Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 4 Η οργάνωση της Κρητικής Πολιτείας

Το κεφάλαιο της Κρητικής ιστορίας δυστυχώς περιλαμβάνει μόνο μια ενότητα, αυτήν της ένωσης της Κρήτης με την Έλλάδα.
Είπαμε όμως, δε χρειάζεται να παραμορφωθούμε !
Ας δούμε λοιπόν συνοπτικά τι συμβαίνει στο κρητικό ζήτημα για να πάρουμε μια εικόνα δίνοντας όμως έμφαση στον πρίγκιπα Γεώργιο.


Ο Βασιλόπαις Γεώργιος (* 24 Ιουνίου 1869, Κέρκυρα - † 25 Νοεμβρίου 1957, St Cloud, Γαλλία) ήταν πρίγκιπας της Ελλάδας και της Δανίας, Ύπατος Αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας από το 1898 έως το 1906. Ήταν δευτερότοκος γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄ της Ελλάδας και της Μεγάλης Δούκισσας Όλγας Κωνσταντίνοβνα της Ρωσίας. Υπήρξε ο μοναδικός στην παγκόσμια ιστορία αξιωματούχος που έφερε ταυτόχρονα το βαθμό του ναυάρχου τριών στόλων, της Ρωσίας, της Ελλάδας και της Δανίας.


Το 1887 έγινε τελετή ενηλικίωσής του στην Αθήνα κατά την οποία έλαβε τον τίτλο «Δούκας της Σπάρτης». Μετά τις πρώτες εγκύκλιες σπουδές, που έλαβε κατ' οίκον, μετέβη στη Δανία όπου και σπούδασε στη Βασιλική Ναυτική Σχολή της Κοπεγχάγης. Αποφοιτώντας επέστρεψε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε ως αξιωματικός στο Βασιλικό Ναυτικό, γενόμενος ταυτόχρονα υπασπιστής του Βασιλιά Γεωργίου Α΄. Κατά την περίοδο εκείνη, συνοδεύοντας τον διάδοχο της Ρωσίας και μετέπειτα Αυτοκράτορα Νικόλαο Β' σε περίπλου της γης, όταν βρίσκονταν στην Ιαπωνία σε γενόμενη απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του Νικολάου από κάποιο φανατικό Ιάπωνα, ο πρίγκιπας Γεώργιος πρόλαβε και απέκρουσε αυτόν έγκαιρα, σώζοντας τον Νικόλαο. Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ο Τσάρος της Ρωσίας απέδωσε στον Γεώργιο τον βαθμό του ναυάρχου του ρωσικού στόλου με τα διασήματα αυτού.
Το 1897 ο Πρίγκιπας Γεώργιος ήταν διοικητής του ελληνικού τορπιλικού στόλου με τον οποίο και συμμετείχε στον αποκλεισμό της Κρήτης, κατ' εντολή της ελληνικής κυβέρνησης του Θ. Δηλιγιάννη

Ένα χρόνο μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, που ακολούθησε, που μπορεί να χαρακτηρίστηκε ατυχής, πλην όμως υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός για τη μετέπειτα στρατιωτική αναδιοργάνωση της Ελλάδας, οι Μεγάλες Δυνάμεις: (Αγγλία, Αυστρουγγαρία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία και Ρωσία), ανάγκασαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να εγκαταλείψει την Κρήτη, δημιουργώντας υπό την προστασία τους ένα αυτόνομο κατ' εντολή κράτος, την Κρητική Πολιτεία, υπό την επικυριαρχία του Σουλτάνου, όπου ως Ύπατο Αρμοστή (γενικό διοικητή) εγκατέστησαν κατόπιν προτροπής της Ρωσίας τον πρίγκιπα Γεώργιο.
Ως Αρμοστής εξέδωσε σύνταγμα, και όρισε Συμβούλιο του Ηγεμόνα (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς. Το 1899 οργάνωσε την Κρητική Χωροφυλακή. Οι απολυταρχικές του αντιλήψεις τον έφεραν σε σύγκρουση με τον πολιτικό και πρωταγωνιστή της επανάστασης Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά και με μεγάλο μέρος του λαού της Κρήτης. Η σύγκρουση κορυφώθηκε με την επανάσταση του Θερίσου το 1905, κατά την οποία η Κρητική Χωροφυλακή του έμεινε πιστή, αλλά χρειάστηκε να ζητήσει και την στρατιωτική συνδρομή των ξένων δυνάμεων. Για την αντιμετώπιση της κρίσης οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν στην Κρήτη ειδική εξεταστική επιτροπή. Ο Γεώργιος θεωρώντας πως μ' αυτήν τους την ενέργεια οι Δυνάμεις τον έθιγαν προσωπικά παραιτήθηκε του αξιώματός του τον Σεπτέμβριο του 1906. Μετά την άφιξη του αντικαταστάτη του, Αλέξανδρου Ζαΐμη, αναχώρησε για την Αθήνα. Το επόμενο χρόνο η Κρητική Συνέλευση ανακήρυξε την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε επίσημα το 1913. Το 1907 νυμφέφθηκε την Πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη. Μετά την επανάσταση στο Γουδί το 1909 ο πρίγκιπας Γεώργιος εγκαταστάθηκε στη Γαλλία χωρίς να πάψει να επισκέπτεται τακτικά την Ελλάδα.
Μετά τον θάνατό του η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, όπου και ετάφη στο βασιλικό κοιμητήριο στο Τατόι.
Η Γεωργιούπολη, ένα παραλιακό θέρετρο ανάμεσα στα Χανιά και το Ρέθυμνο, ονομάστηκε προς τιμήν του.

Πιο συγκεκριμένα για αυτό το κεφάλαιο έχουμε να πούμε τα εξής ...
Οι Μεγάλες Δυνάμεις, που πάντοτε ενδιαφέρονταν για την Κρήτη λόγω της στρατηγικής της σημασίας και από καιρό είχαν συγκεντρώσει τους στόλους τους γύρω από το νησί, αποφάσισαν με τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1896 να προχωρήσουν σε οριστική λύση του κρητικού ζητήματος, με τη διεθνή κατοχή του νησιού και την ανακήρυξή του σε αυτόνομη Πολιτεία, ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1897 ελληνικά στρατεύματα με δύναμη 1.500 αντρών και διοικητή τον υπασπιστή του βασιλιά Τιμολέοντα Bάσσο αποβιβάστηκαν εκεί για να την ελευθερώσουν και να την ενώσουν με την Ελλάδα. Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις όμως παρενέβησαν αποβιβάζοντας κι αυτές δυνάμεις για να σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Στις 18 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός στόλος αποσύρθηκε και ο Ελληνικός στρατός υποχώρησε στην ξηρά και κατευθύνθηκε βόρεια προς την Θεσσαλία και την Ήπειρο. Στις 20 Μαρτίου του ίδιου χρόνου οι Μεγάλες Δυνάμεις χώρισαν το νησί σε διεθνείς τομείς, ενώ τα Χανιά και η γύρω περιοχή της πρωτεύουσας έγιναν πολυεθνικός τομέας. Οι Άγγλοι διοικούσαν το νομό Ηρακλείου, οι Ρώσοι το νόμο Ρεθύμνου, οι Γάλλοι το νομό Λασιθίου και οι Ιταλοί τους νομούς Χανίων και Σφακιών.
Στις 25 Αυγούστου 1897, ο Ελευθέριος Βενιζέλος έστειλε διακοίνωση στον αρχηγό του ευρωπαϊκού στόλου, αναφέροντας ότι η μόνη σωστή λύση του Κρητικού ζητήματος θα ήταν η ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Αφού όμως η Ελλάδα απέσυρε τη στρατιωτική δύναμη που είχε στο νησί, αναγνωρίζοντας την αυτονομία του, θα έπρεπε και η Κρήτη, για να μην φέρει σε δύσκολη θέση την Αθήνα, να δεχθεί ως προσωρινή λύση την αυτονομία, εναποθέτοντας τις ελπίδες για οριστική λύση στις Μεγάλες Δυνάμεις. Οι Οθωμανοί πρότειναν να γίνει ανταλλαγή της Κρήτης με τη Θεσσαλία που την κατείχε ο στρατός τους. Η πρόταση αυτή απορρίφθηκε καθώς θεωρήθηκε εμπαιγμός και για τους Κρητικούς και για τις Μεγάλες Δυνάμεις.
Μετά τον πόλεμο του 1897 η Ελλάδα υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Κατόπιν οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεκίνησαν τη διαδικασία διακανονισμού του Κρητικού ζητήματος, που όμως τραβούσε μακριά. Προτάθηκαν για τη θέση του Γενικού Διοικητή του νησιού οι Δροζ, Σέφερ, ο Μαυροβούνιος Πέτροβιτς Μπόζα, ο πρίγκιπας Βάττεμβεργ ενώ οι Τούρκοι ήθελαν γι' αυτή τη θέση τον Ανθόπουλο πασά. Η Ρωσία υπέδειξε τον γιό του βασιλιά των Ελλήνων Γεωργίου του Α΄, τον πρίγκιπα Γεώργιο, ο οποίος και επελέγη τελικά. Στις 21 Ιανουαρίου 1898, η κρητική συνέλευση, μέσα σε ζητωκραυγές ενέκρινε πρόταση του Βενιζέλου να κάνει το προεδρείο της τα αναγκαία διαβήματα. Η Γερμανία και η Αυστρία, επειδή δεν ήθελαν να φανεί ότι αντιτίθενται στις τουρκικές απαιτήσεις, αποχώρησαν από τον συνασπισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, ο οποίος έγινε πλέον τετραμελής. Ο Γενικός Διοικητής θα αναγνώριζε την υψηλή επικυριαρχία του Σουλτάνου και θα εφάρμοζε αναλογική συμμετοχή του ελληνικού και του τουρκικού στοιχείου στη διοίκηση του νησιού.
Εκλέχθηκε μια εκτελεστική επιτροπή, με τη συμμετοχή του Βενιζέλου, που εκτελούσε χρέη κυβέρνησης και είχε τις επαφές με τους Ευρωπαίους ναυάρχους. Άρχισε να εφαρμόζει το προσωρινό πολίτευμα, αλλά οι μουσουλμάνοι, υποκινούμενοι από την οθωμανική διοίκηση, ξεσηκώθηκαν. Οι χριστιανοί της Κρήτης άρχισαν να συγκεντρώνουν ένοπλα τμήματα και η εκτελεστική επιτροπή προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας. Οι μουσουλμάνοι του νησιού κλείστηκαν στις πόλεις και την ύπαιθρο έλεγχαν οι χριστιανοί επαναστάτες. Οι σφαγές των μουσουλμάνων της Σητείας και του Σέλινου καθώς και η σφαγή των χριστιανών του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898 που έκαναν οι μουσουλμάνοι, οδήγησαν στην αποχώρηση των Οθωμανών από το νησί, στη δημιουργία της αυτόνομης Κρητικής Πολιτείας και στην εκλογή του πρίγκιπα Γεωργίου ως ύπατου αρμοστή της Κρήτης.

Πάμε τώρα στην φρενίτιδα.
Ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας ορίστηκε Ύπατος Αρμοστής Κρήτης με τριετή θητεία. Στις 9 Δεκεμβρίου 1898 έφθασε στη Σούδα με τη ρωσική ναυαρχίδα "Νικόλαος Α΄", συνοδευόμενη και από πλοία των άλλων Δυνάμεων, όπου του επιφυλάχθηκε αποθεωτική υποδοχή. Τον υποδέχτηκαν στη Σούδα οι ναύαρχοι Ποττιέ, Νόελ, Σκρύδλωφ και Μπέτολλο, και ο ενθουσιώδης κρητικός λαός. Ο πρόεδρος του συμβουλίου των ναυάρχων, ο Γάλλος ναύαρχος Ποττιέ, του παρέδωσε επίσημα στο Διοικητήριο Χανίων τη διοίκηση της Κρήτης, ενώ τα ευρωπαϊκά πολεμικά, έξω από το λιμάνι, χαιρέτιζαν με κανονιοβολισμούς την ύψωση της κρητικής σημαίας.



Σε σύντομο διάστημα ο Γεώργιος ανέθεσε σε επιτροπή από 16 μέλη (12 χριστιανούς και 4 μουσουλμάνους), με πρόεδρο τον Ιωάννη Σφακιανάκη, τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος που θα ενέκρινε η Κρητική Συνέλευση, η οποία συγκροτήθηκε στις 9 Ιανουαρίου 1899, ενώ ταυτόχρονα προκηρύχθηκαν για τις 24 του ίδιου μήνα εκλογές των πληρεξουσίων. Στις 8 Φεβρουαρίου έγινε η πρώτη συνεδρίαση της Κρητικής Συνελεύσεως που αποτελείτο από 138 χριστιανούς και 50 μουσουλμάνους. Η Συνέλευση, με πρόεδρο τον Σφακιανάκη, ψήφισε το Σύνταγμα της Κρητικής Πολιτείας. Μετά την επικύρωσή του από τον Ύπατο Αρμοστή και την έγκρισή του, με ελάχιστες μεταβολές, από τις Μεγάλες Δυνάμεις, το Σύνταγμα δημοσιεύτηκε στις 15 Απριλίου 1899 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Στις 27 Απριλίου 1899, ο Ύπατος Αρμοστής όρισε Συμβούλιο του Ηγεμόνα (δηλαδή κυβέρνηση) από τους Κρητικούς αρχηγούς συνιστώμενη από πέντε Ανώτερες Διευθύνσεις, αντίστοιχες με τα σημερινά Υπουργεία. Οι σύμβουλοι με τις διευθύνσεις τους ήταν: Ελευθέριος Βενιζέλος της Δικαιοσύνης, Μανούσος Κούνδουρος των Εσωτερικών, Νικόλαος Γιαμαλάκης της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Θρησκευμάτων, Κωνσταντίνος Φούμης των Οικονομικών και Χασάν Σκυλιανάκης της Δημοσίας Ασφαλείας. Από τους αρχηγούς δεν συμμετείχε στο συμβούλιο μόνο ο Ιωάννης Σφακιανάκης, επειδή υπέβαλε στον Αρμοστή ένα σχέδιο για το οριστικό πολίτευμα του νησιού, αλλά ο Γεώργιος δεν το ενέκρινε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου