Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑTΑ ΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ (Όλη η ενότητα)


Συγκεντρωμένα λοιπόν εδώ και τα εννιά κεφάλαια της πρώτης ενότητας τα οποία λειτουργούν χρονικώς ανεξάρτητα το ένα από το άλλο χωρίς να επικαλύπτονται και παρουσιάζουν το αντικείμενο τους υπό μορφή μονογραφίας.
Καλό θα ήταν βέβαια αυτό το κεφάλαιο να διδασκόταν μετά την παρουσίαση του Τρικούπη και του Βενιζέλου για να μπορούν να εντάξουν οι μαθητές τα οικονομικά γεγονότα σε ένα ιστορικά δομημένο περιβάλλον αλλά τι λέμε τώρα..

1. Η ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

O αγροτικός τομέας είναι αυτός που υπέστη τις σαρωτικότερες μεταβολές, όσον αφορά το βαθμό της κρατικής παρέμβασης, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. O πολλαπλασιασμός των μελών των αγροτικών οικογενειών (μέσος όρος ετήσιας αύξησης του πληθυσμού στο Μεσοπόλεμο 1,93%) και η αδιάκοπη κατάτμηση της γης επιδείνωσε την ήδη χαμηλή αποδοτικότητα των γεωργικών κλήρων. H ανακατανομή του αγροτικού εισοδήματος, προς όφελος των άμεσων καλλιεργητών, προέκυψε ως συνέπεια της διαδικασίας της σχετικής μεταρρύθμισης που ακολούθησαν οι μεσοπολεμικές κυβερνήσεις. Tα αποτελέσματα υπήρξαν ιδιαίτερα θετικά όχι μόνο στο επίπεδο της αύξησης της παραγωγής αλλά και ως προς τη συνολική κινητοποίηση των εγχώριων πόρων με απώτατο στόχο την εκβιομηχάνιση.
H προσφυγική συρροή επιτάχυνε την πορεία της απαλλοτρίωσης και αναδιανομής της μεγάλης γαιοκτησίας, μιας διαδικασίας που είχε αναγγελθεί από το Bενιζέλο τη δεκαετία του '10. H συλλογιστική όμως που επέβαλλε την άμεση αυτή μεταβολή συνδεόταν όχι μόνο με επιχειρήματα κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και με σχέδια οικονομικής ανόρθωσης (διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς) και αποφυγής εσωτερικών κοινωνικών ταραχών. Ως το 1938, απαλλοτριώθηκαν συνολικά 1.724 μεγάλα αγροκτήματα έκτασης 12 εκατομμυρίων στρεμμάτων, τα οποία διανεμήθηκαν σε 130.000 οικογένειες γηγενών καλλιεργητών. Στους πρόσφυγες παραχωρήθηκαν 8,3 εκατομμύρια στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, κυρίως σε περιοχές της βόρειας Eλλάδας. Tα παραπάνω μεγέθη καθιστούν προφανές ότι η σημαντική αστική ανάπτυξη της Eλλάδας στο διάστημα 1923-40 συνδυάστηκε με τις μεταβολές στον αγροτικό χώρο, μια και η οικογενειακή εκμετάλλευση της γης που προέκυψε, συνεπαγόταν ενεργότερη ένταξη των αγροτών στην εμπορευματική και χρηματική οικονομία.


Εξηγηση του αναχρονιστικού θεσμού των κολίγων


Κολίγος
ή κολίγας. Μετάφραση του λατινικού όρου cοllega. Σημαίνει το συνέταιρο, το συνάδελφο. Κολίγους ονόμαζαν τους δουλοπάροικους στο μεσαίωνα. Ο κολίγας καλλιεργούσε ξένα κτήματα με προσωπική εργασία και το απαιτούμενο υλικό (σπόρους, ζώα, εργαλεία, μηχανές). Έπαιρνε ως ανταμοιβή για την εργασία του το μισό της παραγωγής.

Κιλελέρ

Αιματηρά επεισόδια, που συνέβησαν στις 6 Μαρτίου 1910 και εντάσσονται στη μακρά ιστορία του αγροτικού ζητήματος στη Θεσσαλία. Παρότι έλαβαν χώρα κατά κύριο λόγο στην Λάρισα, πήραν το όνομά τους από το χωριό Κιλελέρ (σήμερα Κυψέλη), από το οποίο δόθηκε το έναυσμα. Η επέτειος αυτή τιμάται κάθε χρόνο και αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση της ελληνικής αγροτιάς, που έχει την ευκαιρία να προβάλει τα αιτήματά της.

Το αγροτικό ζήτημα στη Θεσσαλία εμφανίζεται οξυμένο από την επαύριο της ένταξης της περιοχής στην ελληνική επικράτεια το 1881. Οι κολίγοι υπήρξαν οι χαμένοι της ενσωμάτωσης και οι τσιφλικάδες οι μεγάλοι κερδισμένοι. Το λάθος των κυβερνήσεων εκείνης της εποχής ήταν ότι εφάρμοσαν το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, που ίσχυε στην Παλαιά Ελλάδα, παραγνωρίζοντας τα δικαιώματα των κολίγων, βάσει του οθωμανικού δικαίου.

Επί Τουρκοκρατίας, οι τσιφλικάδες είχαν μόνο το δικαίωμα εισπράξεως των προσόδων επί των μεγάλων εκτάσεων που κατείχαν, ενώ οι κολίγοι είχαν πατροπαράδοτα δικαιώματα επί των κοινόχρηστων χώρων του τσιφλικιού (επί της γης, των οικιών, των δασών και των βοσκοτόπων). Με τη νέα κατάσταση, οι έλληνες πλέον τσιφλικάδες, που διαδέχθηκαν τους οθωμανούς, είχαν δικαιώματα απόλυτης κυριότητας σε όλη την ιδιοκτησία τους, ενώ οι κολίγοι είχαν περιπέσει σε καθεστώς δουλοπαροίκου.

Οι κολίγοι διεκδίκησαν μαχητικά την επαναφορά των πραγμάτων στο προηγούμενο καθεστώς, ενώ έθεταν και θέμα απαλλοτριώσεων. Ο εκσυγχρονιστής Χαρίλαος Τρικούπης, που κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή, ήταν αντίθετος με τη διανομή της γης στους κολίγους, γιατί δεν ήθελε να χάσει τους ξένους επενδυτές και την εισροή νέων κεφαλαίων στην Ελλάδα.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά στην αυγή του 20ου αιώνα, με την ίδρυση των πρώτων αγροτικών συλλόγων σε Λάρισα, Καρδίτσα και Τρίκαλα. Με τη βοήθεια φωτισμένων αστών της εποχής, οι κολίγοι υιοθέτησαν σύγχρονες μορφές πάλης (μαζικές κινητοποιήσεις, συλλαλητήρια στις μεγάλες πόλεις, ψηφίσματα σε Κυβέρνηση, Βουλή και Βασιλιά κ.ά.). Η δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα από όργανο των τσιφλικάδων το 1907 χαλύβδωσε το αγωνιστικό τους φρόνημα.

Στις αρχές του 1910, κύριο αίτημα των κολίγων ήταν η απαλλοτρίωση της γης και η διανομή των τσιφλικιών στους καλλιεργητές της, πάνω στη βάση της μικρής οικογενειακής ιδιοκτησίας. Η χώρα βρισκόταν υπό τον αστερισμό του Στρατιωτικού Συνδέσμου και πρωθυπουργός ήταν ο «υπηρεσιακός» Στέφανος Δραγούμης.


Οι πρωτεργάτες των αγροτικών κινητοποιήσεων επιβιβάζονται στο τρένο για να προσαχθούν σε δίκη
Οι κολίγοι είχαν προγραμματίσει το Σάββατο 6 Μαρτίου πανθεσσαλικό συλλαλητήριο στη Λάρισα, με αφορμή τη συζήτηση του αγροτικού νομοσχεδίου στη Βουλή. Από νωρίς το πρωί άρχισαν να συρρέουν στην πόλη διαδηλωτές από τα γύρω χωριά. Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κιλελέρ, κάπου 200 χωρικοί θέλησαν να επιβιβασθούν σε τρένο χωρίς να πληρώσουν εισιτήριο. Ο διευθυντής των Θεσσαλικών Σιδηροδρόμων, Πολίτης, που επέβαινε στο τρένο, τους το αρνήθηκε. Οι χωρικοί οργίστηκαν κι άρχισαν να λιθοβολούν το συρμό, σπάζοντας τα τζάμια των βαγονιών.

Το τρένο απομακρύνθηκε, αλλά σε απόσταση ενός χιλιομέτρου επαναλαμβάνονται οι ίδιες σκηνές από ομάδα 800 χωρικών. Οι άνδρες της στρατιωτικής δύναμης που ευρίσκοντο εντός του τρένου και μετέβαιναν στη Λάρισα για το συλλαλητήριο, διατάχθηκαν από τον επικεφαλής τους να πυροβολήσουν στον αέρα για εκφοβισμό. Οι χωρικοί εξαγριώνονται και τους επιτίθενται με πέτρες και ξύλα. Οι στρατιώτες ξαναπυροβολούν, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο ή κατ' άλλους τέσσερις χωρικοί και να τραυματισθούν πολλοί. Ανάλογα επεισόδια έγιναν και στο χωριό Τσουλάρ (σήμερα Μελία), με δύο νεκρούς χωρικούς και 15 τραυματίες.

Οι συμπλοκές μεταξύ άοπλων διαδηλωτών και δυνάμεων καταστολής επεκτάθηκαν και στη Λάρισα, όταν οι αγρότες πληροφορήθηκαν τα αιματηρά επεισόδια στο Κιλελέρ και το Τσουλάρ. Δύο κολίγοι έπεσαν νεκροί, όταν το ιππικό ανέλαβε δράση. Το συλλαλητήριο έγινε, τελικά, με ειρηνικό τρόπο στις 3 το μεσημέρι στην Πλατεία της Θέμιδος. Ο φοιτητής Γεώργιος Σχοινάς διάβασε το ψήφισμα της συγκέντρωσης, που απεστάλη στη Βουλή και την Κυβέρνηση. Οι αγρότες ζητούσαν άμεση ψήφιση του νομοσχεδίου για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών, ενώ εξέφρασαν τη βαθιά λύπη και οδύνη τους «για την άδικον επίθεσιν κατά του φιλήσυχου και νομοταγούς λαού, ής θύματα υπήρξαν άοπλοι και αθώοι λευκοί σκλάβοι της Θεσσαλίας».

Για τις ταραχές στο Κιλελέρ, στο Τσουλάρ και τη Λάρισα, πολλά άτομα συνελήφθησαν και προφυλακίστηκαν. Αρκετοί αγρότες αθωώθηκαν στη συνέχεια με βουλεύματα, ενώ συνολικά 62 διαδηλωτές παραπέμφθηκαν σε δίκη. Αθωώθηκαν όλοι στις 23 Ιουνίου 1910, σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κατάστασης.

Η εξέγερση του Κιλελέρ ξεσήκωσε κύμα συμπάθειας σε όλη τη χώρα, ενώ αυξήθηκε η κοινωνική πίεση για την επίλυση του αγροτικού ζητήματος. Η πολιτική εξουσία δεν μπορούσε άλλο να κλείνει τα μάτια. Το πρώτο δειλό βήμα για τη λύση του προβλήματος έγινε το 1911 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που διαδέχθηκε τον Στέφανο Δραγούμη στην πρωθυπουργία. Πάρθηκαν ορισμένα νομοθετικά μέτρα υπέρ των κολίγων, αλλά απαλλοτριώσεις δεν έγιναν κι ένας λόγος ήταν οι πόλεμοι που ακολούθησαν. Μόνο μετά το 1923, όταν το πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις, άρχισαν από την κυβέρνηση Νικολάου Πλαστήρα απαλλοτριώσεις τσιφλικιών σε μεγάλη κλίμακα.




Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/224#ixzz2WgXGic1T






Βαλκανικοί πόλεμοι


Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν δύο πόλεμοι που έγιναν στα Βαλκάνια το 1912-1913 στους οποίους αρχικά η Βαλκανική Συμμαχία (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία) επιτέθηκε και απέσπασε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία την Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, ενώ στη συνέχεια, μετά τις διαφωνίες μεταξύ των νικητών για τον τελικό διαμοιρασμό των εδαφών, ξέσπασε δεύτερος πόλεμος (αυτή τη φορά με τη συμμετοχή και της Ρουμανίας) από τον οποίο εξήλθε ηττημένη η Βουλγαρία, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχε αρχικά κατακτήσει.



Εθνικός Διχασμός



Ο Εθνικός Διχασμός (1914-1917) υπήρξε μία σειρά γεγονότων που επικεντρώνονται στη διένεξη μεταξύ του τότε πρωθυπουργού της Ελλάδας, Ελευθερίου Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄ σχετικά με την είσοδο ή μη της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα κύρια γεγονότα της διένεξης αφορούν διαδοχικά την παραίτηση του Βενιζέλου, τη δημιουργία ξεχωριστού κράτους με πρωτοβουλία του στην Βόρεια Ελλάδα με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη και την εκδίωξη του Κωνσταντίνου από την Ελλάδα μετά από στρατιωτική παρέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ. Η διένεξη αυτή χώρισε την χώρα σε δύο διαφορετικά στρατόπεδα και προκάλεσε εξαιρετικά βαθύ χάσμα στην ελληνική κοινωνία. Οι επιπτώσεις του χάσματος παρέμειναν ως το 1974 και την έκπτωση της μοναρχίας στην Ελλάδα. Μία σειρά από τραυματικά για την Ελλάδα γεγονότα, η μικρασιατική καταστροφή, η δικτατορία του Μεταξά, ο εμφύλιος πόλεμος και μετέπειτα η Δικτατορία των Συνταγματαρχών και η τραγωδία της Κύπρου ήταν σε μεγάλο βαθμό απόρροια του Εθνικού Διχασμού.





Ίδρυση Αγροτικής Τράπεζας



2. ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ

Περνάμε στο εργατικό κίνημα το οποίο κατά κάποιο τρόπο αντιστοιχείται με τη βραδύτητα ανάπτυξης της αγροτικής μεταρρύθμισης.

Σοσιαλισμός


Ο σοσιαλισμός είναι κοινωνική, οικονομική και πολιτική θεωρία κατά την οποία η κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αντικαθιστά την ατομική ιδιοκτησία. Ο όρος ιστορικά αφορά ένα πολιτικό κίνημα του 19ου αιώνα, γέννημα των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών της βιομηχανικής επανάστασης, και συσχετίζεται στενά με τον όρο Αριστερά.
Οι αντιλήψεις του σοσιαλισμού πρέπει να αναζητηθούν στις απαρχές της Γαλλικής Επανάστασης, στη παράταξη των Ιακωβίνων, και από μία άλλη σκοπιά στον «ουτοπισμό» του Ανρί ντε Σαιν-Σιμόν. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του σοσιαλισμού είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής (γαίες, εργοστάσια, μεγάλες επιχειρήσεις) και η δημιουργία νέων συλλογικών σχέσεων παραγωγής, διανομής των προϊόντων και κατανομής του κοινωνικού πλούτου που θα εξυπηρετούν τις ανάγκες του κοινωνικού συνόλου. Οι νέες αυτές σχέσεις παραγωγής στηρίζονται στο ότι τα μέλη μιας κοινωνίας θα προσφέρουν ανάλογα με τις δυνατότητές τους και θα αμείβονται ανάλογα με τις ανάγκες τους ή με την εργασία τους. Τη θέση της ατομικής ιδιοκτησίας θα πάρει πλέον η συλλογική διαχείριση με μορφή εθελοντικά συνεταιριστική ή κρατική, οι λεγόμενες κολεκτίβες. Μία κοινωνία οργανωμένη κατ' αυτόν τον τρόπο, ο τελικός στόχος του σοσιαλιστικού κινήματος, αποκαλείται πολλές φορές κομμουνιστική και αντιπαρατίθεται με τον καπιταλισμό και την ελεύθερη αγορά.

Διάνοιξη διώρυγας Κορίνθου

Με τη Βιομηχανική Επανάσταση του 19ου αιώνα, η τεχνολογική εξέλιξη επέτρεψε την υλοποίηση της πανάρχαιας ιδέας διόρυξης του Ισθμού. Η πραγματοποίηση του έργου κρίθηκε αναγκαία από τη μελέτη των συνθηκών του διεθνούς εμπορίου και της ναυτιλίας στη Μεσόγειο. Έτσι, άρχισε η προσπάθεια εξεύρεσης κεφαλαίων από τη διεθνή χρηματαγορά. Η δια του Ισθμού οδός παρείχε δυο σημαντικά πλεονεκτήματα στη διεθνή ναυτιλία και κατ' επέκταση στο διεθνές εμπόριο: Ασφάλεια και Οικονομία. Η παράκαμψη των επικίνδυνων ακρωτηρίων Κάβο Μαλέα και Κάβο Ματαπά δεν θα μείωνε μόνο τους κινδύνους από ναυτικά ατυχήματα, αλλά και το κόστος μεταφοράς (ασφάλιστρα, καύσιμα, χρόνος).

Μετά τη διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, η Κυβέρνηση Ζαΐμη έλαβε την απόφαση τομής του Ισθμού και το Νοέμβριο του 1869 ψήφισε το νόμο της «περί διορύξεως του Ισθμού της Κορίνθου». Με το νόμο αυτό είχε δικαίωμα να παραχωρήσει σε εταιρεία ή ιδιώτη το προνόμιο κατασκευής και εκμετάλλευσης της Διώρυγας. Το ελληνικό δημόσιο κατακύρωσε το έργο το 1881 στον στρατηγό Στέφανο Τύρρ, μαζί με το προνόμιο εκμετάλλευσης της διώρυγας για 99 χρόνια.


Τα εγκαίνια του Ισθμού της Κορίνθου
Οι εργασίες διάνοιξης ξεκίνησαν στις 23 Απριλίου 1882. Η μελέτη του έργου έγινε από τον Ούγγρο Β. Gerfer, αρχιμηχανικό της διώρυγας Φραγκίσκου στην Ουγγαρία, και ελέγχθηκε από τον μηχανικό Daujats, αρχιμηχανικό της διώρυγας του Σουέζ. Για την τελική κατάληξη έγιναν μελέτες τριών χαράξεων. Ως η πιο σωστή και οικονομική, προκρίθηκε η χάραξη που είχε εφαρμόσει ο Νέρωνας. Υστερα, όμως, από 8 χρόνια, η εταιρεία αυτή διέκοψε τις εργασίες της -εξαιτίας της εξάντλησης όλων των κεφαλαίων της- και τελικά διαλύθηκε.

Τη συνέχιση του έργου ανέλαβε ελληνική εταιρεία με την επωνυμία «Εταιρεία της Διώρυγας της Κορίνθου» υπό τον Ανδρέα Συγγρό, που ανέθεσε την εκτέλεση των εργασιών στην εργοληπτική εταιρεία του Α. Μάτσα, η οποία και αποπεράτωσε το έργο. Αυτό το οικονομικό τόλμημα, αυτός ο τεχνικός άθλος, με τη χρησιμοποίηση 2.500 εργατών και των τελειότερων μηχανικών μέσων της εποχής, ολοκληρώθηκε μετά 11 χρόνια. Τα εγκαίνια έγιναν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια στις 25 Ιουλίου 1893, από το πρωθυπουργό Σωτήριο Σωτηρόπουλο.

Η διώρυγα κόβει σε ευθεία γραμμή τον Ισθμό της Κορίνθου σε μήκος 6.346 μ. Το πλάτος της στην επιφάνεια της θάλασσας είναι 24,6 μ. και στο βυθό της 21,3 μ., ενώ το βάθος της κυμαίνεται μεταξύ 7,50 έως 8 μ. Ο συνολικός όγκος των χωμάτων που εξορύχτηκαν για την κατασκευή της έφθασε τα 12 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η γεωλογική σύσταση των πρανών της Διώρυγας είναι ανομοιόμορφη, με ποικιλία γεωλογικής συστάσεως εδαφών. Μία ιδιομορφία, που κατά καιρούς είχε ως συνέπεια την κατάπτωση μεγάλων χωμάτινων όγκων και κατά συνέπεια το κλείσιμο του καναλιού. Συνολικά, από την έναρξη λειτουργίας της έως το 1940, η Διώρυγα παρέμεινε κλειστή για διάστημα τεσσάρων χρόνων. Μεγάλη διακοπή της λειτουργίας της έγινε και το 1944, όταν οι Γερμανοί, κατά την αποχώρησή τους, ανατίναξαν τα πρανή, προκαλώντας την κατάπτωση 60.000 κυβικών μέτρων χωμάτων. Οι εργασίες εκφράξεως διήρκεσαν πέντε χρόνια (1944-1949).

Σήμερα, η Διώρυγα της Κορίνθου αποτελεί διεθνή κόμβο θαλάσσιων συγκοινωνιών και εξυπηρετεί περί τα 12.000 πλοία ετησίως, όλων των εθνικοτήτων.



Εξέγερση Λαυρίου 1896

1896: Κηρύσσεται απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο. Οι φύλακες σκοτώνουν δυο απεργούς. Οι απεργοί σκοτώνουν τους φύλακες, ανατινάζουν τις αποθήκες και τα γραφεία, και αφοπλίζουν τους αστυνομικούς.

Το 1896, στην Καμάριζα, πραγματοποιείται γενικευμένη εξέγερση των... εργατών στα ορυχεία. Ειδικά αυτή η απεργία αποτέλεσε σταθμό στην Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Θύματα υπήρχαν τόσο απ' τους απεργούς εργάτες, όσο και απ' τους φύλακες της Γαλλικής Εταιρείας του Λαυρίου. Οι φύλακες σκότωσαν τους εργάτες Καραφλιά και Βασιλακόπουλο, με αποτέλεσμα οι οργισμένοι και αγανακτισμένοι εργάτες, μπρος στη θέα των σκοτωμένων συναδέλφων τους, να ορμήξουν στα γραφεία της Εταιρείας, να βάλουν φωτιά, με αποτέλεσμα να εξοντωθούν όλοι οι φύλακες, πλην ενός. Συνολικά είχαν σκοτωθεί τέσσερις απεργοί. Ο δε Σερπιέρι ,αρχιμηχανικός και αργότερα ιδιοκτήτης φυγαδεύτηκε και σώθηκε, κυριολεκτικά, την τελευταία στιγμή, μεταμφιεσμένος.

Σ' εκείνη την απεργία, περισσότεροι από 1.800 μεταλλεργάτες ανέβηκαν από το μεταλλευτικό φρέαρ - βάθους 182 μέτρων - και, με μια οργάνωση που θα τη ζήλευαν πολλοί, κήρυξαν εκείνη την πρώτη μεγάλη απεργία. Περιγράφει ο παλιός μεταλλεργάτης Γιώργος Βουγιούκας («ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ» 23/1/1996): «Κανείς από τ' αφεντικά δεν τους πήρε μυρωδιά. Η απεργία εκδηλώθηκε την Κυριακή το βράδυ - 7 Απριλίου 1896 - στην αλλαγή της βραδινής βάρδιας των 10 και έγινε δημοσίως γνωστή τη Δευτέρα το πρωί».

Η μεγάλη αυτή απεργία διήρκεσε 18 μέρες. Τα κύρια αιτήματα των εργατών το 1896, στα μεταλλωρυχεία της Καμάριζας - ιδιοκτησίας της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων - ήταν η κατάργηση των εργολάβων ως ενδιάμεσων μισθωτών, η πληρωμή των εργατών κατ' ευθείαν απ' την εταιρεία, η αύξηση του μεροκάματου σε 3,5 δραχμές (ήταν 2,5), η δημιουργία νοσοκομείου ή φαρμακείου στην Καμάριζα και η διάθεση σούστας στους εργάτες για τη μεταφορά των τραυματιών στο νοσοκομείο του Θορικού, καθώς μεταφερόμενοι με το κάρο πέθαιναν στη διαδρομή. Εκτός απ' τα παραπάνω, οι εργάτες ζητούσαν απ' την εταιρεία να μένουν σε σπίτια, διότι μέχρι τότε κατοικούσαν σε σπήλαια ή σε αυτοσχέδιες καλύβες.

Να πώς περιγράφει ο Γ. Βουγιούκας εκείνη την απεργία: «Στην πρώτη μεγάλη απεργία υπήρχε φοβερή ένταση. Είναι ενδεικτικό ότι ο Σερπιέρι - γενικός διευθυντής της εταιρείας - για να φυγαδευτεί ντύθηκε γυναίκα ή παπάς! Η κυβέρνηση έστειλε, εκτός από τα "ΜΑΤ" της εποχής εκείνης, πολεμικό πλοίο για να πάρει τους πρωτεργάτες της απεργίας. Η ένταση ήταν μεγάλη. Μια πέτρα που έφυγε απ' τα χέρια ενός απεργού και χτύπησε έναν χωροφύλακα ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει η σύγκρουση. Οι χωροφύλακες ανοίγουν πυρ και χτυπούν στο "ψαχνό" τέσσερις ανυπεράσπιστους εργάτες. Η Καμάριζα γίνεται πεδίο μάχης»...

Το Δεκέμβρη του 1896 πραγματοποιείται η δίκη 15 απεργών, οι οποίοι αθωώνονται και επανέρχονται στη δουλειά τους χωρίς όρους. Μετά την απεργία, εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Καμάριζα στρατιωτικό σώμα, όχι μακριά από τους χώρους δουλειάς, προκειμένου να αποτρέψει τους εργάτες από νέες εξεγέρσεις.

Οι πρώτοι αυτοί ξεσηκωμοί, οι διαμαρτυρίες και οι απεργίες του προλεταριάτου ήταν το πρώτο αυθόρμητο ξύπνημα της συνείδησής του. Οπως έγραφε τότε ο Λένιν, με αφορμή και ανάλογες απεργίες στην τσαρική Ρωσία «...το αυθόρμητο στοιχείο δεν αποτελεί στην ουσία τίποτε άλλο παρά εμβρυακή μορφή του συνειδητού». Ακόμα και οι πρωτόγονοι ξεσηκωμοί εκφράζανε ως ένα βαθμό το ξύπνημα της συνείδησης: οι εργάτες έχαναν την προαιώνια πίστη τους στο απαρασάλευτο του καθεστώτος που τους συνέθλιβε, άρχιζαν να νιώθουν την ανάγκη της συλλογικής αντίστασης, να εγκαταλείπουν τη δουλική υποταγή στους προϊσταμένους τους.

Στοά στο Λαύριο, όπου βρέθηκαν μεταλλεύματα από τη νεολιθική εποχή μέχρι και σήμερα...
Μετά το 1900 αρχίζει η σταδιακή συρρίκνωση των μεταλλευτικών εργασιών. Το 1899 υπήρχαν 5.012 εργάτες, το 1910 - 3.201, το 1916 - 2.206, το 1917 - 1.500.

Μεγάλη Ιδέα

Με τον όρο Μεγάλη Ιδέα αναφερόμαστε στο πολιτικό και εθνικιστικό ιδεώδες που διαδόθηκε στον ελληνικό κόσμο από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και αποτελούσε τον άξονα της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας έως την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Κύριο θέμα της Μεγάλης Ιδέας ήταν η διεύρυνση των ελληνικών συνόρων για να περιλάβουν περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς που βρίσκονταν υπό ξένη κυριαρχία. Επί της ουσίας πρόκειται για αλυτρωτικό Ελληνικό οραματισμό, τον οποίο εμπνεύσθηκε ως όρο για δημαγωγικούς λόγους ο πρώτος Συνταγματικός πρωθυπουργός Ιωάννης Κωλέττης στα μέσα του 19ου αιώνα και στον οποίο στήριξε ολόκληρη την πολιτική του. Αναφέρεται στην προσπάθεια επανάκτησης των χαμένων εδαφών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και παρέμεινε ως στόχος ουσιαστικά όλων των Ελληνικών κυβερνήσεων μέχρι τον Αύγουστο του 1922, όταν και εγκαταλείφθηκε οριστικά μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Φεντερασιόν

Την επομένη του εορτασμού της πρώτης επετείου της νεοτουρκικής επανάστασης, στις 24.7.1909, ενώνονται ο Σοσιαλιστικός Εργατικός Σύνδεσμος (Ισραηλιτική Εργατική Λέσχη) με το βουλγαρικό Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο, δημιουργώντας τη Φεντερασιόν. Αν και πολύ σύντομα η πλειοψηφία των προερχόμενων από το Σοσιαλδημοκρατικό Κέντρο θα αποχωρήσει θα υπάρξουν κάποιοι εξαρχικοί που θα παραμείνουν στην οργάνωση, ενώ θα έχουμε και προσχωρήσεις. Πριν κλείσει ένα μήνα ζωής η νέα οργάνωση αποκτά κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο καθώς ο, εκλεγμένος με το Λαϊκό Ομοσπονδιακό Κόμμα του Γ. Σαντάνσκυ, Ντιμιτάρ Βλάχωφ γίνεται μέλος της, ενώ ταυτόχρονα θα καταφέρει να βγάλει και δική της εφημερίδα, αρχικά πάλι σε τέσσερις γλώσσες: Χορνάλ ντε λαβοραδόρ, Ραμπότσιντσκι βέστνικ, Εφημερίς του εργάτου, Αμελέ γκαζετεζί.

Έτσι ξεκινάει η θρυλική ιστορία της Φεντερασιόν που αν και σύντομη (ούτε καν μια δεκαετία ζωής δεν συμπλήρωσε), άφησε έντονα τα σημάδια της στα Βαλκάνια, αφού η ίδια αποτέλεσε τον άξονα της δημιουργίας του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ), ενώ στελέχη της που έφυγαν από τη Θεσσαλονίκη λόγω της εθνικής ομογενοποίησης που ακολούθησε τους Βαλκανικούς και τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα αριστερά κόμματα κι οργανώσεις της Βουλγαρίας, της Γιουγκοσλαβίας και της Τουρκίας.

Παραπομπές:
[1] Mark Mazower, Salonica City of Ghosts: Christians, Muslims and Jews 1430-1950, Harper, Λονδίνο 2004, σ. 287· βλ. και χτεσινό σημείωμα του Αφιερώματος 2012:http://www.alterthess.gr/content/afieroma-2012-giassassin-xoyrriet-ksespa-i-neotoyrkiki-epanastasi-1908.
[2] http://www.alterthess.gr/content/i-proti-ergatiki-protomagia-stin-



Ρώσικη Επανάσταση

Το 1905 στάθηκε η μεγάλη δοκιμή της επανάστασης του 1917. Πράγματι, τον Ιανουάριο τους έτους αυτού κηρύχτηκε γενική απεργία στα εργοστάσια της Πετρούπολης. Στις 9 Ιανουαρίου, ημέρα Κυριακή, χιλιάδες άοπλων με εικόνες και πορτρέτα του τσάρου συγκεντρώθηκαν στην πλατεία των χειμερινών ανακτόρων της Πετρούπολης. Ο τσάρος δε δέχτηκε ν` ακούσει τα αιτήματα του πλήθους και διέταξε τη φρουρά του να διαλύσει τους συγκεντρωμένους, με αποτέλεσμα η χιονισμένη πλατεία να βαφτεί με το αίμα εκατοντάδων νεκρών.
Στις 15 Ιουνίου 1905 στασίασε και το πλήρωμα του καταδρομικού Ποτέμκιν. Στρατιωτικές στάσεις ακολούθησαν στην Κροστάνδη, στο στόλο του Εύξεινου, ενώ στις 7 Δεκεμβρίου ξέσπασε γενική απεργία στη Μόσχα, που εξελίχτηκε σε ένοπλη εξέγερση, η οποία τελικά πνίγηκε στο αίμα. Τα γεγονότα αυτά, μολονότι δεν πέτυχαν, έδωσαν την ευκαιρία στους αγρότες και στους εργάτες να οργανωθούν σε σοβιέτ και να προετοιμάζονται κατάλληλα για το αποφασιστικό και νικηφόρο χτύπημα. Στο μεταξύ ο τσάρος, κάτω από την πίεση των γεγονότων, παραχώρησε νομοθετικές συνελεύσεις (Δούμες), που τελικά απέτυχαν στο έργο τους, λόγω της αντίδρασης του τσάρου στις μεταρρυθμίσεις και του απολυταρχικού πρωθυπουργού του Στολίπιν.
Η Φεβρουαριανή Επανάσταση.

Η εργατική επανάσταση άρχισε κατά το τέλος του Φεβρουαρίου του 1917 στην Αγία Πετρούπολη με τεράστιες απεργίες και δυναμικές διαδηλώσεις, που αργότερα εξελίχτηκαν σε οργανωμένο επαναστατικό κίνημα. Ο πρόεδρος της τέταρτης Δούμας Ροντζιάνκο μαζί με την εκτελεστική επιτροπή του σοβιέτ ζήτησαν την παραίτηση του τσάρου Νικόλαου Β΄, ο οποίος εγκατέλειψε την εξουσία στις 15 Μαρτίου 1917, χωρίς ο διάδοχός του δούκας Μιχαήλ Αλεξάνδροβιτς, να δεχτεί τις ευθύνες του θρόνου. Έτσι ανατράπηκε οριστικά η μοναρχία στη Ρωσία και μαζί της η φεουδαρχική απολυταρχία. Προσωρινά ανέλαβε πρωθυπουργός ο πρίγκιπας Λβοφ, ο οποίος αντιπροσωπεύοντας τα συμφέροντα της αστικής τάξης διακήρυξε ότι θα συνέχιζε την ένοπλη σύγκρουση με τη Γερμανία μέχρι την τελική νίκη της Ρωσίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και ότι θα εφάρμοζε φιλελεύθερο πολιτικό πρόγραμμα μεταπολεμικά. Οι υποσχέσεις αυτές δεν ικανοποίησαν το λαό, που ανέμενε ριζικές αλλαγές μέσα στις κακουχίες του πολέμου, της πείνας και της εξαθλίωσης. Η προλεταριακή επανάσταση είχε γίνει κοινή συνείδηση και μια αστική φιλελεύθερη δημοκρατία φαινόταν τόσο ξεπερασμένη το 1917, όσο επί τσαρισμού η συνταγματική μοναρχία.
Μέσα στο Μάρτιο η προσωρινή κυβέρνηση έδωσε γενική αμνηστία, η Φινλανδία ανακηρύχτηκε αυτόνομο κράτος, φυλακίστηκε η αυτοκρατορική οικογένεια, καταργήθηκε η θανατική ποινή, σταμάτησαν το φοβερά πογκρόμ κατά των Εβραίων, εφαρμόστηκε το οκτάωρο και χορηγήθηκε το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι στις γυναίκες. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο Λένιν επέστρεψε στη Ρωσία με σύνθημα τη μη υποστήριξη της καπιταλιστικής κυβέρνησης, την παύση του ιμπεριαλιστικού πολέμου και τη νίκη της κοινωνικής επανάστασης. Κι ενώ η κυβέρνηση κλονιζόταν και ο ρωσικός στρατός πιεζόταν συνεχώς από τους Γερμανούς, οι μπολσεβίκοι ενισχύθηκαν από τον Τρότσκι, το σπουδαιότερο μετά το Λένιν αρχηγό και οικοδόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση.

Τον Ιούλιο ο Λβοφ παραιτήθηκε και πρωθυπουργός ανέλαβε ο Κέρενσκι, που προκήρυξε εκλογές για το Νοέμβρη. Στο μεταξύ ο στρατιωτικός διοικητής της Πετρούπολης Κορνίλοφ επωφελήθηκε τόσο από τα στασιαστικά στρατιωτικά κινήματα του Ιουλίου, όσο και από την πολιτική χρεοκοπία του Κερένσκι και θέλησε να επιβάλει στρατιωτική δικτατορία. Το πραξικόπημα απέτυχε ολοκληρωτικά, κυρίως με τη συμβολή των οπλισμένων εργατικών μαζών κι έτσι η επανάσταση πέτυχε τη πρώτη της αποφασιστική νίκη. Το μέτωπο κατέρρεε, οι αγρότες οργανωμένοι επιτίθενται κατά των γαιοκτημόνων και στα σοβιέτ κυριαρχούσαν πλέον οι μπολσεβίκοι. Στις 25 Σεπτεμβρίου ο Τρότσκι εκλέχτηκε πρόεδρος του σοβιέτ της Πετρούπολης, ενώ στις 7 Οκτωβρίου ο Λένιν έφτασε κρυφά στην Πετρούπολη για να αναλάβει τη διεύθυνση της ένοπλης εξέγερσης. Στην ιστορική συνεδρίαση της 10 Οκτωβρίου της κεντρικής επιτροπής του Μπολσεβικικού κόμματος έγινε δεκτή η πρόταση του Λένιν για ένοπλη εξέγερση, με ψήφους 10 υπέρ και 2 (Ζινόβιεφ, Κάμενεφ) κατά.
Στις 24 Οκτωβρίου ξέσπασε πλέον η μεγάλη επανάσταση. Το πρωί η κυβέρνηση απαγόρευσε την κυκλοφορία του κεντρικού οργάνου των μπολσεβίκων "Ραμπότσι Πουτ" κι έστειλε θωρακισμένα αυτοκίνητα στο τυπογραφείο και στα γραφεία σύνταξης της εφημερίδας. Οι κόκκινοι φρουροί όμως και οι επαναστατημένοι στρατιώτες απέκρουσαν τα θωρακισμένα αυτοκίνητα και κατά τις 11 η ώρα η εφημερίδα κυκλοφόρησε με την προκήρυξη της ανατροπής της κυβέρνησης. Το βράδυ της ίδιας μέρας κι ενώ το υπουργικό συμβούλιο συνεδρίαζε στα χειμερινά ανάκτορα, η κόκκινη φρουρά της Πετρούπολης καταλάμβανε το κεντρικό τηλεγραφείο, τις γέφυρες, τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και την Κρατική Τράπεζα. Το καταδρομικό "Αυγή" μπήκε στο Νέβα κι έστρεψε τα πυροβόλα του στα ανάκτορα που ήταν έδρα της τελευταίας αστικής κυβέρνησης. Την άλλη μέρα τα ανάκτορα πολιορκήθηκαν και καταλήφθηκαν, η κυβέρνηση έπεσε, οι υπουργοί συνελήφθησαν και ο Κερένσκι δραπέτευσε. Και τυπικά πλέον η Ρωσική Επανάσταση επικράτησε.
Στις 25 Οκτωβρίου συνήλθε στο Σμόλνι το 2ο συνέδριο των σοβιέτ της Ρωσίας και αποφάσισε το πέρασμα της εξουσίας στα σοβιέτ και την έκδοση των δύο ιστορικών διαταγμάτων για την Ειρήνη και για τη Γη: "Η ιδιοκτησία των γαιοκτημόνων στη γη καταργείται από τη στιγμή αυτή χωρίς καμία αποζημίωση". Σχηματίστηκε το πρώτο Συμβούλιο των Επιτρόπων του Λαού (υπουργικό συμβούλιο), με το Λένιν ως πρόεδρο και τους Ρίκοφ, Μιλιούτιν, Τρότσκι, Λουνατσάρσκι και Στάλιν. Στις 2 Νοεμβρίου η σοβιετική κυβέρνηση δημοσίευσε τη διακήρυξη των δικαιωμάτων των λαών της Ρωσίας, ενώ η επανάσταση επικράτησε και στη Μόσχα κάτω από την καθοδήγηση του Μπουχάριν και του Σμιρνόφ. Αλλά μετά την πρώτη ηρεμία φούντωσε η αντίδραση κατά της νέας κατάστασης κυρίως με την υποστήριξη των ξένων εμπόλεμων δυνάμεων που δεν είδαν με καλό μάτι την κατάργηση των προνομίων τους στη ρωσική οικονομία, καθώς και με την εκμετάλλευση των μειονεκτημάτων της συνθήκης που αναγκάστηκε να συνάψει στο Μπρεστ-Λιτόφσκ το 1918 η Ρωσία με τους Γερμανούς. Σχηματίστηκαν γύρω από το νέο σοβιετικό κράτος πάμπολλα μέτωπα, ενώ οι εσωτερικές ανακατατάξεις και η νέα νοοτροπία δεν είχαν ακόμα γίνει καθεστώς.
Εμφύλιος

Στο μεταξύ στις 16 Ιουλίου 1918 εκτελέστηκε ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια, ενώ έκτακτη επιτροπή δημιουργήθηκε για την επιβολή της τάξης που ονομάστηκε Βετσέκα ή Τσεκά και αργότερα Γκεπεού. Οι εύποροι χωρικοί (κουλάκοι) εξεγέρθηκαν, όταν εθνικοποιήθηκαν οι μεταλλευτικές και μεταλλουργικές επιχειρήσεις και ιδρύθηκε το κρατικό μονοπώλιο σταριού. Ο Τρότσκι ανέλαβε τη δημιουργία ενός νέου ισχυρού στρατού για να αντιμετωπιστούν οι εξωτερικοί εχθροί. Η εκστρατεία της Κριμαίας που οργάνωσαν οι Άγγλοι και οι Γάλλοι το Δεκέμβριο του 1918 απέτυχε πλήρως (σ` αυτήν συμμετείχαν και Έλληνες). Ο ναύαρχος Κολτσάκ εξάλλου ανέλαβε το Σεπτέμβριο του 1918 τον αγώνα των αντεπαναστατών (Λευκών), που όμως δεν κατόρθωσαν να γίνουν αγαπητοί στους αγρότες, γιατί ταυτίζονταν με τους τσαρικούς. Παρόλα αυτά όμως κατόρθωσε να πλησιάσει το Βόλγα κατά το Μάρτιο και Απρίλιο του 1919. Το Φεβρουάριο όμως του 1920 δικάστηκε και τουφεκίστηκε. Στη δύση αφετέρου ο στρατηγός Γιούντενιτς με τη βοήθεια του αγγλικού στόλου και των Φινλανδών απειλούσε την Πετρούπολη, μέχρις ότου ο Τρότσκι κατάφερε να τον εξουδετερώσει. Άλλες αντεπαναστατικές ενέργειες από τους Ντενίκιν και Βράγκελ εξουδετερώθηκαν τελικά. Ο εμφύλιος πόλεμος φάνηκε πως είχε λήξει μόλις τον Οκτώβριο του 1920, οπότε η επανάσταση αποδύθηκε στην οικονομική ανασύνταξη και αναδιοργάνωση με σοσιαλιστικές αντιλήψεις.



ΓΣΕΕ

Η επίδραση της νίκης της Οκτωβριανής Επανάστασης στην Τσαρική Ρωσία και ο αέρας που έπνευσε παγκοσμίως έδωσε ώθηση στην ενότητα των εργατών και την οργάνωσή τους.
Έτσι το πρώτο Πανελλήνιο Εργατικό Συνέδριο, συνήλθε στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 1918. Οι συνεδριάσεις του πραγματοποιήθηκαν στο Βασιλικό Θέατρο. Πήραν μέρος 214 σωματεία με 180 αντιπροσώπους που αντιπροσώπευαν 65.000 οργανωμένους εργάτες.
Σκοπός του Συνεδρίου ήταν κυρίως, η ίδρυση της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας. Πρόεδρος του συνεδρίου ήταν Γ. Παπανικολάου αντιπρόσωπος ηλεκτροτεχνιτών του Πειραιά. Αποφασίστηκε αρχικά, η ίδρυση της ΓΣΕΕ με έδρα τον Πειραιά, ύστερα από αξίωση των Πειραιωτών αντιπροσώπων. Στον Πειραιά η έδρα της ΓΣΕΕ έμεινε 20 χρόνια.
Το 1930 μεταφέρθηκε στην Αθήνα όταν αγοράστηκε από την εργατική εστία το κτίριο στην οδό Πατησίων 69 όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Το κύριο χαρακτηριστικό του πρώτου συνεδρίου ήταν ότι υπήρχαν πολλές τάσεις.
Τρεις ήταν οι κυριότερες: Η πρώτη τάση, εκφραζόταν από την ομάδα του Μαχαίρα, ή το "κόμμα" των Πειραιωτών, όπως λέγανε, και αποτελείτο από διάφορα ανομοιογενή στοιχεία, δεξιά, δεμένα με τα αστικά κόμματα και αντιπροσωπεύονταν κυρίως από τους φορτοεκφορτωτές, λιμενεργάτες και αντιπροσώπους των νησιών. Αυτή η τάση υποστήριζε ότι τα σωματεία πρέπει να μείνουν μακριά από κάθε πολιτική και ήταν κατά της αρχής της πάλης των τάξεων.
Η δεύτερη τάση (κεντριστική ή ανεξάρτητη) αποτελείτο κυρίως από τα Εργατικά Κέντρα Αθηνών, Πατρών, Κέρκυρας, τους ναυτεργάτες, ξενοδοχοϋπαλλήλους, μαγείρους και λίγα σωματεία της Πελοποννήσου και των νησιών. Υποστήριζε ότι ο αγώνας για την βελτίωση των όρων ζωής της εργατικής τάξης δεν έπρεπε να συνδέεται με πολιτικά ζητήματα για την πολιτική ανεξαρτησία και χειραφέτηση της τάξης.
Η Τρίτη τάση που ήταν και η ισχυρότερη, η σοσιαλιστική, εκφραζόταν κυρίως από τα στελέχη της "Φεντερασιόν" από την Θεσσαλονίκη ,τους Θεσσαλούς και τους αντιπροσώπους των σιγαροποιών, των ηλεκτροτεχνιτών και άλλων επαγγελμάτων Αθηνών και Πειραιώς. Υποστήριζε ότι η εργατική τάξη είναι ιδιαίτερη τάξη και αντίπαλη της αστικής με την οποία μάχεται. Πρέπει να έχει την δική της μαχητική οργάνωση και να μην ενδιαφέρεται μόνο για την διεκδίκηση των άμεσων αιτημάτων αλλά να τα συνδέει με την γενική πάλη για την ανατροπή της εξουσίας και την κατάληψη της από τους ίδιους του εργάτες δια μέσου ενός σοσιαλιστικού κόμματος.
Παρά το ότι οι σοσιαλιστές κατάφεραν να περάσουν τις δικές τους αποφάσεις όπως η αρχή της πάλης των τάξεων και ότι η ΓΣΕΕ είναι έξω από κάθε αστική επιρροή (με 158 ψήφους υπέρ, 21 κατά και 1 αποχή), στη διοίκηση υπερτερούν οι πρώτοι με επικεφαλής τον βενιζελικό Μαχαίρα, οι οποίοι είχαν και την κυβερνητική υποστήριξη.
Η πρώτη διοίκηση της ΓΣΕΕ ήταν ενδεκαμελής και χωρίστηκε σε τρεις τάσεις: Η πρώτη με επικεφαλής τον Μαχαίρα, φανατικό οπαδό του Βενιζέλου, η δεύτερη με επικεφαλής τον Αβραάμ Μπεναρόγια η οποία ακολούθησε το νεοϊδρυμένο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ-ΚΚΕ) και η τρίτη με τους Ηλία Δελαζάνο και Αχ. Χατζημιχάλη (Αθηνών), η οποία ακολούθησε την σοσιαλιστική ομάδα του Γιαννιού.
Γενικός Γραμματέας της Γ.Σ.Ε.Ε. εξελέγη ο Ευάγγελος Μαχαίρας και γραμματείς οι Ηλίας Δελαζάνος και Ν. Ιωαννίδης.
Μετά το Πανεργατικό Συνέδριο δημιουργήθηκαν πολλές Ομοσπονδίες: Βυρσοδεψεργατών, Υποδηματεργατών, Μυλεργατών και Μακαρονοποιών, Αρτεργατών, Τύπου κ.λ.π.
Η ελπίδα για ενότητα και δύναμη γεννιέται στην εργατική τάξη. Η ΓΣΕΕ αρχίζει την δράση της. Η δεξιά παράταξη του Μαχαίρα, φιλική προς τον Βενιζέλο δεν μπορεί να ανεχθεί τους σοσιαλιστές στις γραμμές της ΓΣΕΕ, επειδή θέλει να προσκολλήσει την εργατική οργάνωση στο κυβερνητικό κόμμα και έτσι ετοιμάζει μαζί με την κυβέρνηση την αποπομπή τους.
Την Πρωτομαγιά του 1919, το ΣΕΚΕ -ΚΚΕ συνδεδεμένο με την ΓΣΕΕ καλεί τα σωματεία σε κοινή εκδήλωση. Οι έξι της Διοίκησης επηρεαζόμενοι από τους βενιζελικούς με επικεφαλής τον Μαχαίρα διαφώνησαν. Οι 6 διέγραψαν τους 5 σοσιαλιστές.
Οι 5 συγκαλούν στις 3/5/1919 το Παγκρατικό Συμβούλιο της ΓΣΕΕ, ανώτερο όργανο μεταξύ 2 συνεδρίων. Ενέκρινε την δράση τους και αποδοκίμασε τους 6.
Λόγω αυτής της δραστηριότητας η κυβέρνηση Βενιζέλου διέταξε την σύλληψη των σοσιαλιστών. Μόνο ο Γ. Παπανικολάου κατάφερε να διαφύγει. Οι υπόλοιποι εξορίστηκαν στην Φολέγανδρο.
Την ίδια μέρα κηρύχτηκε πανεργατική απεργία από τους αναπληρωτές τους. Είναι η πρώτη μεγάλη πολιτική απεργία. Στη συνέχεια προσχώρησαν στην οργάνωση του 2ου Συνεδρίου της ΓΣΕΕ.



ΣΕΚΕ


1ο Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο – Ίδρυση του ΣΕΚΕ

Συγκλήθηκε στα γραφεία του συνδέσμου μηχανικών ατμοπλοίων στον Πειραιά στις 4-10 Νοεμβρίου 1918 και κατέληξε στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας. Η ονομασία δήλωνε τον εργατικό, προλεταριακό χαρακτήρα του. Ήταν η 1η φορά στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας που εμφανιζόταν ταξικό κόμμα, μη προσωποπαγές και διαταξικό όπως έως τότε συνέβαινε. Εκπροσωπούσε (και το διατράνωσε αυτό) μια μόνο τάξη, την εργατική και δήλωνε ιδεολογική ευθυγράμμιση με παγκόσμιο κίνημα ενώ εξέφραζε επαναστατική προοπτική. Η οργάνωση του προϋπέθετε σταθερότητα και συνοχή με ενεργό δράση των μελών και όχι τυχαία, ευκαιριακή κινητοποίηση οπαδών και ψηφοφόρων.


3. ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΥΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ (1910-1922)
Πολεμικές ενέργειες 1910-1922

Ένας νέος 18 ετών που στρατεύτηκε το 1904 ,βρήκε μπροστά του τον Μακεδονικό Αγώνα και πολέμησε σε αυτον τέσσερα χρόνια.
Αν υποθέσουμε πως επιβίωσε το 1908 που τελείωσε ο πόλεμος ,ο νέος αυτός δεν αποστρατεύτηκε ,αλλά συνέχισε να υπηρετεί ευρισκόμενος σε συνεχή επιφυλακή όπως γίνεται πάντα μετά από ένα πόλεμο.
Φτάνουμε λοιπόν στην επίμαχη περίοδο 1910-1922 όπου ο νέος μας θα πολεμήσει στους Βαλκανικούς του 1912-13, κατόπιν θα τεθεί εκ νέου επιφυλακή από το 1915 μέχρι το 17 γιατί στην Ελλάδα έχει ξεσπάσει Διχασμός ενώ παράλληλα στον κόσμο έχει ξεκινήσει από το 1914 ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.
Ο νέος αυτός θα κληθεί να μετάσχει σε αυτόν τον πόλεμο μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες το 1917 όταν η Ελλάδα θα μπει στο πλευρό των Αγγλογάλλων και θα πολεμήσει μέχρι το 1918.
Και πάνω που νόμιζε πως μετά τη λήξη του πολέμου θα απολαύσει τα αγαθά της ειρήνης ,θα κληθεί ξανά απο τον Βενιζέλο στις επάλξεις για την αποβίβαση στη Μικρά Ασία το 1919, κάτι που θα σηματοδοτήσει την Μικρασιατική περιπέτεια και θα τελειώσει το 1922 με τις γνωστές συνέπειες.

Βενιζελισμός

Ως βενιζελισμός ορίζεται ένα ευρύ κίνημα σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, το οποίο αποτέλεσε το φορέα μιας συνεπούς και δυναμικής προσπάθειας καθολικού αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας συνδυασμένου με μια ορισμένη αντίληψη της εθνικής ολοκλήρωσης και του περιεχομένου της Μεγάλης Ιδέας.
Το πολιτικό περιεχόμενο του βενιζελισμού, η "ανόρθωση", συνίστατο στη στόχευση δημιουργίας ενός κράτους δικαίου, με σύγχρονες κοινωνικές, οικονομικές, διοικητικές λειτουργίες και ικανού να ενσωματωθεί οικονομικά και πολιτιστικά στη Δύση, να εξευρωπαϊστεί. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια διαμόρφωσης της ελληνικής κοινωνίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος και κατά τα πρότυπα των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών.
Αυτός ο αστικός εκσυγχρονισμός και ο εξευρωπαϊσμός συνδυάζονται αδιάσπαστα από την πρώτη στιγμή, το 1910, με τον αλυτρωτισμό. Oι δύο στόχοι διαπλέχτηκαν και υπηρέτησαν ο ένας τον άλλο. Η εσωτερική οργάνωση, ο διοικητικός και πολιτικός εκσυγχρονισμός και η οικονομική ανάπτυξη της χώρας γίνονταν αντιληπτά ταυτόχρονα ως αίτια και αποτελέσματα της εδαφικής επέκτασης. Και τα δυο πάντως, και η εσωτερική ανόρθωση και η εδαφική επέκταση, υπηρετούν το στόχο της δημιουργίας ενός εκσυγχρονισμένου ευρωπαϊκού κράτους, ενσωματωμένου στην ιδεολογικοπολιτική και οικονομική πραγματικότητα που εξέφραζε η Δυτική Ευρώπη.

Αστικός εκσυγχρονισμός επί Βενιζέλου

Η προσωπικότητα του Βενιζέλου και η ιδεολογία του συνετέλεσαν στην πρακτική εφαρμογή του «αστικού» και κατ’ επέκταση του κρατικού εκσυγχρονισμού. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο κρατικός εκσυγχρονισμός επηρεάζει τον τρόπο ζωής, την έκφραση και τη σκέψη της νεοελληνικής κοινωνίας.

Η επίδραση αυτή εντοπίστηκε εξίσου στον δημόσιο και στον ιδιωτικό βίο των Ελλήνων. Από το 1910 (έτος ανόδου του Βενιζέλου στην εξουσία) ως το 1920 (ήττα των βενιζελικών στις εκλογές ― επιστροφή του Κωνσταντίνου στην Ελλάδα), ο εκσυγχρονισμός συνδέθηκε και με την ενοποίηση της χώρας μας, πιο συγκεκριμένα με την επέκταση των ορίων της ελληνικής επικράτειας και την απελευθέρωση των κατεχομένων από άλλες δυνάμεις εδαφών. Η ενοποίηση προσέφερε στον αναδυόμενο εκσυγχρονισμό την απαραίτητη και έκτοτε αναντικατάστατη πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίησή του. Η ιδεολογία του Βενιζελισμού εξετάζεται σε δύο φάσεις, στην πρώτη πρωθυπουργία, της περιόδου 1910-1920, και στη δεύτερη, της περιόδου 1928-1932.

Κατά την περίοδο 1910-20, ο αστικός εκσυγχρονισμός συνυπήρχε με τον αλυτρωτισμό, ο οποίος επικεντρώθηκε στην εφαρμογή της «Μεγάλης Ιδέας». Κατά την περίοδο 1928-32, η «Μικρασιατική Καταστροφή», με όλα τα παρεπόμενά της, άσκησε επίδραση στην τότε ελληνική πολιτική και κοινωνία, ώστε να αλλάξει και το περιεχόμενο του Βενιζελισμού. Ο αστικός εκσυγχρονισμός της δεύτερης περιόδου συνδέθηκε με την «οικοδόμηση ενιαίου κράτους», με ιδεολογικό επιστέγασμα την «αβασίλευτη δημοκρατία», στην οποία ο Βενιζελισμός επιχείρησε να προσδώσει ευρύτερο ιδεολογικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Στο σημείο αυτό θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στη μεταρρυθμιστική πολιτική της πρώτης πρωθυπουργίας του Εθνάρχη.

Μεγάλη Ελλάδα

Στο δημαρχιακό μέγαρο των Σεβρών, στην όχθη του Σηκουάνα πέντε χιλιόμετρα από το κέντρο των Παρισίων, υπογράφηκαν στις 10 Αυγούστου 1920 οκτώ συνολικά συνθήκες ή συμφωνίες, τέσσερις από τις οποίες αφορούσαν άμεσα την Ελλάδα. Σημαντικότερη από αυτές, η συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία, που συνέπεσε με την έβδομη επέτειο της συνθήκης του Βουκουρεστίου, κάτι που ο Βενιζέλος ανέφερε με πρόσθετη υπερηφάνεια στο διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό. Το μέγεθος του ελληνικού θριάμβου ήταν όντως τεράστιο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαμελιζόταν, τιθέμενη υπό συμμαχική απαγόρευση, ενώ η Ελλάδα αποκτούσε -χωρίς υπολογισμό τής υπό εντολήν ακόμα ζώνης στη Μικρά Ασία- πληθυσμό 5.531.474 και έκταση 150.833 τ. χλμ, τη μεγαλύτερη στην ιστορία της. Προσαρτούσε όλη τη Θράκη, σχεδόν ώς την Τσατάλτζα, τα νησιά του βορείου Αιγαίου (Ιμβρο, Τένεδο, Λήμνο, Σαμοθράκη, Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία), και -από την Ιταλία, στην οποία τα παραχωρούσε η Τουρκία- το Καστελλόριζο και τα Δωδεκάνησα εκτός της Ρόδου, που θα έχαιρε ευρείας αυτονομίας ώσπου η Αγγλία να παραχωρήσει στην Ελλάδα την Κύπρο, και εν πάση περιπτώσει όχι πριν από 15 χρόνια. Η Σμύρνη και σημαντική ενδοχώρα -22.936 τ. χλμ. με πληθυσμό 960.000- παρέμεναν υπό τουρκική επικυριαρχία (suzerainty), αλλά μόνο για πέντε χρόνια, αφού δημοψήφισμα που θα διεξαγόταν το 1925 σίγουρα θα ενέκρινε την προσάρτησή τους στην Ελλάδα. Τότε, η έκτασή της θα έφθανε τις 174.000 τ. χλμ. και ο πληθυσμός της τα 6.500.000.

Σταφιδική κρίση

Με την άφιξη του 1899 είχε ήδη ανατείλει το έβδομο έτος από την έναρξη της μεγάλης σταφιδικής κρίσης που έπληξε, κατά κύριο λόγο, τους σταφιδοκαλλιεργητές καθώς και όλα τα κοινωνικά στρώματα στις σταφιδοπαραγωγούς περιοχές της Βορειοδυτικής Πελοποννήσου στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Η σταφιδική κρίση ξέσπασε το 1893 ως απόρροια της μονοκαλλιέργειας και της μονοεξαγωγής της σταφίδας σε συνάρτηση με τη γενική οικονομική δυσπραγία της χώρας και τις αντίξοες διεθνείς συγκυρίες.
Η αλόγιστη επέκταση των σταφιδαμπελώνων καθ' όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ακολουθώντας συγκυριακές ανάγκες κατανάλωσης της σταφίδας, είχε ενταθεί με το άνοιγμα της γαλλικής αγοράς, την οποία οι σταφιδοπαραγωγοί της Πελοποννήσου περιέβαλλαν με υπέρμετρη αισιοδοξία για μόνιμη διοχέτευση του προϊόντος τους. Ενώ όμως η αγγλική αγορά, όπου η σταφίδα χρησιμοποιείτο σε ξηρά μορφή στη ζαχαροπλαστική για την κατασκευή διαφόρων γλυκισμάτων και κυρίως για την κατασκευή της παραδοσιακής πουτίγκας, που καταναλωνόταν ευρύτατα και από τα λαϊκά στρώματα, ήταν μόνιμη και σταθερή, η απορρόφηση της σταφίδας από τη Γαλλία, όπου χρησιμοποιείτο για την παρασκευή οίνων λαϊκής κατανάλωσης, είχε ημερομηνία λήξεως, εφόσον οφειλόταν στην καταστροφή των γαλλικών αμπελώνων από τη φυλλοξήρα. Η ανάκαμψη των γαλλικών αμπελώνων από την ασθένεια είχε ως αποτέλεσμα να κλείσει απότομα η γαλλική αγορά όσο απότομα είχε ανοίξει. Οι συνέπειες αυτού του γεγονότος υπήρξαν καταστροφικές για τη χώρα εφόσον πλέον υπήρχε ένα μόνιμο ετήσιο πλεόνασμα στην παραγωγή της κορινθιακής σταφίδας το οποίο ήταν αδύνατον να καταναλωθεί.



Μετανάστευση στις ΗΠΑ

Στις αρχές του 20ου αιώνα, εμφανίστηκε το πρώτο μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από την Ελλάδα προς τις ΗΠΑ και μόνο στην περίοδο 1890-1917, περίπου 450.000 Έλληνες έφτασαν στις ΗΠΑ. Υπολογίζεται ότι κατά την περίοδο αυτή, περισσότεροι από δέκα τέσσερα εκατομμύρια Ευρωπαίοι πέρασαν στην Αμερική, αναζητώντας βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου και των συνθηκών εργασίας. Εκείνο το μεταναστευτικό ρεύμα ανακόπηκε το 1917, ύστερα από την είσοδο της Αμερικής στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην αρχή, η μετανάστευση από την Ελλάδα είχε προσωρινό χαρακτήρα. Οι άνθρωποι ξενιτεύονταν για λίγα χρόνια και επέστρεφαν στις οικογένειές τους. Αργότερα η μετανάστευση έλαβε μόνιμο χαρακτήρα .
Ανάλογη ήταν η ροή προς την Αμερική μεταναστών από τη Μακεδονία, με την ιδιαιτερότητα πως μέχρι την απελευθέρωσή της, οι Έλληνες της Μακεδονίας έπαιρναν το δρόμο της φυγής ωθούμενοι όχι μόνο από οικονομικά αίτια, όπως οι Έλληνες της ελεύθερης Ελλάδας, αλλά και από πολιτικούς λόγους. Η απέχθεια των υπόδουλων Μακεδόνων προς το δυνάστη και τη βάρβαρη συμπεριφορά του, ενδυνάμωνε τον πατριωτισμό τους με συνέπεια να μην μπορούν να ανεχθούν περαιτέρω της καταπιέσεις. Κοντά σε αυτές, ήταν και η δράση των ένοπλων βουλγαρικών ληστρικών συμμοριών πριν και κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, που δημιουργώντας ένα αίσθημα ανασφάλειας, οδηγούσε στη φυγή τους Έλληνες της Μακεδονίας .

Βαλκανικοί πόλεμοι

Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν δύο πόλεμοι που έγιναν στα Βαλκάνια το 1912-1913 στους οποίους αρχικά η Βαλκανική Συμμαχία (Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα και Βουλγαρία) επιτέθηκε και απέσπασε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία την Μακεδονία και το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, ενώ στη συνέχεια, μετά τις διαφωνίες μεταξύ των νικητών για τον τελικό διαμοιρασμό των εδαφών, ξέσπασε δεύτερος πόλεμος (αυτή τη φορά με τη συμμετοχή και της Ρουμανίας) από τον οποίο εξήλθε ηττημένη η Βουλγαρία, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που είχε αρχικά κατακτήσει.



Ίχνος από την παρουσία των Εβραίων στα Ιωάννινα



4. Ο Α' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Θα περίμενε κανείς εδώ σε αυτό το κεφάλαιο να διαβάσει κάτι για τον παγκόσμιο πόλεμο ,έτσι για να αποκτήσει και λίγο σασπένς το βιβλίο , αλλά φευ...
Άλλωστε ιστορία χωρίς σκοτωμούς ,τι σόι ιστορία είναι;
Ο καλός συγγραφέας λοιπόν ξεκινά να μας εξιστορεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εισήλθε η Ελλάδα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο επαναλαμβάνοντας πέντε ολόκληρες φορές το θέμα του διχασμού με διαφορετικά λόγια.(βλ. η σύγκρουση του Παλατιού με τον Βενιζέλο, ο Διχασμός όπως ονομάστηκε...)
Και κατόπιν ήρθαν τα δάνεια.
Πάμε να τα δούμε.

Ιδιόμορφος Θεωρητικός Δανεισμός

Το 1917 χορηγήθηκε στην Ελλάδα δάνειο από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία, συνολικού ύψους 100.000.000 φράγκων για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού υπό δυσμενέστατους όρους και στη συνέχεια συνήφθησαν και άλλα δάνεια 50.000.000 φράγκων (Συμμαχικές Πιστώσεις και Κράτος, Εθνική Τράπεζα 1917-1928, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, του Νίκου Παντελάκη)...

Παρά το γεγονός ότι τα ποσά αυτά θεωρούνταν υψηλά για την εποχή, ο δανεισμός της Ελλάδας ξέφυγε κυριολεκτικά αφού το 1918 αναγκάστηκε να δανεισθεί άλλα 700.000.000 φράγκα για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών. Ολα τα ανωτέρω δάνεια πληρώθηκαν «χρυσά».

Η εκστρατείες στη Ουκρανία και την Κριμαία αναφέρονται στο ίδιο γεγονός αν και το βιβλίο με τον τρόπο που το παρουσιάζει αφήνει λανθασμένα να εννοηθεί πως πρόκειται για δύο διαφορετικά γεγονότα.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος,λοιπόν, με προτροπή των Γάλλων, αποστέλλει χιλιάδες έλληνες στρατιώτες στη μεσημβρινή Ρωσία (σημερινή Ουκρανία) στις αρχές του 1919, για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Η επιχείρηση θα σημειώσει παταγώδη αποτυχία.
Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις 5 Δεκεμβρίου του 1918. Ο γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ ζήτησε από τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις, με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της χώρας του υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος ζύγισε την κατάσταση, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία και προβλέψιμος ο κίνδυνος αντεκδικήσεων από τους Μπολσεβίκους, και απάντησε θετικά στο αίτημα του Κλεμανσώ.
Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 Μαρτίου 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού.
Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταμού Δνείστερου για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τον Ιούνιο του 1919 το Α' Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.
Η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας δεν δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν ευοδώθηκαν, αφού μεσολάβησε η Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας, που θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές και πολλά μέλη της αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.


Εκλογική ήττα Βενιζέλου το Νοέμβρη του 1920

Οι Ελληνικές βουλευτικές εκλογές του 1920 διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Την απόφαση της διεξαγωγής τους έλαβε ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε αναλάβει πρωθυπουργός όχι από δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά κατά το Κίνημα Εθνικής Αμύνης, χωρίς να υπήρχε κάποιος έκτακτος ή σπουδαίος λόγος.
Αρχικά μετά τη διάλυση της Βουλής οι εκλογές αυτές προκηρύχθηκαν για τις 25 Οκτωβρίου του 1920.
Δεκατρείς όμως ημέρες πριν τη διεξαγωγή τους πέθανε αιφνίδια από δάγκωμα πιθήκου ο Βασιλιάς Αλέξανδρος. Έτσι στη θέση του ορίστηκε Αντιβασιλέας ο Ναύαρχος Κουντουριώτης. Τελικά οι εκλογές διεξήχθησαν στις 1 Νοεμβρίου 1920 και ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο παρατάξεις για πρώτη φορά στην Ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία, ακριβώς λόγω της πόλωσης που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Το ένα ήταν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων και το άλλο η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, η οποία ήταν η ένωση όλων των υπολοίπων κομμάτων (Κόμμα Εθνικοφρόνων, Συντηρητικό Κόμμα, Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, κ.α. μικρότερα), εκτός από το ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), που κατέβηκε στις εκλογές αυτόνομο, αλλά δεν εξέλεξε βουλευτές.
Από τις εκλογές αυτές νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις ενώ ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που πριν λίγους μήνες η Βουλή τον είχε ανακηρύξει "άξιον της Ελλάδος ευεργέτην και σωτήρα της πατρίδος", δεν εκλέχθηκε ούτε βουλευτής.
Κυβέρνηση σχηματίζει ο Δημήτριος Ράλλης και στις 24 Ιανουαρίου 1921 ο Ν. Καλογερόπουλος ενω στο Μικρασιατικό μέτωπο φαίνονται τα πρώτα σύννεφα. Στις 26 Μαρτίου 1921 ο Δ. Γούναρης και μετά στις 22 Μαρτίου ο Π. Πρωτοπαπαδάκης. Τον Αύγουστο επέρχεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά έχουμε κυβερνήσεις των Ν. Τριανταφυλάκου και Στ.Γονατά.
Σημειώνεται ότι σε αυτές τις εκλογές ψήφισαν για πρώτη και τελευταία φορά Έλληνες από τη μόλις απελευθερωμένη Ανατολική Θράκη.
Στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, καθώς και στη Δυτική και Ανατολική Θράκη, οι εκλογές διεξήχθησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με χάρτινο ψηφοδέλτιο αντί με σφαιρίδια. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε δηλώσει ότι οι Θράκες είναι εγγράματοι με μακρά παράδοση σε τέτοιου είδους διαδικασίες[1].
Μετά την αποτυχία του αυτή ο Ε. Βενιζέλος κατέφυγε στο Παρίσι. Το ίδιο έτος έχασε τις εκλογές και ο Κλεμανσό.
Για τη διενέργεια των εκλογών αυτών πολύ χαρακτηριστική και κατηγορηματική υπήρξε η άποψη που διατύπωσε ο μετριοπαθής πολιτικός Κ. Ζαβιτσιάνος που έγραψε:
"Η ενέργεια εκλογών το 1920 ουδαμόθεν εδικαιολογείτο. Μεγαλύτερον πολιτικόν σφάλμα ήτο αδύνατον να διαπραχθή".



Διχοτόμηση Δραχμής 1922

Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.

Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.

Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.

Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερός παραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».

Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.

Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.

Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.

Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός.



Διχοτόμηση του 1926 από Θεόδωρο Πάγκαλο
Τη 17η Ιανουαρίου 1926 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος είχε επισκεφθεί το Μενίδι. Κατά την ολιγόωρη παραμονή του εκεί έκανε δηλώσεις στους δημοσιογράφους για την εσωτερική κατάσταση της χώρας. Οι εκπρόσωποι του Τύπου τον ρώτησαν για την απότομη ανατίμηση του ξένου συναλλάγματος και ο δικτάτορας τους απάντησε: «η ανατίμησις του συναλλάγματος είναι τελείως αδικαιολόγητος και οφείλεται εις διαδόσεις περί εκδόσεως νέου χαρτονομίσματος μετά την διχοτόμησιν των εν κυκλοφορία ευρισκομένων χαρτονομισμάτων. Η Κυβέρνησις διατελεί εν γνώσει αυτών, οι οποίοι ευθύνονται διά τας ανωτέρω κακοβούλους διαδόσεις, εντός δε της αύριον θα λάβωμεν αυστηρότατα μέτρα εναντίον τους». Ακολούθως παρακάλεσε τους δημοσιογράφους να διαψεύσουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις φήμες περί εκδόσεως νέου χαρτονομίσματος, περί αναγκαστικού εσωτερικού δανείου και περί διχοτομήσεως του εν κυκλοφορία χαρτονομίσματος (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 18ηςΙανουαρίου 1926).

Μια βδομάδα όμως αργότερα, την 24η Ιανουαρίου 1926, ο Θ. Πάγκαλος διαψεύδοντας τις παραπάνω διαβεβαιώσεις του έλαβε ένα μέτρο, το οποίο από τους εχθρούς του χαρακτηρίστηκε ως «ληστεία μετά φόνου όλου του λαού». Με διάταγμα που εκδόθηκε οριζόταν ότι τα κυκλοφορούντα χαρτονομίσματα θα κόβονταν με το ψαλίδι κατά το ¼ και η αξία τους θα μειωνόταν κατά 25%. Για παράδειγμα, ένας που είχε στην κατοχή του 1000 δραχμές θα κατείχε στο εξής μόνο 750 δρχ.. Με το «εύρημα» αυτό το Δημόσιο μπορούσε να τυπώσει χαρτονόμισμα ίσης αξίας χωρίς να αυξηθεί ο όγκος του κυκλοφορούντος χρήματος. Και φυσικά το νέο χαρτονόμισμα θα περιερχόταν στα δημόσια ταμεία. Με τη ρύθμιση αυτή το κράτος άρπαξε από τις τσέπες των Ελλήνων 1.250.000.000 δραχμές. Για να χρυσώσει το χάπι, το διάταγμα όριζε ότι το κομμάτι του χαρτονομίσματος που ψαλιδιζόταν θα μπορούσε ο πολίτης να το ανταλλάξει στις τράπεζες με ομολογίες ίσης αξίας, οι οποίες θα του απέφεραν τόκο 6%. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι τις ομολογίες δεν μπορούσε να τις εξαργυρώσει. Έτσι του έμενε ως παρηγοριά ο ετήσιος τόκος. Έχανε δηλαδή στο χιλιάρικο 250 δραχμές και σε αντιστάθμισμα θα έπαιρνε 15 δραχμές το χρόνο.

Αλλά τα νέα οικονομικά μέτρα του Θεόδωρου Πάγκαλου που καταλήστευαν το λαό είχαν και συνέχεια. Κυκλοφορούσαν τότε έντοκα γραμμάτια δανείου, το οποίο είχε χορηγηθεί από τους πολίτες στην Εθνική Άμυνα, συνολικής αξίας 750.000.000 δραχμών. Τα γραμμάτια αυτά χρησιμοποιούνταν ως χαρτονομίσματα, δεδομένου ότι εξαργυρώνονταν από τις τράπεζες «άμα τη εμφανίσει τους». Όποιος ήθελε μπορούσε να καταθέσει σε μια τράπεζα ένα έντοκο γραμμάτιο και να εισπράξει αμέσως την αξία του σε δραχμές. Με απόφαση όμως που έλαβε το δικτατορικό καθεστώς τα γραμμάτια μετατρέπονταν και αυτά σε ομολογίες αναγκαστικού δανείου. Όποιος τα είχε στην κατοχή του θα περίμενε δέκα χρόνια, για να εξοφληθεί από το Δημόσιο. Έτσι ο Θ. Πάγκαλος δήμευσε συνολικά 2.000.000.000 δραχμές από τις αποταμιεύσεις του ελληνικού λαού (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 20ης Μαΐου 1980).

Η διχοτόμηση του χαρτονομίσματος που έκανε το 1926 το καθεστώς του Θ. Πάγκαλου ουσιαστικά ήταν επανάληψη ενός «κουρέματος» που είχε κάνει κατά το 1922 ο τότε υπουργός των Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης. Για να αντιμετωπίσει την οικονομική αιμορραγία, που προκαλούσε η συνεχιζόμενη Μικρασιατική Εκστρατεία, έφερε στη Βουλή την 21η Μαρτίου 1922 ένα νομοσχέδιο. Σύμφωνα μ’ αυτό επιτρεπόταν στην Κυβέρνηση να συνάψει εσωτερικό αναγκαστικό δάνειο μέχρι του ποσού των 1.500.000.000 δραχμών με επιτόκιο 7% (1ο άρθρο). Και τότε διχοτομήθηκε το χαρτονόμισμα και οι Έλληνες έχασαν το 50% των αποταμιεύσεών τους. Έναντι των χρημάτων που τους πήρε το κράτος τους έδωσε έντοκες ομολογίες, τις οποίες θα αποπλήρωνε εντός μιας εικοσαετίας (9ο άρθρο) (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 22ας Μαρτίου 1922). Ο Π. Πρωτοπαπαδάκης μετά τη Μικρασιατική καταστροφή παραπέμφθηκε σε δίκη, καταδικάστηκε σε θάνατο («η δίκη των έξι») και εκτελέστηκε το Νοέμβριο του 1922. Βασική κατηγορία εναντίον του ήταν η διχοτόμηση του χαρτονομίσματος. Και το αξιοπερίεργο είναι ότι στη σύνταξη του παραπεμπτικού βουλεύματος συμμετείχε ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, ο οποίος ήταν τότε πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής.


5. Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1922-1936

Εχουμε ένα καφάλαιο το οποίο καθαρά αναφέρεται στη Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση των προσφύγων στην Ελλάδα.
Εδώ ο μαθητής μπερδεύεται και δικαίως γιατί για το προσφυγικό έτσι και αλλίως υπάρχει ολόκληρη ενότητα με τριάντα και βάλε σελίδες.
Το διακριτικό σημείο για να καταλάβει ο υποψήφιος ότι του ζητείται κάτι από εδώ και όχι από τις σελίδες της ανάπτυξης του προσφυγικού ,είναι η χρονική αναφορά στην περίοδο 1922-1936.
Συνδιαστικές εδώ αποφεύγονται μεταξύ των κεφαλαίων γιατί οι συγγραφείς είναι διαφορετικά άτομα και ενίοτε με τα αντικρουόμενα γραπτά τους προκαλούν σύγχυση στους μαθητές που ούτως ή άλλως είναι αρκετά πιεσμένοι από τις συνθήκες .
Καλούνται για παράδειγμα εδώ οι μαθητές να απομνημονεύσουν νούμερα μετακινουμένων πληθυσμών ( 1.230.000 Έλληνες Χριστιανοί,45.000 Αρμένιοι) ενώ στη σελίδα 147 της ενότητας του προσφυγικού έχουν λιγοστέψει οι Έλληνες κατά 10.000 ,είναι 1.220.000 ενώ στην αμέσως προηγούμενη σελίδα οι Αρμένιοι έχουν γίνει 50.000.
Αναρρωτιέται κανείς προς τι τέτοια λεπτομέρεια και τελικά γιατί πρέπει να υπάρξει και εναλλακτική εκδοχή αυτής της λεπτομέρειας ;
Για τα πολλαπλά σύμπαντα των 610.000 μουσουλμάνων ,ας μη μιλήσουμε καλύτερα.

Ελονοσία Φυματίωση

Η Ελονοσία είναι λοιμώδης ασθένεια που προκαλείται από παρασιτικά πρωτόζωα του γένους Πλασμώδιο (Plasmodium) και η οποία μεταδίδεται στον άνθρωπο μόνο από το θηλυκό κουνούπι του γένους Ανωφελές (Anopheles) Το όνομά της προέρχεται από τις λέξεις έλος και νόσος, καθώς είχε παρατηρηθεί ότι η νόσος ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη γύρω από ελώδεις περιοχές. Διεθνώς αποκαλείται μαλάρια [malaria (από τις ιταλικές λέξεις: mal + aria = κακός αέρας)] από την πεποίθηση που επικρατούσε κάποτε ότι η ασθένεια προκαλούταν από τον 'κακό αέρα' κοντά στα έλη. Πριν από τη χρήση της κινίνης η ελονοσία ήταν συχνά ένα θανάσιμο κακό. Ακόμη και όταν η μορφή της ήταν ήπια επέφερε μια μείωση της ζωτικότητας και της απόδοσης των ανθρώπων.

Η φυματίωση προσβάλει συνήθως τον πνεύμονα, αλλά μπορεί να επηρεάσει και άλλα μέρη του σώματος. Η φυματίωση μεταδίδεται, όταν οι άνθρωποι που νοσούν από φυματίωση βήχουν, φταρνίζονται ή μεταδίδουν το σάλιο τους, μέσω του αέρα.[2] Οι περισσότερες λοιμώξεις είναι ασυμπτωματικές και λανθάνουσες. Όμως, περίπου μία στις δέκα λοιμώξεις σε λανθάνουσα μορφή εξελίσσεται τελικά σε ενεργό νόσο. Εφόσον η φυματίωση δεν αντιμετωπιστεί, αποβαίνει μοιραία για πάνω από το 50% των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί.Τα κλασικά συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από φυματίωση είναι ο χρόνιος βήχας με ίχνη αίματος στα πτύελα, ο πυρετός, η νυχτερινή εφίδρωση και η απώλεια βάρους. (Η φυματίωση (ΤΒ) ονομάστηκε στο παρελθόν «σαράκι», λόγω της απώλειας βάρους που υφίσταντο οι πάσχοντες. Η μόλυνση άλλων οργάνων προκαλεί ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων. Η διάγνωση της ενεργού φυματίωσης βασίζεται σε ακτινογραφία φυματίωσης, (κοινώς σε ακτινογραφία θώρακα, καθώς και σε μικροσκοπική εξέταση και μικροβιολογική καλλιέργεια των υγρών του σώματος.

Ανακήρυξη Δημοκρατίας 1924 από Παπαναστασίου

Στις 24 Μαρτίου, ο πρόεδρος της Βουλής Κωνσταντίνος Ρακτιβάν ανήγγειλε σε πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από τη βουλή ότι η δυναστεία των Γλύξμπουργκ κηρύσσεται έκπτωτη και ανακήρυξε αβασίλευτη δημοκρατία. Την επόμενη ημέρα, αυτό ψηφίστηκε και από τη βουλή καθώς και η διενέργεια δημοψηφίσματος για την κατάργηση της βασιλείας και την ανακήρυξη της δημοκρατίας[1]. Μερικές ημέρες μετά έγινε το Δημοψήφισμα του 1924 στο οποίο ο λαός ψήφισε 70% περίπου υπέρ της ανακήρυξης Αβασίλευτης Δημοκρατίας.
Η κυβέρνηση καταψηφίστηκε στις 19 Ιουλίου και παραιτήθηκε. Στις 24 Ιουλίου 1924 αντικαταστάθηκε από την Κυβέρνηση Σοφούλη.





Επεμβάσεις στρατού και πραξικοπήματα
Η περίοδος 1922-1936 χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη και διαρκώς διογκούμενη κρίση του κοινοβουλευτικού αντιπροσωπευτικού συστήματος η οποία (αναπόφευκτα) συνοδεύεται από κρίση των πολιτικών κομμάτων. Η κρίση των κομμάτων έχει ως κύρια έκφραση της την αστάθεια των κομματικών σχηματισμών τόσο της μοναρχικής όσο και της λεγόμενης «δημοκρατικής παράταξης».

Η πολιτική κρίση έμοιαζε αρχικά ότι αποτελούσε μια απλή συνέχεια του «εθνικού διχασμού» του 1916 και της «πολιτικοποίησης» του θρόνου, της ταύτισης δηλαδή του βασιλιά με τη συντηρητική πολιτική παράταξη. Όμως, οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν τη Μικρασιατική Καταστροφή, η απομάκρυνση του βασιλιά, η κατάργηση της βασιλείας και η ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1924, έκαναν αντιληπτό ότι η πολιτική κρίση είχε πολύ βαθύτερες ρίζες, ότι δεν επρόκειτο απλώς για μια κρίση στις σχέσεις του βασιλιά με το κοινοβούλιο και την κυβέρνηση. Η ανακήρυξη της δημοκρατίας δεν οδήγησε στο ξεπέρασμα της πολιτικής κρίσης. Αντίθετα, η κρίση εξακολούθησε να αγκαλιάζει το πολιτικό αντιπροσωπευτικό σύστημα στο σύνολο του.

Το πρόβλημα βρισκόταν στην «καρδιά» του ίδιου του κοινοβουλευτικού συστήματος και των αστικών πολιτικών κομμάτων: στην αδυναμία τους να «αντιπροσωπεύσουν» τη λαϊκή κοινωνική και πολιτική δυναμική, δηλαδή να την εντάξουν σε σταθερή και μακροπρόθεσμη βάση στην προοπτική των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του ελληνικού καπιταλισμού. Από το 1935 και μετά η κρίση παίρνει τη μορφή της ανοικτής κρίσης ηγεμονίας, καθώς καμία πολιτική μερίδα δεν είναι πλέον σε θέση να αναλάβει την πολιτική διακυβέρνηση.

Στην πορεία προς τη δικτατορία του Μεταξά τον Αύγουστο του 1936, όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα, και της «δημοκρατικής παράταξης», προετοίμαζαν στρατιωτικά πραξικοπήματα, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο ότι για τα αστικά κόμματα η υπεράσπιση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης είναι υπεράνω της υπεράσπισης του κοινοβουλευτισμού.


Η «δημοκρατική παράταξη» μηχανορραφεί,
αλλά αποτυγχάνει οικτρά
Τον Αύγουστο του 1928 προκηρύσσονται εκλογές στις οποίες ως αρχηγός των Φιλελευθέρων εμφανίζεται ξανά ο Βενιζέλος, που από το 1924 μέχρι το 1928 απείχε από την ενεργό πολιτική. Οι Φιλελεύθεροι συγκε­ντρώνουν, χάρη στο πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα, 225 από τις 250 έδρες της Βουλής. Πρόκειται για εκλογικό θρίαμβο, που ωστόσο, η κυβερνητική θητεία των Φιλελεύθερων που ακολουθεί θα εξανεμίσει την αρχική μεγάλη λαϊκή υποστήριξη (όπως άλλωστε συμβαίνει σχεδόν πάντα στον κοινοβουλευτισμό…).

Ο Βενιζέλος αντιλαμβάνεται εξ αρχής, με δεδομένο το μέγεθος των ταξικών αντιθέσεων που περιγράψαμε στην προηγούμενη δημοσίευσή μας, ότι το κεντρικό ζήτημα ήταν ο έλεγχος και η καταστολή του εργατικού κινήματος ως προϋπόθεση της σταθεροποίησης και ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Όρος για την οικονομική ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα ήταν τα χαμηλά μεροκάματα και η διατήρηση της αδυναμίας αντίδρασης του κόσμου της εργασίας. Με αυτά τα δεδομένα λοιπόν, το 1929 ένα χρόνο μόλις μετά τις εκλογές, η βενιζελική πλειοψηφία θα ψηφίσει το νόμο «περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών», δηλαδή το διαβόητο Ιδιώνυμο με το οποίο, μέχρι την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά, θα καταδικαστούν για τις ιδέες τους και την πολιτική και κοινωνική τους δράση περί τους 3.000 κομμουνιστές.

Η ξεκάθαρα ταξική πολιτική των Φιλελεύθερων αποξενώνει τα λαϊκά στρώματα από το κόμμα αυτό και στις εκλογές που έγιναν μετά το τέλος της τετράχρο­νης κυβερνητικής θητείας του Βενιζέλου, τον Σεπτέμβριο του 1932, οι Φιλελεύθεροι επέτυχαν πενιχρή νίκη επί του δεξιού Λαϊκού Κόμματος του Παναγή Τσαλδάρη, που το αποτελούσαν κατά μέγα μέρος βασιλικοί. Το αποτέλεσμα ήταν οι Φιλελεύθεροι να μην έχουν απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή, δεν μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση, και το Νοέμβριο ο Τσαλδάρης σχημάτισε κυβέρνηση μειοψηφίας. Ο Βενιζέ­λος εξανάγκασε τη νέα κυβέρνηση σε παραίτηση και προκηρύχτηκαν νέες εκλογές τον Μάρτιο του 1933. Όμως κι αυτή η τα­κτική ναυάγησε, γιατί το Λαϊκό Κόμμα κέρδισε 135 έδρες ενώ οι Φιλελεύθεροι 96. Η ήττα των Φιλελεύθερων οδήγησε τον Στρατηγό Νικόλαο Πλαστήρα να υποκινήσει πραξικόπημα τη νύχτα της 5ης προς 6η Μαρτίου με ενθάρρυνση του ίδιου του Βενιζέλου. Το πραξικόπημα απέτυχε οικτρά.

Το πραξικόπημα του Πλαστήρα είχε καταστρεπτικές συνέπειες για το ελληνικό πολι­τικό σύστημα. Αρκετοί από τους πρώην υποστηρι­κτές του Βενιζέλου είχαν γίνει τώρα σκληροί αντίπαλοι του. Στις 6 Ιουνίου του 1933 έγινε απόπειρα εναντίον της ζωής του Βενιζέλου με μια περιπετειώδη καταδίωξη αυτοκινήτων στο δρόμο Αθήνας-Κηφισιάς. Αποτέλεσμα ήταν να σκοτωθεί ο σωματοφύλακας του και να τραυματιστεί η γυναίκα του.

Ένα νέο πραξικόπημα έγινε την πρώτη Μαρτίου του 1935, σχεδιασμένο και αυτό από βενιζελικούς αξιωματικούς (ο Βενιζέλος όχι απλά γνώριζε αλλά και είχε αποδεχθεί την αρχηγία του πραξικοπήματος). Παρόλο που οργανώθηκε σε μεγαλύτερη κλίμακα από το προηγούμενο, το πραξικόπημα του 1935 κατέληξε κι αυτό σε μια εξευτελιστική αποτυχία. Τρεις αξιωματικοί του στρατού εκτελέσθηκαν για την ανάμιξη τους και περισσότεροι από χίλιοι αποστρατεύθηκαν. Αυτές υπήρξαν και οι πιο μαζικές αποστρατεύσεις που είχαν γίνει μέχρι τότε στις ένοπλες δυνάμεις και έτσι απέμεινε στο στρατό ένα σώμα αξιωματικών με καθαρά δεξιό (έως ακροδεξιό) προσανατολισμό. Αμέσως μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος και λογοκρισία στον τύπο.


Ο δρόμος προς τη δικτατορία Μεταξά
Στις εκλογές του Ιουνίου του 1935 οι βενιζελικοί ηττήθηκαν κατά κράτος με αποτέλεσμα τη μεγάλη νίκη του Λαϊκού Κόμματος, το οποίο κέρδισε 281 έδρες σε μια Βουλή 300 εδρών, ενώ η Βασιλική Ένωση του Μεταξά κέρδισε 7 έδρες.

Ο Κονδύλης αναλαμβάνει πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του ανακοινώνει την κατάργηση της δημοκρατίας στην εθνοσυνέλευση. Στις 3 Νοεμβρίου πραγματοποιείται «δημοψήφισμα». Το αποτέλεσμα, φανερά νοθευμένο, ήταν 1.491.992 ψήφους υπέρ της παλινόρθωσης της βασιλείας και 32.454 κατά. Ο Βενιζέλος όχι μόνο αποδέχεται το νόθο αποτέλεσμα, αλλά επιπλέον από τη Γαλλία συνέστησε την «καλοπροαίρετη ανοχή»(!) της μοναρχίας.

Ο βασιλιάς επιστρέφει στην Ελλάδα, υποτίθεται, ως η ενσάρκωση της «εθνικής συμφιλίωσης» και επιχειρεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα, να επιτύχει την προσέγγιση των δυο αστικών παρατάξεων. Το πολιτικό αδιέξοδο επιβεβαιώνεται στις εκλογές που ακολουθούν. Στις εκλογές του Ιανουαρίου 1936, το Φιλελεύθερο κόμμα (οι βενιζελικοί) εξέλεξαν 141 βουλευτές, το Λαϊκό κόμμα 143 και το ΚΚΕ (Λαϊκό Μέτωπο) 15.

Το εκλογικό αποτέλεσμα μετατρέπει το ΚΚΕ σε ρυθμιστικό παράγοντα στο κοινοβούλιο. Τόσο ο Τσαλδάρης, αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος, όσο και ο αντίπαλος του Θεμιστοκλής Σοφούλης του Φιλελεύθερου κόμματος αρχίζουν μυστικές διαπραγματεύσεις με το ΚΚΕ.

Στις 19 Φεβρουαρίου του 1936 ο Σοφούλης και ο αντιπρόσωπος του Λαϊκού Μετώπου Στέλιος Σκλάβαινας έκλεισαν μυστική συμφωνία: το Λαϊκό Μέτωπο υποσχέθηκε να ψηφίσει τον Σοφούλη για πρόεδρο της βουλής και να υποστηρίξει την κυβέρνηση του. Ο Σοφούλης υποσχέθηκε σ’ αντάλλαγμα ότι θα πρότεινε μέσα σ’ ένα μήνα διάφορα νομοσχέδια, όπως τη μείωση της τιμής του ψωμιού, την αναστολή της εξόφλησης των χρεών των μικροκτηματιών, αμνηστία για τους πολιτικούς κρατούμενους και εξόριστους, κατάργηση της μυστικής αστυνομίας που είχε ιδρυθεί πρόσφατα, διάλυση των φασιστικών οργανώσεων και διατήρηση του αναλογικού εκλογικού συστήματος.

Με βάση τη συμφωνία, στις 6 Μαρτίου ο Θεμιστοκλής Σοφούλης έγινε πρόεδρος της βουλής με τις ψήφους του Λαϊκού Μετώπου. Η τακτική των μυστικών συμφωνιών με αστικά πολιτικά κόμματα, την οποία ακολούθησε και το ΚΚΕ, ήταν αποτέλεσμα της στρατηγικής που είχε χαράξει η σταλινική Κομιντέρν (η Κομμουνιστική Διεθνής).

6. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

Ένα κεφάλαιο που γυρίζει γύρω από την έννοια του μεσοπολέμου η οποία πιθανότατα για πρώτη φορά εμφανίζεται στο μαθητικό κοινό.
Το βιβλίο της ιστορίας σε αυτή την πρώτη ενότητα των οικονομικών του εικοστού αιώνα παλινδρομεί ανάμεσα σε κεφάλαια των τριών σελίδων και σε κεφάλαια,όπως αυτό , της μισής μετά βίας σελίδας μπερδεύοντας για άλλη μια φορά τους μαθητες οι οποίοι δεν έχουν ένα σταθερό σημείο μεγέθους κεφαλαίου.

Γενικά περί μεσοπολέμου λοιπόν

Στις αρχές του 20ου αιώνα υπάρχει στην Ελλάδα μια ευνοϊκή συγκυρία για την ανάπτυξη της κοινωνικής πολιτικής: ανάπτυξη των συγκοινωνιών, διεύρυνση της εσωτερικής και εξωτερικής αγοράς, ένταση της συσσώρευσης κεφαλαίου και, κυρίως, ευρύτατες δημογραφικές ανακατατάξεις λόγω της προσάρτησης νέων εδαφών που οδήγησε στην αύξηση του αστικού, αλλά και γενικότερα του συνολικού πληθυσμού. Αυτά αποτελούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την βιομηχανική ανάπτυξη, συνεπιφέρουν όμως τη διεύρυνση της εξαρτημένης εργασίας και της εκμετάλλευσης, την ανεργία, τις κακές έως άθλιες συνθήκες διαβίωσης του εργατικού πληθυσμού στις πόλεις. Επιπλέον, τα δεινά του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το ότι μεγάλες κοινωνικές κατηγορίες παρέμεναν ανασφάλιστες, κυρίως όμως η άφιξη των μικρασιατών προσφύγων και η διεθνής οικονομική βοήθεια για την αποκατάστασή τους θα δημιουργήσουν ευνοϊκό πλαίσιο για την διεύρυνση της κοινωνικής πολιτικής. Αυτή θα ταυτισθεί έκτοτε με την επέκταση των κοινωνικών ασφαλίσεων, ζήτημα που θα παραμείνει στην επικαιρότητα σε ολόκληρη τη μεσοπολεμική περίοδο. Μάλιστα, μετά το 1922, οι συνθήκες μίας τέτοιας επέκτασης προβάλουν ιδιαίτερα ευνοϊκές, αφού η ανάπτυξη της βιομηχανίας διευκόλυνε την αντιμετώπιση των ασφαλιστικών βαρών, ενώ το χαμηλό επίπεδο των ημερομισθίων συνέβαλε ώστε η επιβάρυνση της παραγωγής από την εφαρμογή των κοινωνικών ασφαλίσεων να μην είναι μεγάλη.



7. ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΙΣ

ικρό ,αλλά μεστό κεφάλαιο ,περιέχει μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της σύγχρονης Αθήνας με την ύδρευσή της ,την ηλεκτροδότησή της ,τις συγκοινωνίες της και άλλα έργα.

Αδριάνειο υδραγωγείο

Κατασκευάστηκε στους Ρωμαϊκούς χρόνους και ο κύριος λόγος για την κατασκευή του αποτέλεσε η ανάγκη να υδροδοτηθεί η ρωμαϊκή συνοικία της Αθήνας η οποία περιελάμβανε τον χώρο που καταλαμβάνει σήμερα το πάρκο του Ζαππείου από τον βουλή έως και το Καλλιμάρμαρο. Οι εργασίες για την κατασκευή του υδραγωγείου ξεκίνησαν το 134 μ.Χ. και ολοκληρώθηκαν το 140 μ.Χ. Η σήραγγα μήκους 25 χιλιομέτρων που κατασκευάσθηκε ξεκινούσε από την περιοχή του Τατοΐου και μετέφερε το νερό με την βαρύτητα έως και τους πρόποδες του Λυκαβηττού όπου αποθηκευόταν σε λιθόκτιστη δεξαμενή χωρητικότητας 500 περίπου κυβικών μέτρων. Το υδραγωγείο συνέχισε να λειτουργεί μέχρι και στα χρόνια της τουρκοκρατίας, οπότε και καταστράφηκε από τον Χατζή-Aλή Χασεκή. Καθαρίστηκε και ξαναμπήκε σε λειτουργία στους νεώτερους χρόνους από τους δημάρχους Κυριακό και Σούτσο





ΟΥΛΕΝ

Η αύξηση του πληθυσμού της Αθήνας, κυρίως μετά τη μικρασιατική καταστροφή (1922), δημιουργούσε διαρκώς νέες ανάγκες.

Το 1925 ξεκίνησε η κατασκευή των πρώτων σύγχρονων έργων ύδρευσης στην περιοχή της Πρωτεύουσας. Τη χρονιά αυτή υπογράφτηκε σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου, της Αμερικανικής Εταιρείας ULEN και της Τράπεζας Αθηνών για τη χρηματοδότηση και κατασκευή έργων ύδρευσης της Πρωτεύουσας από τη λεκάνη απορροής της Πάρνηθας. Τα έργα θα επόπτευε κατασκευαστικά η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Υδάτων (ΕΕΥ), η οποία συστάθηκε για το σκοπό αυτό. Το πρώτο μεγάλο έργο ήταν η κατασκευή του φράγματος του Μαραθώνα.

Για την κατασκευή του φράγματος -που ξεκίνησε τον Οκτώβριο του 1926 και ολοκληρώθηκε το 1929- εργάστηκαν περίπου 900 άνθρωποι. Το φράγμα είναι τοξωτό και επενδεδυμένο με Πεντελικό μάρμαρο, ιδιαιτερότητα που του προσδίδει μοναδικότητα σε παγκόσμιο επίπεδο. Για τη μεταφορά του νερού από το Μαραθώνα στην Αθήνα κατασκευάστηκε η σήραγγα του Μπογιατίου, μήκους 13,4 χλμ. Τα δύο παραπάνω έργα μαζί με το Διυλιστήριο Γαλατσίου και το δίκτυο διανομής Αθήνας και Πειραιά, που επίσης κατασκευάστηκαν αυτήν την περίοδο, αποτελούν την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια για την ορθολογική ύδρευση της Αθήνας.




ΠΑΟΥΕΡ (POWER AND TRACTION) και γενικότερα ηλεκτροδότηση της Αθήνας.

1889 Ξεκινά η ηλεκτροδότηση της Αθήνας με μικρή μονάδα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που εγκαταστάθηκε από την “ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΡΓΟΛΗΨΙΩΝ” (ΓΕΕ) – Έλληνες μεγαλοεπιχειρηματίες της εποχής, στο κέντρο της πόλης στην οδό Αριστείδου και ηλεκτροφώτισε τη Βουλή (τότε επί της οδού Σταδίου) και το Δημοτικό Θέατρο επί της οδού Αθηνάς
1899 Ιδρύεται η “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ συστήματος Thompson – Houston” (EHE) από την πολυεθνική “Thompson – Houston της Μεσογείου”, την Εθνική Τράπεζα και άλλους επιχειρηματίες, η οποία εξαγοράζει την ΓΕΕ.
1901 Η ΕΗΕ εξασφαλίζει το δικαίωμα παροχής ρεύματος στους τροχιοδρόμους και στον σιδηρόδρομο Αθηνών-Πειραιώς.
1903 Ιδρύεται στο Φάληρο ο ΑΗΣ ΦΑΛΗΡΟΥ, ο πρώτος ατμοηλεκτρικός σταθμός της χώρας για κάλυψη αναγκών ηλεκτροφωτισμού της πρωτεύουσας και ηλεκτροδότησης σιδηροδρόμων και βιομηχανίας. Το 1906 ο ΑΗΣ Φαλήρου ηλεκτροδότησε τον σιδηρόδρομο Αθηνών- Πειραιώς, ενώ το 1906 εγκαινιάστηκε η παροχή ρεύματος σε βιομηχανίες της περιοχής.
1905-1907 Ιδρύεται ο πρώτος ατμοηλεκτρικός σταθμός από άλλη ηλεκτρική εταιρεία στην οθωμανική τότε Θεσσαλονίκη για φωτισμό της πόλης και κίνηση των τραμ.
1905-1906 Ιδρύεται ο σταθμός του Λαυρίου από τη Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου, ο πρώτος ίσως σταθμός του οποίου βασικός πελάτης ήταν εξ’αρχήςμια βιομηχανικήεγκατάσταση, τα μεταλλουργεία της Εταιρείας
1926 Η ΕΗΕ μεταβιβάζει τα δικαιώματά της για την ηλεκτροδότηση της Αθήνας στην αγγλική εταιρεία “Power & Traction”, η οποία ιδρύει αρχικά δύο εταιρείες, την “ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ” (ΗΕΠ), και την “ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΝΟΜΗΣ” (ΗΕΔ), που συγχωνεύθηκαν λίγο αργότερα στην “ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ” (ΗΕΑΠ).
1927 Δημιουργείται από την “Power & Traction” ο νέος και πολύ μεγαλύτερος σταθμός του Κερατσινίου, χάρη στον οποίο ο πόλος του ΑΗΣ ΦΑΛΗΡΟΥ στην ηλεκτροδότηση της Αθήνας θα περιέλθει σε δεύτερη μοίρα. Εγκαθίσταται το πρώτο δίκτυο υψηλής τάσης με τριφασικό ρεύμα. Την ίδια επίσης εποχή γίνεται και η μετατροπή του ρεύματος από συνεχές 110 V σε εναλλασσόμενο 220/380 V.
1953 Ιδρύεται η “ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ” (ΔΕΗ) και ξεκινάει η διαδικασία ενσωμάτωσης των διάσπαρτων ηλεκτρικών εγκαταστάσεων σε ενιαίο, εθνικής κλίμακας δίκτυο, διαδικασία που θα ολοκληρωθεί ύστερα από 20 περίπου χρόνια. Μεταξύ 1953 και 1968, η ΔΕΗ εξαγόρασε σταδιακά περίπου 415 διαφορετικές επιχειρήσεις παραγωγή και διανομής ρεύματος σε όλη την Ελλάδα.

Όσο για το δίκτυο συγκοινωνιών

Προπολεμικά, στα πλαίσια του εκμεταλλευτικού για το λαό συστήματος, είχε παραχωρηθεί για δεκαετίες η εκμετάλλευση των 17 δρομολογιακών γραμμών του τραμ, συνολικού μήκους 93 χιλιομέτρων, στην «Ηλεκτρική Εταιρία Μεταφορών» (ΗΕΜ), θυγατρική εταιρία του ξενόφερτου αγγλικού επιχειρηματικού ομίλου «Πάουερ».
Η «Πάουερ Τράξιον Φάινανς Κόμπανι» (1925), αυτός ήταν το τίτλος του ληστρικού ομίλου που είχε και την εκμετάλλευση του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, διαδέχτηκε τη γαλλική εταιρία του Φραγκ. Φεράλδη (1857), καθώς και την αγγλική του Εδουάρδου Πίκεριγκ (1867).
Τα βαγόνια των συρμών ήταν χωρισμένα σε Α' και Β' θέση, ενώ το εισιτήριο ίσχυε και για την είσοδο στο θέατρο του Νέου Φαλήρου, γνωστό στους θεατρόφιλους της εποχής ως «Ξιφί Φαλέρ». Το θέατρο, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ε. Ziller (1896) το γκρέμισε ο χουντικός δήμαρχος Πειραιά Αρ. Σκυλίτσης (1969), για να βάλει στη θέση του γλάστρες με πλαστικά λουλούδια!..

Τηλεφωνία

Εδώ ,οι Γερμανικές εταιρείες που αναφέρει το βιβλίο ήταν μόνο μία , η Siemens η οποία έκανε αισθητή την παρουσία της στην Ελλάδα σε μια σειρά από επιχειρηματικές δραστηριότητες ,όπως τα φανάρια στους δρόμους (αυτά που λέμε πράσινο και κόκκινο δηλαδή) ,τις οπτικές ίνες και φυσικά τις ...μίζες.
Η εμφάνιση και η εκατοντάχρονη (!) ιστορική διαδρομή της Sienens στην Ελλάδα, μία εν πολλοίς άγνωστη αλλά αρκούντως ενδιαφέρουσα ιστορία, είναι συνδεδεμένη ως το τέλος του Μεσοπολέμου με μία από τις πιο εξέχουσες φυσιογνωμίες του ελληνικού καπιταλισμού, τον Αλέξανδρο Ζαχαρίου, έναν καρπενησιώτη στην καταγωγή αλλά γεννημένο στη Βράιλα της Ρουμανίας μετά τα μέσα (1869) του 19ου αιώνα. Παράλληλα η τοποθέτηση των πρώτων τηλεφωνικών κέντρων, τότε στις αρχές του Μεσοπολέμου που έμπαιναν οι βάσεις της βιομηχανικής ανάπτυξης, είναι τόσο περιπετειώδης, που διαθέτει όλα εκείνα τα γοητευτικά στοιχεία της ιστορικής έρευνας.

Σε κάθε περίπτωση όμως ο όμιλος της Siemens αποτελεί ίσως τη μακροβιότερη παρουσία ­ με όλες τις μορφές ­ πολυεθνικού ομίλου στον ελληνικό χώρο. Ως εκ τούτου διεκδικεί τη δική της, ξεχωριστή θέση στην ελληνική οικονομική ιστορία. Ετσι και αλλιώς στη δημιουργία της συνέβαλε αρκετά, τόσο στην περίοδο του Μεσοπολέμου όσο και μεταπολεμικά.

Μπορεί λοιπόν η Siemens με τη σημερινή νομική μορφή της να δημιουργήθηκε στα τέλη του 1938 και η παραγωγική της δραστηριότητα να αναπτύχθηκε στη δεκαετία του 1960, όμως τα πρώτα τηλεφωνικά της κέντρα έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα το 1900, όταν την αντιπροσώπευσή τους ανέλαβε η εταιρεία Ζαχαρίου & Σία. Ο ίδιος αυτός δαιμόνιος επιχειρηματίας κατόρθωσε τρεις δεκαετίες αργότερα, το 1930, επί κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου ­ την τετραετία θεσμοθέτησης του αστικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας ­, να υπογράψει σύμβαση με το ελληνικό δημόσιο για την εγκατάσταση των αυτόματων τηλεφώνων.

Ο Ζαχαρίου, μηχανικός κατ' επάγγελμα, ανέπτυξε πολυσχιδή επιχειρηματική δραστηριότητα, πρωτίστως στη Δυτική Ευρώπη, στην Ελβετία και στη Γερμανία, και από το 1899 στην Ελλάδα. Κατ' αρχήν δημιούργησε την τεχνική κυρίως εταιρεία Α. Ζαχαρίου & Σία, μέσω της οποία αντιπροσώπευσε τη Siemens στην ελληνική αγορά. Συμμετείχε στην ομάδα των επιχειρηματιών που δημιούργησε την τσιμεντοβιομηχανία Τιτάν και το 1920 την κατασκευαστική εταιρεία Ο Τέκτων, μέσω της οποίας εκτέλεσε αρκετά δημόσια έργα.

* Τα πρώτα τηλέφωνα

Τα πρώτα τηλέφωνα ήλθαν στην Ελλάδα από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά από το 1922, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, «ανοίγει» πλέον η εποχή τους. «Τον Δεκέμβριον του 1922, η τότε Κυβέρνησις, αντιμετωπίζουσα τα εν τούτω τω μεταξύ προκυψάσας ανάγκας ­ αθρόαι αιτήσεις νέων εγκαταστάσεων και ανεπάρκεια δια την εξυπηρέτησιν και των ήδη συνδρομητών ­ προεκήρυξε διεθνή διαγωνισμόν δια την ανάληψιν της εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως των τηλεφώνων του Κράτους. Επειδή όμως ουδεμία σχετική προσφορά υπεβλήθη, τον Μάιον του 1924 κατηρτίσθη σύμβασις με την αγγλικήν εταιρείαν Κεμ Λίμιτεντ. Αλλά και η σύμβασις αύτη δεν επεκυρώθη, τον δε Φεβρουάριον του 1926 υπεγράφη ετέρα σύμβασις με την ιταλικήν εταιρείαν Πούλις. Η ιταλική εταιρεία δεν κατέθεσεν την συμφωνηθείσαν εγγύησιν και η δευτέρα αύτη σύμβασις δεν επεκυρώθη.

Τον Μάιον του 1926, συνήφθη νέα σύμβασις με την Εταιρείαν Τηλεφώνων και Ηλεκτρικών Εργων της Αμβέρσης (Βέλγιον) εκπροσωπηθείσαν παρά των Μποδοσάκη Αθανασιάδου και Στουδίτου. Η βελγική εταιρεία, κατά την αναληφθείσαν υποχρέωσιν, συνέστησεν εν Αθήνας την Ανώνυμον Ελληνικήν Τηλεφωνικήν Εταιρείαν. Αλλά και η σύμβασις αύτη τελικώς δεν εφηρμόσθη, λόγω της ανατροπής της δικτατορίας του στρατηγού Θεοδώρου Παγκάλου, κατά την διάρκειαν της οποίας είχε συναφθή» (Μέγα Ελληνικόν Βιογραφικόν Λεξικόν Βοβολίνη). Οπως αναφέρει ο Μποδοσάκης, η σύμβαση αυτή του δόθηκε με προσωπικό ενδιαφέρον του Πάγκαλου και μετά την ανατροπή της δικτατορίας ακολούθησε τον φίλο του στη φυλακή και φυσικά η σύμβαση ακυρώθηκε.

Τον Νοέμβριο του 1928 η κυβέρνηση Βενιζέλου, μόλις ανέλαβε, προκηρύσσει νέο διεθνή διαγωνισμό για την ανάληψη της εγκατάστασης και εκμετάλλευσης τηλεφώνων στην Αθήνα, στον Πειραιά και στα Περίχωρα. Αλλά και αυτή η προσπάθεια απέβη άκαρπη. Λίγο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 1930, ο Αλ. Ζαχαρίου εκπροσωπώντας τη Γερμανική Siemens Halske κατορθώνει τελικά να υπογράψει δύο συμβάσεις, η μία για την αστική και προαστιακή και η άλλη για την επαρχιακή τηλεφωνική επικοινωνία.

* Η δημιουργία της Osram


Οπως επισημαίνεται «η σύναψις της συμβάσεως εκείνης με την μεγαλυτέραν εταιρείαν της Ευρώπης και μίαν των μεγαλυτέρων του κόσμου, ωφείλετο κυρίως εις τας προσπαθείας του Ζαχαρίου και εις την συμπαράστασιν του τότε διοικητού της Εθνικής Τραπέζης Ιωάννου Δροσοπούλου» (ο.π.π.). Τον Απρίλιο του 1930 οι δύο συμβάσεις επικυρώθηκαν από τη Βουλή και τη Γερουσία και τον Οκτώβριο του 1931 η εταιρεία Siemens Halske παραχώρησε τα δικαιώματά της στην εταιρεία που η ίδια δημιούργησε, στην Ανώνυμη Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία ­ πρόκειται ουσιαστικά για τον πρόδρομο του σημερινού ΟΤΕ. Πρώτος γενικός διευθυντής ανέλαβε ο μηχανικός Αθ. Παπαθεοδώρου, συνεταίρος του Ζαχαρίου από το 1899. Τότε τοποθετείται το πρώτο αυτόματο τηλεφωνικό κέντρο και οι πρώτες 2.000 παροχές. Δέκα χρόνια αργότερα οι τηλεφωνικές παροχές φθάνουν τις 62.000 και σε 39 τα αυτόματα κέντρα.

Το 1938, στις 25 Νοεμβρίου ­ στις 26 Ιουνίου του ίδιου χρόνου ο Α. Ζαχαρίου πεθαίνει ­ στα γραφεία της Ανωνύμου Ελληνικής Τηλεφωνικής Εταιρείας δημιουργείται η Siemens ΑΕ Ελληνική Ηλεκτροτεχνική. Εκπρόσωποί της ήταν ο Hermann Reyss και ο Richard Diercks. Η νέα εταιρεία αγόρασε το ενεργητικό και το παθητικό του ηλεκτροτεχνικού τμήματος της τεχνικής εταιρείας του Α. Ζαχαρίου και από το 1939 δραστηριοποιείται δίνοντας έμφαση στη δημιουργία αναπτυξιακών υποδομών. Η έδρα της ήταν τότε στην οδό Σοφοκλέους, στο κτίριο της στοάς Πάπου. Εκεί εξάλλου εκείνη την εποχή ήταν το επίκεντρο της οικονομικής ζωής της Αθήνας, διαθέτοντας παράλληλα υποκατάστημα και στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά, το 1938, δημιουργείται η Οσραμ ΑΕ για την παραγωγή των πρώτων ηλεκτρικών λαμπτήρων στην Ελλάδα και το 1939 η νεοσυσταθείσα Siemens συμμετέχει στη δημιουργία υποδομής και στην κατασκευή των Ελληνικών Ηλεκτρικών Σιδηροδρόμων.

Μετά την απελευθέρωση η Ελλάδα αρχίζει να αλλάζει και η ανάπτυξή της είναι ραγδαία. Η Siemens κατέχει σημαντικό ρόλο στη μεταπολεμική οικονομική άνθηση της ελληνικής οικονομίας. Το 1950 συνεργάζεται με τη ΔΕΗ στην εξόρυξη, στη μεταφορά, στην επεξεργασία και στην καύση του λιγνίτη για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και το 1960 η εταιρεία με εντολή του υπουργού Δημοσίων Εργων μελετά το κυκλοφοριακό πρόβλημα και εγκαθιστά στην Αθήνα ένα αυτόματο κέντρο ρύθμισης της κυκλοφορίας, τους φωτεινούς σηματοδότες ­ που οι πολίτες αποκάλεσαν «Σταμάτη» και «Γρηγόρη» ­ από τα πιο σύγχρονα της εποχής σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Όσο για τον ΟΤΕ,
Ο ΟΤΕ δημιουργήθηκε το 1949 με σκοπό να ενοποιήσει το σύνολο ανάλογων δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων τηλεπικοινωνιών. Προτού συμβεί αυτό, η τηλεφωνία, η τηλεγραφία, οι εγχώριες και διεθνείς συνδέσεις ήταν αποσπασματικές και ελλιπώς συντονισμένες.




8. Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Και φτάνουμε σε κεφάλαια που αγγίζουν τη σημερινή πραγματικότητα ,μόνο και μόνο για να μας δείξουν το διδακτικό χαρακτήρα της ιστορίας και να μας υπενθυμίσουν ότι όντως η άτιμη κάνει κύκλους και ξαναγυρίζει πίσω για να κλείσει ανοιχτούς λογαριασμούς.

Έχουμε και λέμε λοιπόν,

Κοινωνία των Εθνών


Η Κοινωνία των Εθνών ιδρύθηκε το 1919, αμέσως μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Παρίσι, ως αποτέλεσμα της Συνθήκης των Βερσαλλιών κατόπιν αμερικανικής πρωτοβουλίας και σημείωσε σταθμό στην εξέλιξη των διεθνών σχέσεων, καθώς υπήρξε η πρώτη προσπάθεια για συνεννόηση όλων των κρατών πάνω στα προβλήματα που απασχολούν την ανθρωπότητα. Αρχικά είχε 42 Κράτη Μέλη, 26 από τα οποία ήταν μη ευρωπαϊκά. Η Κοινωνία των Εθνών έφτασε τον μέγιστο αριθμό των 57 Κρατών Μελών.Δημιουργήθηκε όταν ένας αριθμός ατόμων στη Γαλλία, τη Νότια Αφρική, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ πίστεψαν ότι μία παγκόσμια οργάνωση των εθνών θα μπορούσε να συμβάλλει στο να μην επαναληφθεί η φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914-18). Ένας αποτελεσματικός παγκόσμιος οργανισμός ήταν εφικτό να δημιουργηθεί, με δεδομένο ότι η επικοινωνία είχε κατά πολύ βελτιωθεί ενώ υπήρχε μεγάλη εμπειρία συνεργασίας στο πλαίσιο διεθνών οργανισμών. Ο συντονισμός και η συνεργασία για την οικονομική και κοινωνική πρόοδο άρχισαν να αποκτούν σημασία.

Η Κοινωνία των Εθνών είχε δύο βασικούς στόχους. Πρώτον, αποσκοπούσε στη διατήρηση της ειρήνης μέσω της συλλογικής δράσης. Οι διενέξεις έπρεπε να παραπέμπονται στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών για επιδιαιτησία και συμβιβασμό. Εάν χρειαζόταν, θα μπορούσαν να επιβληθούν οικονομικές και στη συνέχεια στρατιωτικές κυρώσεις. Με άλλα λόγια, τα Κράτη Μέλη ανέλαβαν την υποχρέωση να υπερασπίζονται τα υπόλοιπα από επιθέσεις. Δεύτερον, η Κοινωνία των Εθνών είχε ως στόχο την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα.

Το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών
Με την κήρυξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, έγινε φανερό ότι η Κοινωνία των Εθνών είχε αποτύχει στον κύριο στόχο της, τη διατήρηση της ειρήνης. Η Κοινωνία των Εθνών δεν είχε δική της στρατιωτική δύναμη και εξαρτιόταν από τις εισφορές των μελών της. Τα μέλη της δεν ήταν πρόθυμα να επιβάλουν οικονομικές ή στρατιωτικές κυρώσεις. Το ηθικό της κύρος ήταν ανεπαρκές.

Αρκετές Μεγάλες Δυνάμεις δεν πρόσφεραν στήριξη στην Κοινωνία των Εθνών: η κρίσιμης σημασίας ένταξη των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έγινε ποτέ. Η Γερμανία υπήρξε μέλος για μόνο επτά χρόνια από το 1926, ενώ η ΕΣΣΔ για μόλις πέντε χρόνια (από το 1934). Η Ιαπωνία και η Ιταλία αποσύρθηκαν τη δεκαετία του '30. Στη συνέχεια, η Κοινωνία των Εθνών εξαρτιόταν κυρίως από τη Βρετανία και τη Γαλλία, που δικαιολογημένα δίσταζαν να αναλάβουν δυναμική δράση. Για τις κυβερνήσεις, που είχαν συνηθίσει να διατηρούν την ανεξαρτησία τους, ήταν πραγματικά δύσκολο να συνεργαστούν στο νέο αυτό οργανισμό.

Εθνική Τράπεζα Ελλάδος

Η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ETE) είναι η μεγαλύτερη τράπεζα της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1841 από τον Γεώργιο Σταύρου, από τα Ιωάννινα, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος διευθυντής της. Είναι μέλος της Αγοράς Παραγώγων του Χρηματιστηρίου Αθηνών από ιδρύσεώς της και έχει άδεια ειδικού διαπραγματευτή τύπου Α. Είναι διαφορετική από την Τράπεζα της Ελλάδος, ενώ είχε το εκδοτικό προνόμιο χαρτονομισμάτων στην Ελλάδα ως το 1928.
Η μετοχή της διαπραγματεύεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών και στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης.

Τράπεζα της Ελλάδος


Η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η κεντρική τράπεζα της Ελλάδας. Ιδρύθηκε το 1927 επί Προεδρίας της Δημοκρατίας του Παύλου Κουντουριώτη και πρωθυπουργίας του Αλεξάνδρου Ζαϊμη με τον Νόμο 3423/7-12-1927/ΦΕΚ Α' 298 με βάση το άρθρο 4 του από 15/9/1927 πρωτοκόλλου της Γενεύης το οποίον υπεγράφη μεταξύ των κυβερνήσεων Γαλλίας, Μ. Βρετανίας και Ιταλίας αφ' ενός και της κυβέρνησης της Ελλάδος αφ' ετέρου για την έγκριση ενός δανείου 9.000.000 λιρών στερλινών και οι λειτουργίες της άρχισαν τον Μάιο του 1928. Βάσει της Συνθήκης του Μάαστριχτ, συμμετέχει στο σύστημα κεντρικών τραπεζών των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.



Είχε το αποκλειστικό εκδοτικό προνόμιο χαρτονομισμάτων στην Ελλάδα από το 1928 έως την εισαγωγή του ευρώ το 2002 και ήταν υπεύθυνη για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής της χώρας. Η έδρα της βρίσκεται στην Αθήνα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως και οι υπόλοιπες Κεντρικές Τράπεζες της Ευρωζώνης, είναι οι αποκλειστικοί μέτοχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δεν είναι κρατική αλλά μια Ανώνυμη Εταιρεία, έχει ειδικά προνόμια, ειδικές αρμοδιότητες αλλά και περιορισμούς, όπως ότι δεν μπορεί να λειτουργεί ως εμπορική τράπεζα και το ποσοστό του Ελληνικού κράτους στην μετοχική της σύνθεση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 35% όπως ορίζεται στο καταστατικό της.




9. Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ 1932

Και για να έρθουμε στα τελείως δικά μας της σήμερον ,ας μιλήσουμε για την προηγούμενη κρίση που σάρωσε τον κόσμο το 1932 ,μήπως και βγάλουμε κάποιο συμπερασμα για το τώρα και περισώσουμε έστω κάτι.

Αμερικάνικο Κραχ (Οι άνθρωπο βέβαια το αποκάλεσαν crash ,αλλά εμείς που ξέρουμε καλύτερα ,το διορθώσαμε και το είπαμε κραχ).




Το καλοκαίρι του 1929 η Αμερική ευημερούσε. Ο κόσμος δανειζόταν από τις τράπεζες για να παίξει στη Γουολ Στριτ. Ο δείκτης Ντόου Τζόουνς (DJIA) έφθασε στο υψηλότερο σημείο του, στις 381.17 μονάδες (3 Σεπτεμβρίου 1929). Οι χρηματιστηριακή αξία των μετοχών είχε αυξηθεί τόσο πολύ, που οι διορατικότεροι μιλούσαν για φούσκα έτοιμη να εκραγεί.

Οικονομικοί κύκλοι φοβούμενοι την κάμψη των τιμών των μετοχών άρχισαν να τις ρευστοποιούν. Στις 24 Οκτωβρίου 1929, 13 εκατομμύρια μετοχές άλλαξαν χέρια, αριθμός ρεκόρ για τα χρηματιστηριακά χρονικά (Μαύρη Πέμπτη). Πανικός άρχισε να καταλαμβάνει τους επενδυτές και τους χρηματιστές. Οι μεγάλοι παίκτες της Γουόλ Στριτ άρχισαν να αγοράζουν μαζικά τα καλά χαρτιά (blue chips), σε μια προσπάθεια να συγκρατήσουν την πτώση. Η τακτική αυτή είχε αποδώσει στη χρηματιστηριακή κρίση του 1907, όχι όμως και τώρα.

Το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε η κατάσταση δραματοποιήθηκε ακόμη περισσότερο από τον Τύπο. Τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου οι τιμές συνέχισαν την κατηφορική τους πορεία, με τους επενδυτές να ξεφορτώνονται τα «χαρτιά» τους, με σκοπό να αναζητήσουν πιο πρόσφορες επενδυτικές ευκαιρίες. Ο δείκτης χάνει 12% της αξίας του και 16,4 εκατομμύρια μετοχές αλλάζουν χέρια.

Την επόμενη μέρα, η Γουόλ Στριτ καταρρέει (Μαύρη Τρίτη). Πολλές τράπεζες που είχαν τοποθετήσει τα χρήματα των πελατών τους σε μετοχές για να αποκομίσουν μεγαλύτερα κέρδη, αντιμετωπίζουν δυσεπίλυτα προβλήματα και τις επόμενες μέρες κηρύσσουν πτώχευση.

Το χρηματιστηριακό κραχ χειροτέρευσε την ήδη εύθραυστη κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και συνέβαλε στη Μεγάλη Οικονομική Ύφεση της δεκαετίας του '30, που έπληξε Ευρώπη και Αμερική, με πτωχεύσεις εταιρειών, μαζική ανεργία και μεγάλη κεφαλαιοκρατική συγκέντρωση.

Η Γουόλ Στριτ ανέκαμψε προσωρινά στις αρχές του 1930, για να κατρακυλήσει ξανά το επόμενο διάστημα και ο δείκτης Ντόου Τζόουνς να φθάσει στις 41.22 μονάδες στις 8 Ιουλίου 1932, στο χαμηλότερο σημείο όλων των εποχών. Το 1931 το Κογκρέσο συγκρότησε την Επιτροπή Πεκόρα για να μελετήσει τις αιτίες της χρηματιστηριακής κρίσης και βάσει των πορισμάτων της ψήφισε το νόμο Γκλας - Σίγκαλ του 1933, με τον οποίον διαχωρίστηκαν οι τράπεζες σε εμπορικές και επενδυτικές.

Τα επόμενα χρόνια, με βάση την εμπειρία της Γουόλ Στριτ, τα χρηματιστήρια όλου του κόσμου πήραν μέτρα για να αποτρέψουν ένα νέο κραχ. Το κυριότερο ήταν η διακοπή των συνεδριάσεων σε περιόδους ραγδαίων μεταβολών της χρηματιστηριακής αγοράς.

Οι επιπτώσεις του Κραχ στις ΗΠΑ σε αριθμούς:

12.000.000 έμειναν άνεργοι.
12.000 έχαναν τη δουλειά τους κάθε μέρα.
20.000 επιχειρήσεις κήρυξαν πτώχευση.
1.616 τράπεζες πτώχευσαν.
1 στους 20 γεωργούς ξεσπιτώθηκαν.
23.000 αυτοκτονίες σημειώθηκαν σ' ένα χρόνο, αριθμός ρεκόρ.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.sansimera.gr/articles/182#ixzz2YDC9p2xX


Πτώχευση του 1932 και κλήριγκ

Ο Βενιζέλος δεν φαίνεται να είχε αντιληφθεί «τα σημεία των καιρών» και εξακολουθούσε να θεωρεί τη διεθνή κοινότητα ως μια μεγάλη οικογένεια που βοηθά τα αδύναμα μέλη της, αν και όταν βρεθούν σε δύσκολη θέση, αρκεί να δείχνουν ότι ακολουθούν την αναμενόμενη πολιτική και πάντα προσπαθούν για το καλύτερο. Μάλιστα, η κυβέρνηση Βενιζέλου προχώρησε σε μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 6% (Ψαλιδόπουλος 1989, σ. 90) στο πλαίσιο ενός προγράμματος λιτότητας, αποσκοπώντας να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι επιχειρεί εξυγίανση των δημοσιονομικών. Ο Βενιζέλος θεωρούσε ότι με αυτόν τον τρόπο αυξάνει τη διαπραγματευτική του δύναμη στις συνομιλίες που επρόκειτο να έχει με τους αρχηγούς των κρατών στις διαδοχικές επισκέψεις τον Ιανουάριο του 1932 στη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο.



Η κατάσταση, όμως, ουδόλως βελτιωνόταν, καθώς το κάλυμμα της ΤτΕ μειώθηκε στο 27%, αντί του 44%, που ήταν το θεσμικά καθορισμένο κατώτατο όριο, που σήμαινε ότι δεν υπήρχε δυνατότητα νέου δανεισμού. Στις 25.3.1932 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ακολούθησε κατάθεση νομοσχεδίου στις 29.3.1932 «περί προσωρινής ρυθμίσεως ζητημάτων δημοσίου χρέους» και ο νόμος 5422 της 26.4.32 και μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου έτους ανακοινώθηκαν τα εξής μέτρα πολιτικής (Βεργόπουλος 1978):



- Αναστέλλεται η μετατρεψιμότητα της δραχμής, πράγμα που ισοδυναμεί με την πλήρη ανατροπή του προγράμματος νομισματικής σταθερότητας της περιόδου 1927-1928.

- Η δραχμή υποτιμάται και μέχρι τον Δεκέμβριο το 1932 χάνει το 60% της αξίας της.

- Καταργείται η αγορά συναλλάγματος (το συνάλλαγμα περνάει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΤτΕ).

- Αναστέλλεται επ’ αόριστον (1.5.1932) η πληρωμή χρεολυσίων και τόκων για όλα τα δάνεια (εσωτερικού ή/και εξωτερικού) του κράτους. Με εξαίρεση τους τόκους δανείων προς τις τράπεζες του εσωτερικού που πληρωνόταν μόνο κατά το 1/4.

- Οι οφειλές σε ξένο νόμισμα ή συνάλλαγμα Ελλήνων και ξένων που διαμένουν στην Ελλάδα μετατρέπονται σε δραχμές στη βάση 100 δρχ. = 1 δολάριο.

- Αύξηση των δασμών (πλην των αγαθών πρώτης ανάγκης), ενίοτε και μέχρι τον δεκαπλασιασμό τους.

- Επιβολή ποσοτικών περιορισμών (ποσοστώσεις) για τα περισσότερα εισαγόμενα είδη (π.χ. 1/3 ή 2/3 του επιπέδου του 1931).

- Υιοθετείται το συμψηφιστικό (κλήρινγκ) εμπόριο της χώρας με άλλες, αν π.χ. η Ελλάδα εισήγαγε μηχανήματα από τη Γερμανία, τα πλήρωνε εξάγοντας στη Γερμανία αγροτικά προϊόντα ίσης αξίας.



Με τα ανωτέρω ουσιαστικά η Ελλάδα περιόρισε τις διεθνείς της πληρωμές στις απολύτως αναγκαίες και ακολούθησε την πολιτική της οικονομικής αυτάρκειας, της οποίας παράπλευρο αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της εγχώριας παραγωγής και δη της αγροτικής. Η αύξηση αυτή επιτεύχθηκε χάρη στην κινητοποίηση του υφιστάμενου παραγωγικού δυναμικού, συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη στενότερων διασυνδέσεων μεταξύ των κλάδων της οικονομίας που μέχρι τότε παρουσίαζαν μεγάλη εξωστρέφεια. Δηλαδή, οι εισροές του κάθε κλάδου της οικονομίας ήταν, ως επί το πλείστον, εισαγόμενες, ενώ το παραγόμενο προϊόν είτε πήγαινε κατευθείαν σε τελική κατανάλωση ή σε εξαγωγές και πολύ λιγότερο για εισροές των άλλων τομέων της εγχώριας οικονομίας.



5.2 Η περίοδος μετά την πτώχευση

H νομισματική αλλά και η δημοσιονομική κρίση που από το 1932 και μετά μάστιζε τη χώρα είχε ως έμμεσο και μη σχεδιασμένο αποτέλεσμα τη διεύρυνση του ρόλου της TτE, η οποία ανέλαβε και την αποκλειστική διάθεση του συναλλάγματος. H αναγκαστική κυκλοφορία της δραχμής (ή, εναλλακτικά, η μη μετατρεψιμότητά της σε χρυσό) ενίσχυε τον ρόλο της TτE και την επιρροή της προς τις εμπορικές τράπεζες. Ένα άλλο παρεπόμενο ήταν ότι ο περιορισμός της προσφοράς χρήματος σε συνδυασμό με τους συναλλαγματικούς περιορισμούς της ΤτΕ, αν μη τι άλλο, αποθάρρυναν τις εισαγωγές και συνέβαλαν στην ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής. Ένα άλλο παρεπόμενο της πτώχευσης ήταν ότι η TτE ανέλαβε έναν πιο ενεργητικό ρόλο στην ελληνική οικονομία, μέσω της άσκησης νομισματικής πολιτικής. Tα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν, καθώς τα επιτόκια αυξήθηκαν κατά 2-4 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τα ευρωπαϊκά και έτσι οι ελληνικές τράπεζες άρχισαν να προσελκύουν κεφάλαια του εξωτερικού. Tα αποθέματα χρυσού της TτΕ από 7,6 εκατ. δολάρια, που είχαν μείνει το 1932, αυξήθηκαν σε 44,7 εκατ. το 1934, πράγμα που σήμαινε ότι και η προσφορά χρήματος μπορούσε να αυξηθεί. Ταυτόχρονα, η οικονομική κρίση οδήγησε σε πτώχευση αρκετές εμπορικές τράπεζες, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί η θέση της ETE μεταξύ των εμπορικών τραπεζών.

Καθεστώς 4ης Αυγούστου 1936

Καθεστώς της 4ης Αυγούστου ονομάστηκε το δικτατορικό καθεστώς που είχε η Ελλάδα από τις 4 Αυγούστου 1936, ημερομηνία στην οποία ανακήρυξε ο Ιωάννης Μεταξάς τη δικτατορία και λειτούργησε μέχρι το θάνατο του Μεταξά το 1941.

Το ξέσπασμα της δικτατορίας

Ύστερα από τις εκλογές του '36, που διεξήχθησαν με την απλή αναλογική, τα δύο μεγάλα κόμματα της εποχής, το Λαϊκό Κόμμα και το Κόμμα των Φιλελευθέρων είχαν εξασφαλίσει τη συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτικών εδρών (284 έδρες-143 το Λαϊκό κόμμα, 141 οι Φιλελεύθεροι), ενώ ρόλο ρυθμιστικό έπαιζε πλέον το ΚΚΕ, μέσω του εκλογικού του σχήματος, του Παλλαϊκού Μετώπου, που διέθετε 15 έδρες. Λόγω του Εθνικού Διχασμού που αναζωπυρώθηκε από την κινηματική απόπειρα βενιζελικών αξιωματικών υπό τον Νικόλαο Πλαστήρα τα δύο μεγάλα κόμματα αδυνατούσαν να έρθουν σε συνεννόηση μεταξύ τους. Μετά το θάνατο του τότε πρωθυπουργού Δεμερτζή, ο βασιλιάς Γεώργιος διόρισε πρωθυπουργό τον Ιωάννη Μεταξά, γνωστό οπαδό τότε της δικτατορικής εκτροπής. Ο διορισμός του Μεταξά συνέπεσε με την ευρεία ενεργοποίηση της Εργατικής τάξης, που πιεζόταν από την καταθλιπτική οικονομική κατάσταση. Με αφορμή την Γενική Απεργία που είχαν κηρύξει για τις 5 Αυγούστου του '36 τα συνδικάτα με πρόταση του ΚΚΕ, ο Μεταξάς ζήτησε την αναστολή σημαντικών άρθρων του Συντάγματος και με τη στήριξη του βασιλιά οδήγησε στο ξέσπασμα της 4ης Αυγούστου.

Ο χαρακτήρας του καθεστώτος

Δείτε επίσης: Κυβέρνηση Ιωάννη Μεταξά 1936
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου μπορεί να χαρακτηριστεί ως δεξιό αυταρχικό και ως πατερναλιστικό. Παρά τις επιρροές του από το φασισμό και το ναζισμό, η 4η Αυγούστου δεν ταυτίζεται με τα καθεστώτα της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας. Εξάλλου, δεν υιοθετούσε τις φυλετικές-ρατσιστικές διακρίσεις του ναζισμού (χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι επιτρεπόταν στους Έλληνες Εβραίους η συμμετοχη στην ΕΟΝ). Επιπλέον, σε αντίθεση με το φασισμό και το ναζισμό, η δικτατορία του Μεταξά δεν απέκτησε ποτέ λαϊκή βάση, παρά τις προσπάθειες της, ούτε είχε ριζοσπαστική-κινηματική βάση. Μια προσπάθεια να αναγνωριστεί η μεταξική δικτατορία ως λαϊκά αποδεκτή ήταν η ίδρυση της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας. Σαν σύμβολο της Νεολαίας επιλέχθηκε ο μινωικός διπλός πέλεκυς στη λογική του "πρώτου συμβόλου όλων των ελληνικών πολιτισμών". Η ένταξη ωστόσο στους κόλπους της δεν υπήρξε υποχρεωτική.
Ο Μεταξάς δημιούργησε και διέδωσε την ιδεολογία του «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού», στην οποία στηρίχτηκε το κράτος της 4ης Αυγούστου. Οι οπαδοί του καθεστώτος θεωρούσαν ότι οι σύγχρονοι Έλληνες οφείλουν να είναι οι συνεχιστές του Αρχαίου (Α΄) και Βυζαντινού (Β΄) Πολιτισμού και ότι να έχουν ως σκοπό τη φυλετική ενότητα του έθνους, καθώς και τη διατήρηση των παραδόσεων. Το ιδανικό πολίτευμα κατά τον Μεταξά δεν ήταν η Αθηναϊκή Δημοκρατία, αλλά η στρατοκρατική Σπάρτη και η αρχαία Μακεδονία η οποία ενοποίησε πολιτικά την αρχαία Ελλάδα. Ο Μεταξάς προσπαθούσε να προβάλει τον εαυτό του ως τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας σε ένα διαιρεμένο έθνος, ενώ στρεφόταν εχθρικά απέναντι στον "παλαιοκομματισμό" και τις κοινοβουλευτικές τακτικές του παρελθόντος. Οι βασικές διαφορές με το Γ΄ Ράιχ έγκεινται στο ότι δεν εφάρμοσε και δεν πίστευε σε μια ιμπεριαλιστική πολιτική, σε αντίθεση με τη Γερμανία, η οποία προκάλεσε τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, καθώς και στο ότι η ιδεολογία περί «Γ΄ Ελληνικού Πολιτισμού» δε βρήκε τόσο πλατιά απήχηση στις μάζες όσο βρήκε η εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία στη Γερμανία. Στην λογική του κοινωνικού ελέγχου, το καθεστώς προχώρησε στην επιβολή λογοκρισίας στον Τύπο, ενώ απαγόρεψε την ηχογράφηση και διακίνηση ρεμπέτικων τραγουδιών που περιείχαν ή βασίζονταν σε «ανατολίτικους» δρόμους αλλά και τραγούδια με χασικλίδικη θεματολογία όπως και κάποια σατιρικά.
Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, προσπαθώντας να κερδίσει κοινωνική υποστήριξη, προώθησε κάποια φιλολαϊκά μέτρα, όπως το οκτάωρο και κάποιες υποχρεωτικές βελτιώσεις στο εργασιακό περιβάλλον, ενώ επένδυσε στην άμυνα. Τα αγροτικά προϊόντα άρχισαν να πωλούνται ακριβότερα και ελευθερώθηκαν τα χρέη πάνω στη γη. Από πλευράς επενδύσεων η περίοδος της 4ης Αυγούστου μπορεί να θεωρηθεί ευνοϊκή, αφού την περίοδο 1936-1938 ιδρύθηκαν 567 εργοστάσια. Ο προϋπολογισμός επίσης έδινε βάση στην στρατιωτική οργάνωση γι' αυτό ήταν και ιδιαίτερα αυξημένος.

Διώξεις




Κύριο γνώρισμα της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου ήταν ο σφοδρός αντικομμουνισμός. Εξάλλου η επιβολή της στηρίχθηκε στην "κομμουνιστική απειλή". Η δικτατορία καταδίωξε άγρια το ΚΚΕ, βασανίζοντας τα μέλη του με πρωτόγνωρες μεθόδους και εκτελώντας άλλα, μεταξύ άλλων μεθόδων και με εκπαραθυρώσεις. Πάντως δεν υπήρχε κάποιος οργανωμένος σχεδιασμός για μαζικές εκτελέσεις των κομμουνιστών όπως για παράδειγμα συνέβαινε στην Φρανκική Ισπανία. Ο Μεταξάς, ο ίδιος φανατικός αντικομμουνιστής, είχε συσπειρώσει γύρω του μερικούς από τους πιο σκληρούς αντικομμουνιστές, όπως τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, πρώην στρατιωτικό, και τον Αριστείδη Δημητράτο, δεξιό εθνικόφρονα συνδικαλιστή και πρώην κομμουνιστή. Επιπλέον, η δικτατορία είχε στείλει ορισμένα κορυφαία στελέχη της Ασφάλειας(μεταξύ άλλων το Σπύρο Παξινό) στη Γκεστάπο για εκπαίδευση στη δίωξη και αντιμετώπιση του Κομμουνισμού. Το καθεστώς προχώρησε ακόμα σε διώξεις και μη κομμουνιστών, πολιτικών αντιπάλων του και διαφωνούντων, προχωρώντας συχνά στο μέτρο των εξοριών σε νησιά του Αιγαίου.
Επίσης, στον τομέα των μειονοτήτων, το καθεστώς προσπάθησε να επιβάλλει τη χρήση της ελληνικής γλώσσας σε δημόσιους αλλά και ιδιωτικούς χώρους, με κυριότερα θύματά του τους σλαβόφωνους πληθυσμούς και σλαβομακεδόνες. Δεν υιοθετήθηκε όμως κάποιο σχέδιο μαζικής εξόντωσης ή εκτοπισμού, όπως συνέβη με ανάλογα καθεστώτα στην Ευρώπη.
Εξωτερική πολιτική

Στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ο Μεταξάς προσπάθησε να ισορροπήσει μεταξύ της Αγγλίας, η οποία ήταν η κυρίαρχη ναυτική δύναμη της Μεσογείου και προς την οποία άλλωστε στρέφονταν οι συμπάθειες του βασιλιά και της Γερμανίας, με το ολοκληρωτικό καθεστώς της οποίας υπήρχε ιδεολογική συνάφεια, αλλά και στενότατοι οικονομικοί δεσμοί. Όμως, όπως αποδεικνύει η «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, ήδη από το 1939 η Ελλάδα είχε ευθυγραμμιστεί απόλυτα με τους Βρετανούς, οι οποίοι αποδέχονταν την ουδέτερη στάση της Ελλάδας εξαιτίας της αδυναμίας τους να της παράσχουν ουσιαστική στρατιωτική υποστήριξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα των στενών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των δύο κυβερνήσεων είναι το γεγονός ότι ο Μεταξάς πρότεινε το 1938 στην αγγλική κυβέρνηση τη σύναψη αμυντικής συμμαχίας, την οποία η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε διπλωματικά αφού δεν είχε λόγο να αμφιβάλλει σχετικά με την στάση της Ελλάδας σε επικείμενο πόλεμο. Αντίθετα, με τη γερμανική κυβέρνηση οι σχέσεις ήταν τυπικές, αφού η Ελλάδα είχε πολλά οφέλη από τις οικονομικές επενδύσεις των Γερμανών. Σημαντικό ρόλο στις διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών διαδραμάτισε και η στάση της Ιταλίας, λόγω των συνεχών προκλήσεων. Το γεγονός της βύθισης της Έλλης σηματοδότησε το τέλος των φιλικών σχέσεων με τις δυνάμεις του Άξονα.
Επίσης, σημαντική παράμετρος της εξωτερικής πολιτικής του καθεστώτος υπήρξε και η συνέχιση των καλών σχέσεων και της προσέγγισης με την Τουρκία, η οποία είχε αρχίσει από τα έτη πρωθυπουργίας του Ελευθερίου Βενιζέλου. Ένας πρόσθετος λόγος που συνέβαλλε σε αυτην την πολιτική ήταν και η ιταλική παρουσία στα Δωδεκάνησα και το Αιγαίο.

ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΕΤΣΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΕΝΤΕ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Ας το κλείσουμε λοιπόν κάπως μελωδικά μιάς και το αρχίσαμε εικαστικά με τον πίνακα Historia του Νικόλαου Γύζη.

1 σχόλιο:

  1. Χρειάζεστε ή θέλετε να επενδύσετε σε διάφορους τομείς. Η τράπεζα BNP PARIBAS Finance Group είναι εδώ για να σας βοηθήσει με τα πάντα. Παρέχουμε δάνεια από € 2000 έως € 300.000 με επιτόκιο 3%. Για ό, τι θέλουν να επενδύσουν είμαστε επίσης στη διάθεσή σας για να σας καλωσορίσουμε τότε οι άνθρωποι μου έκαναν το αίτημα δανείου και τις επενδύσεις σας από τη διεύθυνση:
    dimitridimopoulou@gmail.com

    ΑπάντησηΔιαγραφή