Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 2 Ο Εθνικός διχασμός (1915-1922)


α. Από την παραίτηση του Βενιζέλου έως τη Συνθήκη των Σεβρών

Το συγκεκριμένο μάθημα πατάει ξαφνικά γκάζι καθότι εννιά χρόνια περιγράφονται με συνοπτικές διαδικασίες μέσα σε τρεις σελίδες.
Γεγονότα ιστορικότατης σημασίας θεωρούνται αυτονόητη γνώση ,όπως για παράδειγμα η δολοφονία του Γεωργίου περιγράφεται απλώς ως διαδοχή χωρίς να δίνεται καμια επιπλέον πληροφορία.
Να μην ξεχνάμε πως η ιστορία μας θεωρείται μάθημα κατεύθυνσης.
Ας πουμε εμείς μερικά πράγματα λοιπόν.

Η δολοφονία του βασιλιά Γεώργιου του Α’, τον Μάρτιο του 1913 στη Θεσσαλονίκη, αποτελεί κατά μία έννοια το ελληνικό αντίστοιχο της δολοφονίας του Αμερικανού προέδρου Τζ. Κέννεντυ, που συνέβη 50 χρόνια αργότερα στο Ντάλλας των Η.Π.Α. Και στις δυο περιπτώσεις: το θύμα ήταν ο ανώτερος πολιτειακός παράγοντας της χώρας, οι αρχές υιοθέτησανσχεδόν από την αρχή τη θεωρία του «μοναχικού δράστη» με προσωπικά κίνητρα, ο βασικός ύποπτος βγήκε από τη μέση προτού ολοκληρωθεί η ανάκριση, ενώ στο πέρασμα του χρόνου αναπτύχθηκαν ποικίλες θεωρίες για την πραγματική ταυτότητα των δραστών και τη συνωμοσία που κρυβόταν πίσω τους…

Όταν στις 5 Οκτωβρίου του 1912, η Ελλάδα κήρυσσε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μπαίνοντας στο πλευρό των -τότε- συμμάχων της Σέρβων και Βούλγαρων, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τρεις εβδομάδες αργότερα οι πολεμικές εξελίξεις θα υποχρέωναν την τουρκική φρουρά της Θεσσαλονίκης να παραδώσει την πόλη -η οποία αποτελούσε τον κύριο στόχο της εκστρατείας κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο- στον ελληνικό στρατό. Η πρωτεύουσα της Μακεδονίας ήταν πεδίο σύγκρουσης των ενδοβαλκανικών επιδιώξεων, που εκφράζονταν κυρίως από την πλευρά της Ελλάδας και της Βουλγαρίας, αλλά και των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής.

Στις 28 Οκτωβρίου, τα ελληνικά στρατεύματα εισήλθαν θριαμβευτικά στην πόλη και την επομένη ακολούθησε ο 68χρονος, τότε, βασιλιάς Γεώργιος Α’, τον οποίο συνόδευε ο διάδοχος Κωνσταντίνος, αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού.

Λόγω της εύθραυστης κατάστασης που επικρατούσε, ο Γεώργιος αποφάσισε να εγκατασταθεί στην πόλη, ώστε να επισημοποιήσει, αλλά κυρίως να εδραιώσει την εκεί ελληνική παρουσία. Στο διάστημα της παραμονής του, συνήθιζε, όπως και στην Αθήνα, να πραγματοποιεί καθημερινούς περιπάτους, χωρίς συνοδεία ή με ελάχιστη προστασία.

Το μεσημέρι της 5ης Μαρτίου 1913, ο Γεώργιος, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του ταγματάρχη Φραγκούδη, κατέβηκε από το μέγαρο Χατζηλαζάρου, που χρησιμοποιούσε ως βασιλική κατοικία, στην αποβάθρα του Λευκού Πύργου προκειμένου να πραγματοποιήσει επίσκεψη εθιμοτυπίας στον Γερμανό ναύαρχο Γκόπφεν επί του πολεμικού πλοίου «Γκέμπεν», που βρισκόταν στο λιμάνι της πόλης.

«[…] Η Α. Μεγαλειότης, ομιλών εις τον υπασπιστήν του, εξέφραζε την μεγάλην του χαράν δια την πτώσιν των Ιωαννίνων (σ.σ.: στις 22 Φεβρουαρίου 1913), πλειστάκις τονίσας των νέον θρίαμβον των Ελληνικών όπλων» σημείωνε σε σχετικό ρεπορτάζ η εφημερίδα «Εμπρός» στις 7 Μαρτίου και συμπλήρωνε: «Η αυτή ευδιαθεσία του Βασιλέως εξηκολούθησε και μετά μίαν ώραν όταν η Α. Μ. ήρχισε να επιστρέφη εις το Ανάκτορον. Όταν διήρχετο προ του Λευκού Πύργου, εγγύτατα του πλήθους το οποίον περιεστοίχιζε την κατ’ εκείνην την ώραν παιανίζουσαν μουσικήν, επλησίασεν, ανεμίχθη μετά των πολιτών, ήκουσε μουσικήν και κατά την δημοκρατικήν του συνήθειαν, συνωμίλησε μετά των ανθρώπων του λαού οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί. Μετά τούτο, εισήλθεν εις την λεωφόρον της Αγίας Τριάδας […]».

Στη συμβολή με την οδό Βασιλίσσης Όλγας, τον περίμενε από ώρα ο Σερραίος Αλέξανδρος Σχινάς. Γύρω στις 3, είδε τον Γεώργιο και τον υπασπιστή του να περνούν, τους πλησίασε και από μικρή απόσταση πυροβόλησε τον βασιλιά μία φορά, προκαλώντας, ωστόσο, καίριο τραύμα. Αμέσως μετά, επιχείρησε να πυροβολήσει και τον Φραγκούδη, αλλά αυτός πρόλαβε να τον αφοπλίσει και να τον παραδώσει σε δύο Κρητικούς χωροφύλακες, που είχαν προστρέξει στο σημείο της δολοφονίας.


Ο Γεώργιος μεταφέρθηκε στο ιατρείο του «Παπάφειου Ιδρύματος», αλλά οι γιατροί δεν μπόρεσαν να προσφέρουν καμιά βοήθεια, καθώς ο βασιλιάς ήταν ήδη νεκρός. Από το νοσοκομείο, η σορός του μεταφέρθηκε με ανοικτό αυτοκίνητο στο μέγαρο Χατζηλαζάρου, όπου το συνόδευσαν οι υπασπιστές του Πάλλης, Σκουμπουρδής και Φραγκούδης. Παράλληλα, ο Αλ. Σχινάς μετήχθη στο Αστυνομικό Τμήμα Φαλήρου Θεσσαλονίκης, όπου αμέσως άρχισαν οι ανακρίσεις από τον πρωτοδίκη Β. Κανταρέ και τον γραμματέα Γιαννιώτη.

Η πόλη τέθηκε σε κατάσταση επιφυλακής, τα εμπορικά καταστήματα έκλεισαν, ενώ μόλις νύχτωσε τα φώτα των δρόμων και των κατοικιών παρέμειναν σβηστά και άρχισαν οι πένθιμες κωδωνοκρουσίες από τις εκκλησίες. Στις 8 Μαρτίου, σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής, ο Κωνσταντίνος ορκίστηκε ως νέος βασιλιάς, ενώ στις 12 Μαρτίου αναχώρησε με τη βασιλική θαλαμηγό «Αμφιτρίτη» για την Θεσσαλονίκη, με τη συνοδεία πλοίων του ελληνικού πολεμικού ναυτικού αλλά και των Μεγάλων Δυνάμεων!

Αφού εκτέθηκε για πολλές ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα, η ταριχευμένη σωρός του Γεωργίου μεταφέρθηκε στον Πειραιά με την «Αμφιτρίτη», στην οποία επέβαιναν τα μέλη της οικογένειάς του και άλλοι αξιωματούχοι. Ακολούθως, και μέσα σε κλίμα μελαγχολικής μεγαλοπρέπειας, έφτασε στην Αθήνα, όπου στις 20 Μαρτίου τελέστηκε η κηδεία και κατόπιν ετάφη στο λόφο «Παλιόκαστρο» στα ανάκτορα του Τατοΐου.

Στις 22 Απριλίου, ο Αλ. Σχινάς, μεταφερόμενος στον πάνω όροφο του κτηρίου όπου εκρατείτο, «διέφυγε της προσοχής των χωροφυλάκων και ηυτοκτόνησε πεσών εκ του παραθύρου» (από τη σχετική ανακοίνωση της αστυνομίας).

Η είδηση της δολοφονίας είχε σημαντική απήχηση την Ευρώπη και ιδιαίτερα στους βασιλικούς οίκους, ενώ προκάλεσε και ζωηρή ανησυχία στους Έλληνες πολίτες, αλλά και την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της χώρας. Αρχικώς, σχηματίστηκε η εντύπωση πως ο δράστης ήταν Βούλγαρος, πιθανώς στρατιώτης του βουλγαρικού συντάγματος, το οποίο από τον προηγούμενο Οκτώβριο στρατοπέδευε στην πόλη. Άλλωστε, το μακεδονικό ζήτημα ήταν, επί πολλές δεκαετίες, το κεντρικό εθνικό και πολιτικό αίτημα της Βουλγαρίας και επομένως η προσάρτηση της Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελούσε κομβικό σημείο για ολόκληρη την περιοχή των Βαλκανίων, ήταν πάγια επιδίωξη της βουλγαρικής πολιτικής.

Ο τότε στρατιωτικός διοικητής της πόλης πρίγκιπας Νικόλαος θα γράψει σχετικά στο ημερολόγιό του: «[…] Ο φόβος μήπως αυτό το φρικτόν έγκλημα χρησιμεύση ως σύνθημα για μια εθνική εξέγερσι εναντίον των Βουλγάρων, των οποίων η αυθάδεια, η κακοπιστία και ο ακράτητος εγωισμός είχον φθάσει τότε εις το κατακόρυφον με έκαμε και μπόρεσα να συγκρατήσω κάπως τον εαυτόν μου! Εκείνο που συνετέλεσεν επίσης εις τούτο ήτο, ότι όλοι σχεδόν όσοι ευρίσκοντο εκεί, και πρώτος ο Ρακτιβάν, ο οποίος ήτο αντιπρόσωπος της κυβερνήσεως (σ.σ.: ο Κ. Ρακτιβάν ήταν τότε υπουργός Δικαιοσύνης και γενικός διοικητής Μακεδονίας) τα είχαν χάσει κυριολεκτικώς! Όλοι ανεξαιρέτως, και εγώ πρώτος, είχαμε όχι μόνον την υποψίαν, αλλά σχεδόν την πεποίθησιν ότι το έγκλημα είχε εκτελεσθή από Βούλγαρον. Όταν επήγα εις το νοσοκομείον, όπου είχον μεταφέρει τον καϋμένον τον Βασιλέα, ήλθε ο Α. Μομφεράτος, ο τότε διευθυντής της αστυνομίας, να μου αναφέρη ότι εις την πόλιν επεκράτει τρομερός ερεθισμός και ότι οι πολίται και οι στρατιώται συνήρχοντο παντού με την πρόθεσιν να προβούν εις αντίποινα. Αυτή η είδησις με έκαμε να συνέλθω κομμάτι. Συλλογίσθηκα πως εάν δεν ελαμβάνετο αμέσως ένα μέτρον, μπορούσαν αν επέλθουν ανυπολόγιστοι καταστροφαί. Διέταξα, λοιπόν, αμέσως τον διευθυντήν της αστυνομίας και τον φρούραρχον συνταγματάρχην Δράκον να σπεύσουν εις την πόλιν και να διαδώσουν παντού ότι ο δολοφόνος ήτο Έλλην […] Την μεγαλυτέραν συγκίνησιν και ανησυχίαν από εμέ είχεν ο Ρακτιβάν. Όταν ήλθε κοντά μου και είδε τα χάλια μου, μου είπε: ‘Προσπαθήστε να κρατήσετε την ψυχραιμίαν σας, διότι εσείς έχετε αυτήν την στιγμήν την μεγαλυτέραν εξουσίαν και από σας εξαρτάται το παν!’».

Πράγματι, τις αμέσως επόμενες ώρες, η αστυνομία ανακοίνωσε το όνομα του δράστη και άρχισε να διαδίδει τη θεωρία του μοναδικού δολοφόνου. Ακόμα, άφησε να διαρρεύσει η πληροφορία πως ο δράστης ήταν αναρχικός και σχεδόν παράφρων, ο οποίος δολοφόνησε τον Γεώργιο Α’ από εκδίκηση, επειδή στο παρελθόν ο βασιλιάς είχε αρνηθεί να του χορηγήσει οικονομική βοήθεια, κάτι που είχε υποστηρίξει, αρχικώς, και ο ίδιος ο Αλ. Σχινάς. Ενδεικτική του κλίματος αυτού, είναι μια ανταπόκριση από την Θεσσαλονίκη (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» στις 7 Μαρτίου), όπου, εκτός των άλλων, σκιαγραφείται και το «πορτραίτο» του δράστη:

«[…] Εκ της ανακρίσεως δεν προέκυψαν στοιχεία επιβαρύνοντα άλλα πρόσωπα. Ο δολοφόνος είνε έκφυλος, αλήτης, ουχί βεβαίως παράφρων, πάντως όμως ανισόρροπος ζων δι επαιτείας. Προ επταετίας εις ουδεμίαν σχέσιν ευρίσκετο μετά της ενταύθα αδελφής του. Αφίκετο ενταύθα προ 20 ημερών εξ’ Αθηνών, μετά ολιγοήμερον διαμονήν εν Βόλω οπόθεν διήλθε. Εις τινας πλησιάζοντας αυτόν τελευταίως ανέπτυσσε περιέργους ιδέας περί σοσιαλισμού, ότι όλοι οι άνθρωποι, εκτός ολίγων, θα είνε ίσοι, ότι δεν θα υπάρχουσι πλέον πλούσιοι και πτωχοί και ότι οι εργάτες θα εργάζωνται μόνο δύο ώρας την ημέραν. […] Έζη εις εν άθλιον χάνι, δίδων δύο γρόσια την ημέραν δια τον ύπνον του. Δεν έτρωγε παρά μόνο γάλα. Είχεν εγγραφή προ ετών εις την Ιταλικήν Σχολήν του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δεν εφοίτησε σοβαρώς. Ήτο αποδιοπομπαίος τράγος εις την οικογένειάν του […]. Εις υποβληθείσας εις αυτόν ερωτήσεις απαντά μετά ειρωνίας. ‘Τι είχες με τον Βασιλέα’ ερωτά ο ανακριτής. ‘Προ δύο ετών’ απήντησε ‘υπέβαλα μίαν αναφοράν εις το Παλάτι ζητών βοήθεια και ο υπασπιστής με εξεδίωξε με τρόπον βάναυσον’».


Ο Αλ. Σχινάς ήταν δάσκαλος στο επάγγελμα και παλιότερα είχε υπηρετήσει στην Αγουλινίτσα και την Κατερίνη. Κατόπιν, τον κάλεσαν στην Κλεισούρα μαζί με την αδελφή του, η οποία ήταν επίσης δασκάλα. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε να υπηρετήσει μαζί του, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί ο διορισμός. Ο Αλ. Σχινάς επέστρεψε στην Αθήνα οικονομικά εξαθλιωμένος και το επόμενο διάστημα αναζητούσε εργασία, χωρίς αποτέλεσμα. Οι κακές συνθήκες διαβίωσης και ο υποσιτισμός τον είχαν κάνει φυματικό. Σε κατάσταση απόγνωσης, απευθύνθηκε για βοήθεια στο Παλάτι, αλλά ο υπασπιστής Φραγκούδης του απάντησε αρνητικά. Σχετικά με τις φήμες που τον συνέδεαν με σοσιαλιστικούς ή αναρχικούς κύκλους του Βόλου, τα στοιχεία είναι αντικρουόμενα: κάποιες πληροφορίες τον ήθελαν εκδότη περιοδικού με σοσιαλιστικές τάσεις, ενώ αντιθέτως ο Γ. Κορδάτος υποστηρίζει πως «ο Σχινάς ήταν άγνωστος στο Βόλο» («Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», 5ος τόμος, σελ. 311).
Η αλήθεια είναι πως ποτέ δεν υπήρξε επίσημη εκδοχή για πολιτική δολοφονία.



Ας δούμε τώρα αυτό που αποκαλείται εθνικός διχασμός.

Ως κύριο αίτιο του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η διαμάχη μεταξύ Ελευθερίου Βενιζέλου και Βασιλιά Κωνσταντίνου του Α΄. Ο Κωνσταντίνος, βάσει του Συντάγματος, είχε δικαιοδοσίες εξαιρετικά περιορισμένες, όμως η επιρροή του σε πολιτικούς της εποχής ήταν παραπάνω από έντονη. Κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στον οποίο ηττήθηκε η ελληνική πλευρά από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ήταν αρχιστράτηγος του στρατού ενώ τρία χρόνια μετά ανέλαβε την αναδιοργάνωση του στρατεύματος. Το 1909 ξέσπασε το κίνημα στο Γουδί, που απαιτούσε άμεσες ανακατατάξεις στο Στράτευμα με κύριο αίτημα την αποχώρηση του Διαδόχου και των πριγκίπων από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο πρόσωπο του Ε. Βενιζέλου, το στρατιωτικό κίνημα βρήκε τον κύριο εκφραστή του, τον οποίο και κάλεσε από την Κρήτη για να αναλάβει την πολιτική ηγεσία της χώρας.
Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, ο Κωνσταντίνος τέθηκε επικεφαλής του στρατεύματος. Οι αλλεπάλληλες επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού φέρουν τη σφραγίδα της στρατιωτικής τέχνης του Κωνσταντίνου. Στα παρασκήνια όμως, εκείνο το διάστημα δημιουργήθηκε το πρώτο χάσμα στις σχέσεις Κωνσταντίνου-Βενιζέλου: Ενώ ο Ελληνικός Στρατός βρισκόταν ήδη μέσα στην Θεσσαλονίκης, ο Βενιζέλος στέλνει τηλεγράφημα στον Κωνσταντίνο να κινηθεί γρήγορα στην ήδη καταληφθείσα Θεσσαλονίκη. Το συγκεκριμένο γεγονός παρέμεινε γνωστό τότε μόνο σε περιορισμένου ς πολιτικούς και στρατιωτικούς κύκλους.
Ο Ε. Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ πιστεύοντας πως ήρθε η ώρα "εκπλήρωσης της Μεγάλης Ιδέας" (δηλ. η Ελλάδα όχι μόνο να διατηρήσει τα κέρδη της από τους Βαλκανικούς πολέμους αλλά και να επεκτείνει τα σύνορα της). Παρέβλεπε όμως το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες είχαν κουραστεί από τους πολέμους. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία της Βουλγαρίας και ουδετερότητα της Τουρκίας και απέρριπταν, προς το παρόν, τις προτάσεις του Βενιζέλου. Η μεγαλύτερη μερίδα της μεγαλοαστικής τάξης, ιδίως της διασποράς, προσδοκούσε να ενταχθεί (όπως έλεγε) σε μία "μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα".
Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος είχε δεχθεί έκκληση από τον Γερμανό Κάιζερ να σταθεί στο πλευρό της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας «σε μια ενωμένη σταυροφορία κατά της σλαβικής επικράτησης στα Βαλκάνια» με αντίδωρο το Μοναστήρι. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία, είχε επηρεαστεί από τη γερμανική κουλτούρα, ενώ είχε παντρευτεί την αδελφή του Κάιζερ, ο οποίος του είχε απονείμει και τον βαθμό του Στρατάρχη του γερμανικού στρατού και είχε βοηθήσει την Ελλάδα να διατηρήσει τα απελευθερωμένα κατά τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους εδάφη και ιδιαίτερα την Καβάλα. Παρά ταύτα, ήταν υπέρ της Αντάντ έχοντας υπόψη του πως η Ελλάδα ήταν ευπρόσβλητη στον αγγλογαλλικό στόλο, ούτε μπορούσε να αποδεχτεί τη σύμπραξη με την Τουρκία. Μάλιστα είπε "Να έχετε υπόψη σας πως δεν υποστηρίζω πως δεν θα βγούμε στον πόλεμο-φυσικά στο πλευρό της Αντάντ, αφού τα συμφέροντά μας συνδέονται στο σύνολό τους με αυτήν. Σε καμία περίπτωση δεν θα πολεμούσαμε εναντίον της και δεν υπάρχει ούτε ένας Έλληνας που να το διανοείται". Έχοντας την εμπειρία και την γνώση στην πρώτη γραμμή ήδη δύο πρόσφατων πολέμων ήθελε την ειρήνη στο διπλασιασμένο Ελληνικό κράτος και την ξεκούραση του λαού. Έτσι επεδίωκε την ουδετερότητα

Η προσπάθεια της Αντάντ να συμφιλιώσει Σερβία, Βουλγαρία, Τουρκία και Ελλάδα και να δημιουργήσει ένα συνασπισμό στα Βαλκάνια απέτυχε. Κατά δήλωση του Γαλλικού Υπουργείου Εξωτερικών "άξονας της πολιτικής της Αντάντ στα Βαλκάνια είναι οι Πρώσοι" (Πρώσοι δηλ. Βούλγαροι τους οποίους η Ελλάδα ένα-δύο χρόνια νωρίτερα είχε συντρίψει). Ο Βενιζέλος είχε διατυπώσει την άποψη στο υπουργικό συμβούλιο λίγες εβδομάδες μετά την κήρυξη του πολέμου πως ο πόλεμος μέσα σε τρεις εβδομάδες θα τελειώσει και πρέπει να σπεύσει η Ελλάδα να συμμετάσχει σ΄ αυτόν για να μην χάσει τα κέρδη της. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο του 1915 ο Έλληνας πρωθυπουργός απέστειλε στον Βασιλιά Κωνσταντίνο 3 επιστολές με τις οποίες πρότεινε να παραχωρηθούν άμεσα εδάφη της Ανατολικής Μακεδονίας στη Βουλγαρία, με αντάλλαγμα ισομεγέθη εδάφη στη Μικρά Ασία. Ο Κωνσταντίνος διαφώνησε και ο Βενιζέλος κοινοποίησε τις επιστολές στον γαλλικό τύπο ο οποίος και τις δημοσίευσε. Παρά ταύτα, οι Αγγλογάλλοι δεν κατάφεραν να αποτρέψουν την είσοδο στον πόλεμο της Τουρκίας αρχικά και της Βουλγαρίας αργότερα, στο πλευρό των Αυστρογερμανών.
Εναρκτήριο λάκτισμα του Εθνικού Διχασμού θεωρείται η μη εγγύηση των δυνάμεων της Αντάντ για εξασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας. Ο Κωνσταντίνος αντίθετα, ήθελε να γνωρίζει τα ανταλλάγματα που θα έδιναν στην Ελλάδα οι Αγγλογάλλοι σε μία ενδεχόμενη νίκη τους, βάζοντας και όρους για την συμμετοχή της στον πόλεμο στον πλευρό τους. Μάλιστα είπε "Το ελληνικό το αίμα είναι λιγοστό! Για να το χύσουμε για χάρη σας κύριοι της Αντάντ, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποια θα είναι τα ανταλλάγματα". Ο Βενιζέλος δεν έθεσε το θέμα των ανταλλαγμάτων και επεδίωκε την συμμετοχή της χώρας στον πόλεμο χωρίς όρους. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915). Ο Κωνσταντίνος μετά από εμπεριστατωμένη μελέτη του ΓΕΣ πως η επιχείρηση θα κατέληγε σε φιάσκο αρνήθηκε. Έτσι, η "άνευ όρων φιλοαντατική" πολιτική του Βενιζέλου έβρισκε αντίθετο το Παλάτι, το ΓΕΣ και την μεγαλύτερη μερίδα της αντιπολίτευσης. Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν μεγάλος στρατιωτικός νους για εκείνη την εποχή. Είχε προβλέψει ότι "οποιονδήποτε στρατιωτικόν εγχείρημα ημών εις τον χώρον της Μικράς Ασίας, δεν θα είναι μόνον πράξις καταστροφική, αλλά πράξις οιονεί αυτοκτονίας", κάτι που στο μέλλον αποδείχθηκε.
Η διαφωνία μεταξύ Βασιλιά και Πρωθυπουργού οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης Βενιζέλου την 21η Φεβρουαρίου 1915. Στις εκλογές του Μαΐου η λαϊκή ετυμηγορία επανεκλέγει τον Βενιζέλο, ο οποίος με τη νέα εκλογή του επαναλαμβάνει τη δέσμευση που είχε αναλάβει η Ελλάδα ως σύμμαχος απέναντι στη Σερβία, εάν δεχθεί εκείνη επίθεση της Βουλγαρίας. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1915, η Βουλγαρία κήρυξε επιστράτευση και η Ελλάδα αναγκάστηκε να πράξει το ίδιο. Ο Κωνσταντίνος, έμμενε στις θέσεις του για ουδετερότητα. Ο Βενιζέλος αντισυνταγματικά (παραβίασε το άρθρο 99 του Συντάγματος 1911) έφερε, χωρίς τη συναίνεση του Κωνσταντίνου και την έγκριση της Βουλής, Βρετανικές και Γαλλικές Δυνάμεις και τις διέταξε να στείλουν στρατεύματα στην Θεσσαλονίκη. Ο Κωνσταντίνος τελικά δέχτηκε να επιστρατεύσει 18.000 εφέδρους, ως προφύλαξη για το ενδεχόμενο Βουλγαρικής επίθεσης. Η γενική διοίκηση των γαλλοβρετανικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη ανατέθηκε στο Γάλλο Στρατηγό Σαράι (Sarail) που ήταν ένθερμος αντιμοναρχικός, προσεταιριζόμενος στο μέλλον μέρος της εξουσίας του Βασιλέως, και παρά τη δηλωμένη ουδετερότητα της Ελλάδας ενθάρρυνε τη στρατολόγηση ενός Ελληνικού "εθνικού στρατού" για να πολεμήσει τους Βούλγαρους. Στις 30 Σεπτεμβρίου του 1915 η Γερμανία πρότεινε στην Ελλάδα "ουδετερότητα de facto" με αντίδωρα εξασφάλιση του Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου, παραχώρηση στην Ελλάδα της Βορείου Ηπείρου, διαρρύθμιση των συνόρων προς την Βουλγαρία και μελλοντική παραχώρηση της Δωδεκανήσου και της Κύπρου. Σε αντίθεση η Αντάντ δεν εξασφάλιζε ακόμα ούτε την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδος, κάτι που στο μέλλον θα αναγκαζόταν να πράξει. Η πρόταση απορρίφθηκε από τον Βενιζέλο. Τα Ανάκτορα εξαγριωμένα εμμένουν στην θέση τους, ο πρωθυπουργός παραιτείται και πάλι και διεξάγονται εκ νέου εκλογές στις 6 Δεκεμβρίου 1915. Ο Βενιζέλος και το κόμμα το απέχουν. Έτσι νίκησαν οι φιλοβασιλικοί.
Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις που διορίζονται στη συνέχεια, διατηρούν την πολιτική "ουδετερότητας". Οι δυνάμεις της Αντάντ μετά την ήττα του Βενιζέλου άρχισαν να προτείνουν ανταλλάγματα. Απορρίφθηκε από την Ελληνική κυβέρνηση η προσφορά της Κύπρου από τη Βρετανία, με αντάλλαγμα τη συμπαράταξη της Ελλάδος με την Αντάντ. Οι Έλληνες διχάζονται ανάμεσα σε δύο παρατάξεις, - φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών - κάτι που θα συντελέσει στην άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθά του.

Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το χωριστικό κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος, ως ηθικός αυτουργός του πραξικοπήματος, τάσσεται με αυτό και στις 26 Σεπτεμβρίου μεταβαίνει στα Χανιά, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη την τριανδρία, αποτελούμενη από τον ίδιο, το ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και το στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή και από εκεί μεταβαίνει στη Θεσσαλονίκη. Στην απόφαση του Βενιζέλου συνετέλεσε και η εισβολή των Γερμανοβουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία (κατά την οποία οι εν Ελλάδι δυνάμεις της Αντάντ δεν αντιστάθηκαν) και η αιχμαλωσία και μεταφορά στη Γερμανία του Δ΄ Σώματος Στρατού με την φιλοβασιλική κυβέρνηση να είναι παγιδευμένη και με δεμένα τα χέρια.
Η πρώτη προκήρυξη της Επαναστατικής Κυβέρνησης («Κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης») δημοσιεύεται στο υπ' αριθμό 1 φύλλο της Εφημερίδας της Προσωρινής Κυβερνήσεως που εκδόθηκε στα Χανιά 15 Σεπτεμβρίου 1916 με το παρακάτω περιεχόμενο:
Το ποτήριον των πικριών, των εξευτελισμών και των ταπεινώσεων υπερεπληρώθη. Μια πολιτική της οποίας δεν θέλομε να εξετάσωμεν τα ελατήρια, απειργάσθη ενός και ημίσεως έτους τοιαύτας εθνικής συμφοράς, ώστε ο συγκρίνων την Ελλάδα της σήμερον προς την προ ενός και ημίσεως έτους Ελλάδα να αμφιβάλλη αν πρόκειται περί ενός και του αυτού κράτους.
Το Στέμμα εισακούσαν εισηγήσεις κακών συμβούλων επεδίωξε την εφαρμογήν προσωπικής πολιτικής διά της οποίας η Ελλάς απομακρυνθείσα των κατά παράδοσιν φίλων της, επεζήτησε να προσεγγίση τους κληρονομικούς εχθρούς της.
Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.

Η Ελλάδα το 1916 είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά, το κράτος της Θεσσαλονίκης που περιλάμβανε τη Μακεδονία, την Κρήτη και τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, αποφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε τη μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου με τους απολυθέντες στρατευσίμους ("επιστράτους") που είχε οργανώσει ο Ιωάννης Μεταξάς σε παρακρατικές ομάδες προς απόκρουση κινδύνου. Τον Δεκέμβριο του 1916 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναθεμάτισε και αφόρισε τον Βενιζέλο. Στην προσπάθεια των Γάλλων και του Βενιζέλου να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα, σε μια σειρά επεισοδίων γνωστών ως «Νοεμβριανά». Όλα τα λιμάνια ήταν αποκλεισμένα από τους Γάλλους με αποτέλεσμα η Αθήνα αλλά και άλλες πόλεις κοντά σ΄ αυτήν να λιμοκτονήσουν.
Με την επέμβαση των γαλλικών δυνάμεων ο εθνικός διχασμός έφθασε στο απόγειό του.
Η επίσημη είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο (1917)

Τμήμα του ελληνικού στρατού παρελαύνει στην Αψίδα του Θριάμβου, Παρίσι, κατά την νικητήρια παρέλαση μετά το πέρας του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, Ιούλιος 1919.
Οι Γάλλοι, συνεπικουρούμενοι από το νέο Βρετανό Πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, απαίτησαν από τον Κωνσταντίνο να εγκαταλείψει το θρόνο του προκειμένου να άρουν τον αποκλεισμό. Μετά λοιπόν, από τελεσίγραφο των συμμάχων ο Βασιλιάς, μπροστά στον κίνδυνο αιματοχυσίας, αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του, Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Ο Βενιζέλος έχοντας χάσει πλέον πολλούς οπαδούς δεν διεξάγει εκλογές και ανακαλεί το διάταγμα της διάλυσης της Βουλής του 1915. Η ανασυσταθείσα Βουλή ονομάζεται ειρωνικά "Βουλή των Λαζάρων". Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης. Επακολούθησαν εξορίες των πολιτικών αντιπάλων του Βενιζέλου στην Κορσική, καθαιρέσεις δεκάδων μητροπολιτών, απολύσεις εκατοντάδων δικαστικών και αξιωματικών, εξευτελισμοί χιλιάδων κληρικών και δημοσίων υπαλλήλων κλπ. Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρα Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των ελληνικών δυνάμεων στην τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.
Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Τουρκία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.
Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή τον νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: "Ιδιαιτέρως διά τον ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού".
Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918 βάζει τέλος στον Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα χρόνια.



Ο Διχασμός μέσα σε όλα τα άλλα έφερε την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στο Παρίσι και τη δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη.

Μετά την υπογραφή της συνθήκης των Σεβρών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα επέστρεφε στις 30 Ιουλίου 1920 από την Γαλλία στην Ελλάδα με το τρένο από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών . Εκεί, την ώρα της επιβίβασης, δυο απότακτοι αντιβενιζελικοί αξιωματικοί - ο υπολοχαγός μηχανικού Γεώργιος Κυριάκης και ο υποπλοίαρχος Απόστολος Τσερέπης, αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Έλληνα Πρωθυπουργό, πυροβολώντας με τα περίστροφα τους από κοντινή απόσταση. Έριξαν πάνω από 10 σφαίρες συνολικά, με τον Βενιζέλο να τραυματίζεται ελαφρά στον αριστερό ώμο και χέρι. Η αποτυχία τους ήταν αποτέλεσμα της ψύχραιμης αντίδρασης του Έλληνα πρωθυπουργού που όταν ένιωσε τον κίνδυνο άρχισε να τρέχει δεξιά - αριστερά, σε συνδυασμό προς την τυχαία πτώση του πίσω από αποσκευές και την ανεξήγητη αστοχία, σχεδόν εξ' επαφής, των υποψήφιων δολοφόνων .

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος νοσηλεύτηκε για μια μέρα σε Γαλλικό νοσοκομείο και όταν ανάρρωσε , παρέστη ως μάρτυρας κατηγορίας στην δίκη των δύο επίδοξων δολοφόνων του. Στην κατάθεση του άφησε σαφείς υπαινιγμούς για συνωμοσία κατά της ζωής του από τον εξόριστο Βασιλιά Κωνσταντίνο. Οι δύο κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές, μένοντας για πολλά χρόνια στις Γαλλικές φυλακές .

ΤΑ "ΙΟΥΛΙΑΝΑ" ΤΟΥ 1920

Η είδηση της απόπειρας δεν έγινε αμέσως γνωστή στην Αθήνα, παρά μόνο το μεσημέρι της 31ης Ιουλίου του 1919. Σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμμανουήλ Ρέπουλη, αντιπροέδρου της κυβερνήσεως Βενιζέλου, προσπάθησε ο ίδιος να κρύψει την είδηση, αλλά ήδη ανεπίσημες φήμες στην πόλη διέδιδαν τον θάνατο του Βενιζέλου. Αμέσως μετά την κυκλοφορία της "είδησης", ένα οργισμένο πλήθος Βενιζελικών παρακρατικών ξεχύθηκε στους Αθηναϊκούς δρόμους ζητώντας εκδίκηση , κρατώντας ρόπαλα και λοστούς επιτέθηκαν αρχικά κατά των γραφείων όλων των Αντιβενιζελικών εφημερίδων καταστρέφοντας αυτά σχεδόν ολοσχερώς (Η Πολιτεία, Η Καθημερινή, το Σκριπ, η εσπερινή), αμέσως μετά επιτέθηκαν στις οικείες των συγγενών των επίδοξων δολοφόνων, προκάλεσαν εκτεταμένες ζημιές στο θέατρο της Κοτοπούλη (γνωστής οπαδού της Αντιπολίτευσης και του εξόριστου Βασιλιά), αρκετές ζημιές σε ζαχαροπλαστεία, καφενεία και άλλα καταστήματα γνωστών αντιβενιζελικών πολιτών, ενώ λεηλάτησαν και τις οικείες των ηγετών της "Ηνωμένης Αντιπολίτευσης", καταστρέφοντας σχεδόν ολοσχερώς την οικεία του πρώην πρωθυπουργού Στέφανου Σκουλούδη .

Το Βενιζελικό όργιο βίας και λεηλασίας είχε μικρή διάρκεια, αλλά ήταν πολύ αποτελεσματικό. Ξεκίνησε στις 12.00 το μεσημέρι και σταμάτησε στις 19.00, όταν ξεκίνησε η δοξολογία στην Μητρόπολη για την σωτηρία του Ελευθέριου Βενιζέλου. Όλα τα στελέχη της Αντιπολίτευσης κρύβονταν κατατρομοκρατημένα, κανείς αντιβενιζελικός δεν αντίδρασε (αυτή ήταν η κύρια αιτία που δεν υπήρξαν θύματα), ενώ τα όργανα της τάξης του κράτους παρακολουθούσαν διακριτικά την κατάλυση κάθε έννοιας έννομης τάξης. Οι υλικές ζημιές που προκλήθηκαν ήταν σοβαρές, αλλά αυτό που συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη ήταν η αναίτια και ψυχρή δολοφονία του Ίωνος Δραγούμη.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ
Ο Ίων Δραγούμης πληροφορήθηκε την είδηση της απόπειρας νωρίς το μεσημέρι. Οδήγησε την Μαρίκα Κοτοπούλη στο σπίτι της στην Κηφισιά για να την προστατεύσει από τυχόν βιαιοπραγίες εις βάρος της λόγω των πολιτικών της φρονιμάτων και υπό το καθεστώς μιας έντιμης αλλά μοιραίας αντίληψης του καθήκοντος, αποφάσισε να επιστρέψει στα γραφεία της εφημερίδας του, ώστε να επιμεληθεί την έκδοση της. Είχε απόλυτη συναίσθηση του κινδύνου της απόφασης του. Ένιωθε την υποχρέωση να μην κρυφτεί αλλά να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες του ως ένας από τα ηγετικά στελέχη της αντιπολίτευσης.

Κατέβηκε με το αμάξι του την οδό Κηφισίας ως το ύψος των Αμπελοκήπων στην τότε έπαυλη Θων. Εκεί τον σταμάτησε μια ομάδα ενόπλων που άνηκαν στο περίφημο τάγμα ασφαλείας του Παυλου Γύπαρη. Ο Δραγούμης συναισθάνθηκε τον κίνδυνο και ζήτησε από τον οδηγό να προχωρήσει. Οι ένοπλοι όμως ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο, συνέλαβαν τον Δραγούμη τον χτήπησαν στο πρόσωπο και τον οδήγησαν βίαια στον στρατώνα του τάγματος τους. Στο προαύλιο του στρατώνα βρίσκονταν ο Παύλος Γύπαρης, διοικητής των Βενιζελικών ταγμάτων ασφαλείας, παλαιός γνώριμος του Δραγούμη από τον Μακεδονικό Αγώνα, και ο Εμμανουήλ Μπενάκης, επίσης γνώριμος του Δραγούμη απο την θητεία του στην πρεσβεία της Αλεξάνδρειας. Αρχικά οι δύο άνδρες συζητούσαν χαμηλόφωνα κοιτάζοντας βλοσυρά τον Δραγούμη. Η αγωνιώδης αναμονή του αιχμαλώτου διήρκεσε 20 λεπτά. Μετά από ένα μυστηριώδες τηλεφώνημα που δέχτηκε, ο Γύπαρης διέταξε 18 στρατιώτες με οπλισμένα τα ντουφέκια, να οδηγήσουν τον Δραγούμη αιχμάλωτο, πεζή ως το φρουραρχείο .

Οι στρατιώτες περιστοίχισαν τον Δραγούμη και τον οδήγησαν στην συμβολή των οδών Κηφισίας και Ρηγίλλης. Εκεί σταμάτησαν και τον έστησαν σε έναν μαντρότοιχο. "Δεν υπάρχει πλέον ελπίδα?" τους ρώτησε ο μελλοθάνατος μέσα στην επιθανάτια αγωνία του. Κανείς από τους ενόπλους δεν απάντησε. Πρότειναν όλοι τα όπλα τους και έριξαν στον άτυχο άνδρα εξ επαφής χωρίς καν παράγγελμα. Ο Δραγούμης δεν αντιστάθηκε, ούτε και προσπάθησε να ξεφύγει από τους δολοφόνους του. Ήρεμα στάθηκε μπροστά τους, κοιτώντας τον Αττικό ουρανό που τόσο ύμνησε και αγάπησε, για τελευταία φορά...Οι εύστοχες ριπές των όπλων τον άφησαν στον τόπο χωρίς πνοή. Οι δολοφόνοι του, πλησίασαν την σωρό του και τον λόγχισαν για να βεβαιωθούν για τον θάνατο του. Αμέσως μετά επέστρεψαν στον στρατώνα τους.

Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ - ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Το πτώμα του Δραγούμη έμεινε σκυλευμένο στο πεζοδρόμιο για πολλές ώρες. Αργά το απόγευμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο, όπου μετά από ειδοποίηση αργά το βράδυ, προσήλθε τραγική μορφή ο γηραιός πατέρας του Στέφανος Δραγούμης, (πρώην πρωθυπουργός και τελευταίος ύπατος αρμοστής στην Κρήτη) για να αναγνωρίσει τον νεκρό γιο του. Η οικογένεια του νεκρού απαίτησε νεκροψία που έδειξε ότι ο άτυχος άνδρας έφερε 9 σφαίρες στο κορμί του, έντεκα λογχισμός διαμπερείς δια ξιφολόγχης και κάταγμα του αριστερού μηρού δια υποκοπάνου όπλου.
Την επομένη δεν κυκλοφόρησε (όπως είναι λογικό μετά την καταστροφική λαίλαπα της προηγούμενης ημέρας) καμία εφημερίδα της Αντιπολίτευσης. Όλες οι Βενιζελικές εφημερίδες φιλοξενούσαν την είδηση της απόπειρας κατά του Βενιζέλου, αφιερώνοντας λίγες μόνο λέξεις για την στυγερή δολοφονία. Αρκετές μάλιστα υποστήριζαν ότι ο Δραγούμης σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να ξεφύγει. Κάποιες δε, υποστήριξαν ότι οι εκτελεστές ήταν σε αυτοάμυνα γιατί δήθεν τους άνοιξε πυρ ο Δραγούμης με το περίστροφο του! Αντιπολιτευόμενες εφημερίδες κυκλοφόρησαν δέκα μέρες μετά αποκαθιστώντας την αλήθεια.

Η κηδεία του έγινε μέσα σε ανείπωτη θλίψη από τους οικείους του και συνοδεύτηκε από ένα μεγάλο πλήθος πολιτών. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος συγκλονίστηκε όταν έμαθε το στυγερό έγκλημα και αμέσως απέστειλε θερμό συλλυπητήριο τηλεγράφημα στον πατέρα του Δραγούμη, φανατικό πολιτικό του εχθρό. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα η μνήμη του θλιβερού γεγονότος τον κατέτρεχε για αυτό και μερίμνησε προσωπικά για την ανεύρεση των δολοφόνων αλλά όχι και για την ανεύρεση τυχόν ηθικών αυτουργών (αν υπήρχαν). Έτσι τα μέλη του εκτελεστικού αποσπάσματος που είχαν φυγαδευτεί στην Κρήτη από τους Βενιζελικούς, παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Σε προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στην ελληνική βουλή για τα τραγικά γεγονότα, ο αντικαταστάτης του πρωθυπουργού εν απουσία του Εμμανουήλ Ρέπουλης, προσπάθησε άνευρα και ομολογουμένως διόλου πειστικά να υποστηρίξει την κυβερνητική εκδοχή των γεγονότων για δήθεν σύντονες προσπάθειες του να αποφευχθούν τα επεισόδια και η δολοφονία. Στις αιτιάσεις της Αντιπολίτευσης απάντησε με δικαιολογίες και υπεκφυγές, ενώ στο τέλος ανήγγειλε εμφανώς συντετριμμένος και πιθανή πρόθεση του να εγκαταλείψει τον δημόσιο βίο . Η ηθική αυτουργία του φόνου χρεώθηκε στον ίδιο τον Γύπαρη και στον Μπενάκη, χωρίς όμως ποτέ να αποδειχθεί κάποια κατηγορία. Το 1922 ο Μπενάκης παραπέμφθηκε σε δίκη για ηθική αυτουργία αλλά απαλλάχτηκε, με την κόρη του, την Πηνελόπη Δέλτα να είναι κατηγορηματική στο αρχείο της, για την αθωότητα του πατρός της.

Η δολοφονία του Ιωνος Δραγούμη κηλίδωσε τον πολιτικό βίο της χώρας βαθαίνοντας το ψυχικό χάσμα ανάμεσα στους δύο κόσμους (βενιζελικών-αντιβενιζελικών), επιβεβαίωσε την κοινωνική αίσθηση για τον Βενιζελικό αυταρχισμό στην άσκηση της εξουσίας και τελικά αποτέλεσε έναν ρυθμιστικό παράγοντα για το απρόσμενα θετικό αποτέλεσμα για την "Ηνωμένη Αντιπολίτευση" στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, κάτι που υποβαθμίζει συστηματικά η σύγχρονη ελληνική ιστοριογραφία.

1 σχόλιο: