραδοσιακό «Εθνικόν» του Δηλιγιάννη (185 έδρες), που θα αποτελέσουν τις δύο συνιστώσες του δικομματισμού της εποχής. Πέντε έδρες συγκέντρωσαν οι Δημοκρατικοί.
Επεισόδιο Νίκολσον
Το πρωινό της 4ης Ιανουαρίου 1885 ο Βρετανός προσωρινός επιτετραμένος της Αγγλίας στην Αθήνα Arthur Nicolson αποφάσισε να ανέβει με την σύζυγο του στον λόφο του Λυκαβηττού για να χαρεί την απρόσμενη (για την εποχή) ηλιοφάνεια του Αττικού ουρανού. Πλησιάζοντας προς την κορφή του λόφου συνάντησαν τρεις χωροφύλακες που τους υποδείκνυαν με φωνές και με νοήματα να ακολουθήσουν ένα διαφορετικό μονοπάτι καθώς απαγορευόταν να περάσουν από το σημείο εκείνο επειδή είχε γίνει πρόσφατα η δενδροφύτευση του.


Το ζεύγος δεν κατάλαβε τι τους έλεγαν καθώς δεν γνώριζαν σχεδόν καθόλου Ελληνικά και συνέχισαν απτόητοι τον δρόμο τους. Τότε προς μεγάλη έκπληξη του Νίκολσον, σύμφωνα πάντα με την επίσημη έκθεση του ίδιου προς την Ελληνική Κυβέρνηση, ο ένας από τους τρεις χωροφύλακες τον απώθησε βίαια, τον χτύπησε τρεις φορές με το ραβδί του, ενώ ακόμη και όταν ο Άγγλος υποχώρησε στην κεντρική οδό, ο χωροφύλακας του πετούσε πέτρες!!

Μετά το περίεργο και πρωτοφανές αυτό επεισόδιο, ο Νίκολσον παραβιάζοντας το διπλωματικό πρωτόκολλο δεν απευθύνθηκε στο Έλληνα υπουργό Εξωτερικών Κοντόσταυλο, αλλά πήγε απ΄ευθείας στο γραφείο του Πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη ζητώντας την παραδειγματική τιμωρία του βιαιοπραγούντος χωροφύλακα. Ο Πρωθυπουργός εκδήλωσε την συμπάθεια του στον Νίκολσον και διαβεβαίωσε ότι θα τον ικανοποιούσε όσο πιο άμεσα μπορούσε. Μετά από άμεση σχετική υπηρεσιακή έρευνα που διατάχθηκε, βρέθηκε πως ο χωροφύλακας που πρωταγωνίστησε στο επεισόδιο ήταν ο Λουκάς Καλπούζος ο οποίος και συνελήφθη, καθώς αναγνωρίστηκε και από τον ίδιο τον Νίκολσον. Η κυβέρνηση όμως περιέργως καθυστέρησε μια ημέρα να απολύσει τον Καλπούζο, ενώ μέλη της υπό τον Τρικούπη μετέβησαν με καθυστέρηση στην οικία του Άγγλου διπλωμάτη για να εκφράσουν επισήμως την συμπάθεια τους.

Ακόμη χειρότερα ο Τρικούπης στην επίσκεψη αυτή ενεχείρησε μια μετάφραση της κατάθεσης
του Καλπούζου που αναιρούσε πλήρως τα λεγόμενα του Νίκολσον, κίνηση που έθεσε έμμεσως πλην σαφώς σε αμφιβολία τους ισχυρισμούς του διπλωμάτη. Ο Νίκολσον προσβλήθηκε καθώς θεώρησε πως η Κυβέρνηση τον ενέπαιζε και ζήτησε η διαταγή της απομπομπής Καλπούζου να διαβαστεί μπροστά σε γενικό προσκλητήριο της Χωροφυλακής Αττικής από τον διοικητή της ταγματάρχη Στεφάνου. Στην διαταγή απομπομπής που είχε συνταχθεί όμως από τον ίδιο τον Τρικούπη με την ιδιότητα του υπουργού στρατιωτικών, εμμέσως καταλογιζόταν μέρος της ευθύνης για το ατυχές συμβάν και στον Νίκολσον.

Αυτή η "ανατολίτικη πονηριά" του Τρικούπη εξαγρίωσε τον Νίκολσον περαιτέρω, που πλέον απείλησε την Ελληνική Κυβέρνηση ότι η Αγγλία θα ησχολείτο με το θέμα δυναμικά (από την σωζώμενη αλληλογραφία του Foreign Office δεν προκύπτει κάτι τέτοιο) και χαρακτήρισε το παράπτωμα Καλπούζου ως "εναργές έγκλημα". Έτσι ο Νίκολσον ενισχυμένος από τις παροτρύνσεις διπλωματών άλλων Χωρών, ζήτησε για ικανοποίηση την παρουσία ολόκληρου του σώματος Χωροφυλακής "παρατεταγμένου εν μεγάλη στολή" στην Πλατεία Συντάγματος όπου θα παρουσίαζε όπλα και θα παιάνιζε τον Αγγλικό Εθνικό ύμνο ενώπιον του. Ο Τρικούπης, παρά το γεγονός πως ο καλπούζος είχε ήδη απολυθεί, έσπευσε να ικανοποιήσει τις ορέξεις του Άγγλου επιτετραμένου και στις 7 Ιανουαρίου δύο ενωμοτίες πεζών και έφιππων χωροφυλάκων υπό τον διοικητή τους ταγματάρχη Στεφάνου έλαβαν μέρος στην πρωτοφανή αυτή τελετή που αποτέλεσε τον μεγαλύτερο εξευτελισμό της Ελληνικής Χωροφυλακής στην σύγχρονη Ιστορία της.

Ο Τρικούπης στο κοινοβούλιο έσπευσε να χαρακτηρίσει την χορηγηθείσα ικανοποίηση ως "υπερβολική" για την περίπτωση και ζήτησε να σταματήσει η σχετική συζήτηση καθώς βλάπτονταν τα εθνικά συμφέροντα, ενώ οι διαθέσεις της κοινής γνώμης και του Τύπου παλινδρομούσαν ανάμεσα στην συγκρατημένη δυσαρέσκεια και την ασυγκράτητη έκρηξη οργής. Πολλοί δημοσιογράφοι απέδωσαν την συμπεριφορά του Νίκολσον στην παλαιότερη διπλωματική του θητεία στην Κωνσταντινούπολη όπου απολάμβανε ιδιαίτερα προνόμια αλλά και στον έκδηλο μισελληνισμό του, ενώ όλες οι εφημερίδες της αντιπολίτευσης μίλησαν για δουλική συμπεριφορά, εθνικό εξευτελισμό, "αγγλοκρατία", "προσβολή της τιμής του Έλληνα" και ότι τέτοια παροχή ικανοποίησης "αρμόζει μόνο παρά των Ζουλού η των Κάφρων η των Αράβων".

Είναι προφανές πως το επεισόδιο Νίκολσον δεν είχε σημαντική επιρροή στις πολιτικές εξελίξεις
της Ελλάδας και στην συντριβή του Τρικούπη στις εκλογές του Απριλίου του 1885 που ακολούθησαν. Η εξωτερική πολιτική του Τρικούπη διαχρονικά διαπνεόταν από έναν σαφή προσανατολισμό προς την Αγγλία, έτσι ως ένα σημείο μπορεί να αιτιολογηθεί η υποχώρηση του στις ορέξεις του Νίκολσον. Επί της ουσίας το επεισόδιο δείχνει τον βαθμό εξάρτησης και αδυναμίας του Ελληνικού Κράτους εκείνη την εποχή, αδυναμία που στην συγκεκριμένη περίπτωση το κατέστησε παίγνιο στα χέρια ενός ασήμαντου Βρετανού διπλωματικού ακόλουθου.

Και κάτι τελευταίο πληροφοριακά για τα δύο μεγάλα κόμματα όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται στο βιβλίο.

Οι τελευταίες εκλογές στις οποίες συμμετείχε ο περίφημος Δημήτριος Βούλγαρης ήταν το 1874. Παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες νοθείας, αναδείχθηκε το αστέρι του Xαρίλαου Tρικούπη, που ανέλαβε το σχηματισμό κυβέρνησης και οδήγησε σε νέες εκλογές. O Tρικούπης οδήγησε τον Γεώργιο να αποδεχτεί τη «Δεδηλωμένην». Aυτό σήμαινε ότι ο βασιλιάς δεσμευόταν ότι θα έδινε εντολή να σχηματίσουν κυβέρνηση εκείνοι που θα είχαν εκ των προτέρων την εμπιστοσύνη της Bουλής και όχι να την κατασκευάζουν εκ των υστέρων, όπως γινόταν μέχρι τότε με βασιλική εντολή και διάφορα μέσα.
O Xαρίλαος Tρικούπης επιχείρησε να καθιερώσει κοινοβουλευτικό σύστημα σε προηγμένη μορφή, προβάλλοντας το πρότυπο της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Aπό τότε, η Αρχή της Δεδηλωμένης αποτέλεσε συνταγματικό έθιμο και, παρά τις υποσχέσεις, δεν τηρήθηκε για πολλές δεκαετίες. Tα νεότερα Συντάγματα θα καθιερώσουν και συνταγματικά την Αρχή της Δεδηλωμένης με περισσότερες ή λιγότερες καθοριστικές λεπτομέρειες. O Tρικούπης διεξήγαγε τίμιες εκλογές τον Iούλιο του 1875 και παραιτήθηκε γιατί δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη πλειοψηφία.

Tο φαινόμενο του δικομματισμού δεν είναι νέο στην Eλλάδα. Eμφανίσθηκε αμέσως μετά την ελληνική εθνεγερσία και βρήκε την ισχυρότερη έκφρασή του στα πρόσωπα δύο πολιτικών, οι οποίοι έδρασαν τις δύο τελευταίες δεκαετίες του περασμένου αιώνα. Tου Θεόδωρου Δηλιγιάννη και του Xαρίλαου Tρικούπη.
Aιτία δημιουργίας των δύο ισχυρών κομμάτων ήταν η εκλογή με το «σφαιρίδιο» που συνιστούσε ένα είδος πλειοψηφικού συστήματος. Aρχηγοί των δύο κομμάτων ήταν αρχικά ο Aλέξανδρος Kουμουνδούρος και ο Xαρίλαος Tρικούπης και μετά τον θάνατο του Kουμουνδούρου, το 1883, το δίδυμο Tρικούπης-Δηλιγιάννης κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο. Στην παγίωσή τους βοήθησε ο θάνατος σημαντικών πολιτικών αρχηγών, του Δημητρίου Bούλγαρη το 1877, του Eπαμεινώνδα Δεληγιώργη το 1889 και του Θρασύβουλου Zαΐμη το 1880.

Tο κόμμα του Tρικούπη είχε ως έμβλημά του την «EΛHA» και του Δηλιγιάννη το «KOPΔONI». H επίσημη ονομασία του κόμματος του Δηλιγιάννη ήταν «Eθνικό Kόμμα» και το παρωνυμικό «Κορδόνι» οφείλεται σε μια φράση του Δηλιγιάννη, ο οποίος, προπέμποντας τους βουλευτές για την επαρχία τους τους είπε: «Είμαι βέβαιος ότι ο συνδυασμός σας θα βγει κορδόνι», εννοώντας ότι θα πετύχουν όλοι. Kαι πράγματι, στις εκλογές εκείνες οι δηλιγιαννικοί βγήκαν «κορδόνι» και η λέξη πολιτογραφήθηκε στο ελληνικό λεξιλόγιο. Oι οπαδοί του Mεγάλου Kορδονάρχη τραγουδούσαν στις εκλογές:
«Tο Κορδόνι, το Κορδόνι
την Εληά την ξεριζώνει».
Ή «Tο Κορδόνι στο Παλάτι
κι’ η Εληά μέσ’ το αλάτι»!
Απ’ την άλλη, οι τρικουπικοί απαντούσαν:
«Για δες πώς μας κατάντησε το άθλιο Κορδόνι
πενήντα πέντε το ψωμί και δέκα το λεμόνι».
Eκείνη την εποχή, το ψωμί είχε 50 λεπτά, δηλαδή μισή δραχμή, η οκά και τα λεμόνια μια πεντάρα τα δύο. O Xαρίλαος Tρικούπης ανέλαβε συνολικά επτά φορές την κυβέρνηση της χώρας και ο Δηλιγιάννης τέσσερις. Tο «Κορδόνι» κι η «Εληά» δεν μπήκαν μόνο στην πολιτική ζωη του τόπου, αλλά επηρέασαν και τους ευφάνταστους λαϊκούς στιχουργούς.
Σε ένα λαϊκό περιοδικό του 1895 κάποιος παίδευε τον έρωτά του με στίχους:
«Ψέμματα λέν αγάπη μου τρελλή
‘Oτι εγώ ανήκω στο Κορδόνι…
Tο τι λατρεύω φως μου πειό πολύ
εσύ θαρρώ πως το γνωρίζεις μόνη
Θυμάσαι; ‘Oταν σ’ είδα στα παληά
και τάχασα στην τόση ωμορφιά σου
M’ ερώτησες -«Kορδόνι ή Εληά;»