Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 1 Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Θα περίμενε κανείς εδώ σε αυτό το κεφάλαιο να διαβάσει κάτι για τον παγκόσμιο πόλεμο ,έτσι για να αποκτήσει και λίγο σασπένς το βιβλίο , αλλά φευ...
Άλλωστε ιστορία χωρίς σκοτωμούς ,τι σόι ιστορία είναι;
Ο καλός συγγραφέας λοιπόν ξεκινά να μας εξιστορεί τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εισήλθε η Ελλάδα στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο επαναλαμβάνοντας πέντε ολόκληρες φορές το θέμα του διχασμού με διαφορετικά λόγια.(βλ. η σύγκρουση του Παλατιού με τον Βενιζέλο, ο Διχασμός όπως ονομάστηκε...)
Και κατόπιν ήρθαν τα δάνεια.
Πάμε να τα δούμε.

Ιδιόμορφος Θεωρητικός Δανεισμός

Το 1917 χορηγήθηκε στην Ελλάδα δάνειο από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και τη Βρετανία, συνολικού ύψους 100.000.000 φράγκων για την κάλυψη των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού υπό δυσμενέστατους όρους και στη συνέχεια συνήφθησαν και άλλα δάνεια 50.000.000 φράγκων (Συμμαχικές Πιστώσεις και Κράτος, Εθνική Τράπεζα 1917-1928, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, του Νίκου Παντελάκη)...

Παρά το γεγονός ότι τα ποσά αυτά θεωρούνταν υψηλά για την εποχή, ο δανεισμός της Ελλάδας ξέφυγε κυριολεκτικά αφού το 1918 αναγκάστηκε να δανεισθεί άλλα 700.000.000 φράγκα για την κάλυψη στρατιωτικών αναγκών. Ολα τα ανωτέρω δάνεια πληρώθηκαν «χρυσά».

Η εκστρατείες στη Ουκρανία και την Κριμαία αναφέρονται στο ίδιο γεγονός αν και το βιβλίο με τον τρόπο που το παρουσιάζει αφήνει λανθασμένα να εννοηθεί πως πρόκειται για δύο διαφορετικά γεγονότα.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος,λοιπόν, με προτροπή των Γάλλων, αποστέλλει χιλιάδες έλληνες στρατιώτες στη μεσημβρινή Ρωσία (σημερινή Ουκρανία) στις αρχές του 1919, για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Η επιχείρηση θα σημειώσει παταγώδη αποτυχία.
Οι γαλλικές δυνάμεις ήταν παρούσες στην περιοχή από τις 5 Δεκεμβρίου του 1918. Ο γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσώ ζήτησε από τον ομόλογό του Ελευθέριο Βενιζέλο τη συμμετοχή ελληνικών δυνάμεων στις επιχειρήσεις, με αντάλλαγμα την ευμενή στάση της χώρας του υπέρ των εθνικών διεκδικήσεων σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Ο Βενιζέλος ζύγισε την κατάσταση, καθώς στις περιοχές αυτές υπήρχε ισχυρή ελληνική παρουσία και προβλέψιμος ο κίνδυνος αντεκδικήσεων από τους Μπολσεβίκους, και απάντησε θετικά στο αίτημα του Κλεμανσώ.
Η πρώτη μάχη με την εμπλοκή ελληνικών δυνάμεων δόθηκε στις 25 Φεβρουαρίου, όταν το 1ο Σύνταγμα Πεζικού υπό τον αντισυνταγματάρχη Νικόλαο Ρόκα, απελευθέρωσε τη φρουρά της Χερσώνας, την οποία πολιορκούσε ο Κόκκινος Στρατός. Στη συνέχεια, οι έλληνες στρατιώτες έλαβαν μέρος σε πολλές μάχες, έως τις 20 Μαρτίου 1919, όταν έπειτα από απόφαση των συμμάχων δόθηκε εντολή για το τέλος της εκστρατείας και την εκκένωση της Οδησσού.
Οι ελληνικές μονάδες υποχώρησαν με υποδειγματική τάξη και παρατάχθηκαν στη δυτική όχθη του ποταμού Δνείστερου για να υπερασπίσουν την περιοχή της Βεσσαραβίας (σημερινή Μολδαβία) από τις επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού. Στην περιοχή της Κριμαίας παρέμεινε έως τις 14 Απριλίου 1919 το 2ο Σύνταγμα Πεζικού, όπου αντιμετώπισε αλλεπάλληλες επιθέσεις του Κόκκινου Στρατού και κατέστειλε την εξέγερση των εργατών της Σεβαστούπολης, ενισχυμένους με γάλλους ναύτες, οι οποίοι είχαν στασιάσει. Τον Ιούνιο του 1919 το Α' Σώμα Στρατού προωθήθηκε στη Σμύρνη, όπου ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε από τον Μάιο. Οι συνολικές απώλειες του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στη μεσημβρινή Ρωσία ανήλθαν σε 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.
Η επιλογή του Ελευθέριου Βενιζέλου για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην εκστρατεία της Ουκρανίας δεν δικαιώθηκε από τα πράγματα. Οι εθνικές διεκδικήσεις σε Ανατολική Θράκη και Μικρά Ασία δεν ευοδώθηκαν, αφού μεσολάβησε η Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ κόστισε βαρύτατα στις ελληνικές κοινότητες της νότιας Ρωσίας, που θεωρήθηκαν αμφίβολης νομιμοφροσύνης από τις σοβιετικές αρχές και πολλά μέλη της αναγκάσθηκαν να καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα.


Εκλογική ήττα Βενιζέλου το Νοέμβρη του 1920

Οι Ελληνικές βουλευτικές εκλογές του 1920 διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων. Την απόφαση της διεξαγωγής τους έλαβε ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που είχε αναλάβει πρωθυπουργός όχι από δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά κατά το Κίνημα Εθνικής Αμύνης, χωρίς να υπήρχε κάποιος έκτακτος ή σπουδαίος λόγος.
Αρχικά μετά τη διάλυση της Βουλής οι εκλογές αυτές προκηρύχθηκαν για τις 25 Οκτωβρίου του 1920.
Δεκατρείς όμως ημέρες πριν τη διεξαγωγή τους πέθανε αιφνίδια από δάγκωμα πιθήκου ο Βασιλιάς Αλέξανδρος. Έτσι στη θέση του ορίστηκε Αντιβασιλέας ο Ναύαρχος Κουντουριώτης. Τελικά οι εκλογές διεξήχθησαν στις 1 Νοεμβρίου 1920 και ουσιαστικά ανάμεσα σε δύο παρατάξεις για πρώτη φορά στην Ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία, ακριβώς λόγω της πόλωσης που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Το ένα ήταν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων και το άλλο η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, η οποία ήταν η ένωση όλων των υπολοίπων κομμάτων (Κόμμα Εθνικοφρόνων, Συντηρητικό Κόμμα, Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, κ.α. μικρότερα), εκτός από το ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), που κατέβηκε στις εκλογές αυτόνομο, αλλά δεν εξέλεξε βουλευτές.
Από τις εκλογές αυτές νικητής αναδείχθηκε η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις ενώ ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που πριν λίγους μήνες η Βουλή τον είχε ανακηρύξει "άξιον της Ελλάδος ευεργέτην και σωτήρα της πατρίδος", δεν εκλέχθηκε ούτε βουλευτής.
Κυβέρνηση σχηματίζει ο Δημήτριος Ράλλης και στις 24 Ιανουαρίου 1921 ο Ν. Καλογερόπουλος ενω στο Μικρασιατικό μέτωπο φαίνονται τα πρώτα σύννεφα. Στις 26 Μαρτίου 1921 ο Δ. Γούναρης και μετά στις 22 Μαρτίου ο Π. Πρωτοπαπαδάκης. Τον Αύγουστο επέρχεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά έχουμε κυβερνήσεις των Ν. Τριανταφυλάκου και Στ.Γονατά.
Σημειώνεται ότι σε αυτές τις εκλογές ψήφισαν για πρώτη και τελευταία φορά Έλληνες από τη μόλις απελευθερωμένη Ανατολική Θράκη.
Στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, καθώς και στη Δυτική και Ανατολική Θράκη, οι εκλογές διεξήχθησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, με χάρτινο ψηφοδέλτιο αντί με σφαιρίδια. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε δηλώσει ότι οι Θράκες είναι εγγράματοι με μακρά παράδοση σε τέτοιου είδους διαδικασίες[1].
Μετά την αποτυχία του αυτή ο Ε. Βενιζέλος κατέφυγε στο Παρίσι. Το ίδιο έτος έχασε τις εκλογές και ο Κλεμανσό.
Για τη διενέργεια των εκλογών αυτών πολύ χαρακτηριστική και κατηγορηματική υπήρξε η άποψη που διατύπωσε ο μετριοπαθής πολιτικός Κ. Ζαβιτσιάνος που έγραψε:
"Η ενέργεια εκλογών το 1920 ουδαμόθεν εδικαιολογείτο. Μεγαλύτερον πολιτικόν σφάλμα ήτο αδύνατον να διαπραχθή".



Διχοτόμηση Δραχμής 1922

Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.

Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.

Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Σύμφωνα με τον βιογράφο του, Αλέξανδρο Οικονόμου, ο Πρωτοπαπαδάκης σηκώθηκε από τη θέση του και απευθυνόμενος στον Γούναρη του είπε: «Δημητράκη, τα ηύρα τα λεπτά». Ο Γούναρης έμεινεν εμβρόντητος και τον εκοίταζε με ολάνοιχτα μάτια, χωρίς να αρθρώνη λέξιν. Ο Πρωτοπαπαδάκης, αντί άλλης εξηγήσεως, έβγαλε από το πορτοφόλι του εν εκατοντάδραχμον χαρτονόμισμα, το έκοψε εις δύο και επέδειξε τα τεμάχια κρατών αυτά προ των εκστατικών οφθαλμών του φίλου του. Ο Γούναρης δεν εκαταλάβαινε τι συμβαίνει. – Ενόμισα πως τρελλάθηκε, έλεγε κατόπιν. Αφού, λοιπόν, ο Πρωτοπαπαδάκης απήλαυσε το θέαμα, το οποίο παρείχε ο φίλος του, αποφάσισε να του εξηγήση το σχέδιόν του. Πλήρης θαυμασμού ο Γούναρης δια την ευφυά και απλουστάτην επινόησιν προσεπάθησεν εν τούτοις να εύρη κάθε πιθανήν αντίρρησιν διά την ορθότητα της εφαρμογής της. Και ηύρε, ως έλεγε, πολλάς, αλλ’ ουδεμία ηδύνατο να σταθή προ των επιχειρημάτων του Πρωτοπαπαδάκη. Απεδέχθη λοιπόν πλήρως το σχέδιόν του. Αμφότεροι ετήρησαν απόλυτον εχεμύθεια…». Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.

Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου, επαναλαμβάνοντας την παράσταση που είχε δώσει ένα μήνα νωρίτερα ενώπιον του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον (ο κύριος υπουργός βγάζει από το χαρτοφυλάκιόν του μίαν ψαλλίδα γραφείου και προ της εκθάμβου Βουλής κόπτει εις δύο το εις χείρας του χαρτονόμισμα). Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.

Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι εκλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου, αν και ο έμπειρος περί τα οικονομικά Εμμανουήλ Τσουδερός παραδέχθηκε τη «σοβαρότητα και το πολύπλοκο του θέματος».

Οι εφημερίδες, κυρίως της συμπολίτευσης, τήρησαν αμήχανη στάση και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να τις δωροδοκήσει για να υποστηρίξουν το αναγκαστικό δάνειο, όπως αναφέρει στο Ημερολόγιό του ο Ιωάννης Μεταξάς (Πέμπτη 24 Μαρτίου): «Αι εφημερίδες επληρώθησαν αδρότατα εκατό χιλιάδες εκάστη, αι βενιζελικαί, αφού εφάνησαν δεχόμεναι κατ’ αρχάς, ηρνήθησαν έπειτα. Το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος χαρακτηρίστηκε «ηρωική δημοσιονομία» από τον διάσημο οικονομολόγο και κοινωνιολόγο Βιλφρέντο Παρέτο, ενώ επαινέθηκε από τον βρετανό πρωθυπουργό Ντέιβιντ Λόιντ Τζορτζ.

Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες. Σύμφωνα με το νόμο, το μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος θα λειτουργούσε ως εξής: Οι κάτοχοι των χαρτονομισμάτων θα κρατούσαν το αριστερό κομμάτι (που ονομαζόταν στην καθομιλουμένη «Σταύρος», επειδή είχε χαραγμένο πάνω του το κεφάλι του Γεωργίου Σταύρου), το οποίο θα είχε την αξία των 50 δραχμών, και το δεξιό κομμάτι (που ονομαζόταν αντιστοίχως «στέμμα») θα επιστρεφόταν στην Εθνική Τράπεζα, η οποία θα έδινε μιαν απόδειξη (αργότερα θα τυπώνονταν κανονικοί τίτλοι που θα αντικαθιστούσαν την απόδειξη) για τη συμμετοχή τους στο αναγκαστικό δάνειο.

Το επιτόκιο των ομολογιών ήταν αρκετά υψηλό, στο 7% (έναντι 4% των καταθέσεων ταμιευτηρίου), και αργότερα κατέβηκε στο 6,5%, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν, να μοιραστούν μέσω κληρώσεως, εν είδει λαχείου. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τυχερά παιχνίδια κι έτσι η κλήρωση αυτή είχε θετική απήχηση στα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού.

Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός.



Διχοτόμηση του 1926 από Θεόδωρο Πάγκαλο
Τη 17η Ιανουαρίου 1926 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος είχε επισκεφθεί το Μενίδι. Κατά την ολιγόωρη παραμονή του εκεί έκανε δηλώσεις στους δημοσιογράφους για την εσωτερική κατάσταση της χώρας. Οι εκπρόσωποι του Τύπου τον ρώτησαν για την απότομη ανατίμηση του ξένου συναλλάγματος και ο δικτάτορας τους απάντησε: «η ανατίμησις του συναλλάγματος είναι τελείως αδικαιολόγητος και οφείλεται εις διαδόσεις περί εκδόσεως νέου χαρτονομίσματος μετά την διχοτόμησιν των εν κυκλοφορία ευρισκομένων χαρτονομισμάτων. Η Κυβέρνησις διατελεί εν γνώσει αυτών, οι οποίοι ευθύνονται διά τας ανωτέρω κακοβούλους διαδόσεις, εντός δε της αύριον θα λάβωμεν αυστηρότατα μέτρα εναντίον τους». Ακολούθως παρακάλεσε τους δημοσιογράφους να διαψεύσουν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο τις φήμες περί εκδόσεως νέου χαρτονομίσματος, περί αναγκαστικού εσωτερικού δανείου και περί διχοτομήσεως του εν κυκλοφορία χαρτονομίσματος (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 18ηςΙανουαρίου 1926).

Μια βδομάδα όμως αργότερα, την 24η Ιανουαρίου 1926, ο Θ. Πάγκαλος διαψεύδοντας τις παραπάνω διαβεβαιώσεις του έλαβε ένα μέτρο, το οποίο από τους εχθρούς του χαρακτηρίστηκε ως «ληστεία μετά φόνου όλου του λαού». Με διάταγμα που εκδόθηκε οριζόταν ότι τα κυκλοφορούντα χαρτονομίσματα θα κόβονταν με το ψαλίδι κατά το ¼ και η αξία τους θα μειωνόταν κατά 25%. Για παράδειγμα, ένας που είχε στην κατοχή του 1000 δραχμές θα κατείχε στο εξής μόνο 750 δρχ.. Με το «εύρημα» αυτό το Δημόσιο μπορούσε να τυπώσει χαρτονόμισμα ίσης αξίας χωρίς να αυξηθεί ο όγκος του κυκλοφορούντος χρήματος. Και φυσικά το νέο χαρτονόμισμα θα περιερχόταν στα δημόσια ταμεία. Με τη ρύθμιση αυτή το κράτος άρπαξε από τις τσέπες των Ελλήνων 1.250.000.000 δραχμές. Για να χρυσώσει το χάπι, το διάταγμα όριζε ότι το κομμάτι του χαρτονομίσματος που ψαλιδιζόταν θα μπορούσε ο πολίτης να το ανταλλάξει στις τράπεζες με ομολογίες ίσης αξίας, οι οποίες θα του απέφεραν τόκο 6%. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι τις ομολογίες δεν μπορούσε να τις εξαργυρώσει. Έτσι του έμενε ως παρηγοριά ο ετήσιος τόκος. Έχανε δηλαδή στο χιλιάρικο 250 δραχμές και σε αντιστάθμισμα θα έπαιρνε 15 δραχμές το χρόνο.

Αλλά τα νέα οικονομικά μέτρα του Θεόδωρου Πάγκαλου που καταλήστευαν το λαό είχαν και συνέχεια. Κυκλοφορούσαν τότε έντοκα γραμμάτια δανείου, το οποίο είχε χορηγηθεί από τους πολίτες στην Εθνική Άμυνα, συνολικής αξίας 750.000.000 δραχμών. Τα γραμμάτια αυτά χρησιμοποιούνταν ως χαρτονομίσματα, δεδομένου ότι εξαργυρώνονταν από τις τράπεζες «άμα τη εμφανίσει τους». Όποιος ήθελε μπορούσε να καταθέσει σε μια τράπεζα ένα έντοκο γραμμάτιο και να εισπράξει αμέσως την αξία του σε δραχμές. Με απόφαση όμως που έλαβε το δικτατορικό καθεστώς τα γραμμάτια μετατρέπονταν και αυτά σε ομολογίες αναγκαστικού δανείου. Όποιος τα είχε στην κατοχή του θα περίμενε δέκα χρόνια, για να εξοφληθεί από το Δημόσιο. Έτσι ο Θ. Πάγκαλος δήμευσε συνολικά 2.000.000.000 δραχμές από τις αποταμιεύσεις του ελληνικού λαού (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 20ης Μαΐου 1980).

Η διχοτόμηση του χαρτονομίσματος που έκανε το 1926 το καθεστώς του Θ. Πάγκαλου ουσιαστικά ήταν επανάληψη ενός «κουρέματος» που είχε κάνει κατά το 1922 ο τότε υπουργός των Οικονομικών Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης. Για να αντιμετωπίσει την οικονομική αιμορραγία, που προκαλούσε η συνεχιζόμενη Μικρασιατική Εκστρατεία, έφερε στη Βουλή την 21η Μαρτίου 1922 ένα νομοσχέδιο. Σύμφωνα μ’ αυτό επιτρεπόταν στην Κυβέρνηση να συνάψει εσωτερικό αναγκαστικό δάνειο μέχρι του ποσού των 1.500.000.000 δραχμών με επιτόκιο 7% (1ο άρθρο). Και τότε διχοτομήθηκε το χαρτονόμισμα και οι Έλληνες έχασαν το 50% των αποταμιεύσεών τους. Έναντι των χρημάτων που τους πήρε το κράτος τους έδωσε έντοκες ομολογίες, τις οποίες θα αποπλήρωνε εντός μιας εικοσαετίας (9ο άρθρο) (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 22ας Μαρτίου 1922). Ο Π. Πρωτοπαπαδάκης μετά τη Μικρασιατική καταστροφή παραπέμφθηκε σε δίκη, καταδικάστηκε σε θάνατο («η δίκη των έξι») και εκτελέστηκε το Νοέμβριο του 1922. Βασική κατηγορία εναντίον του ήταν η διχοτόμηση του χαρτονομίσματος. Και το αξιοπερίεργο είναι ότι στη σύνταξη του παραπεμπτικού βουλεύματος συμμετείχε ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος, ο οποίος ήταν τότε πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου