Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 5. ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΌΣ . Οικονομική και πνευματική ανάπτυξη.

Μπαίνουμε λοιπόν και στο Ποντιακό κομμάτι της ιστορίας το οποίο στο πρώτο μέρος είναι καθαρά λαογραφικό.
Ας ξεκινήσουμε με τους όρους Χάτι Σερίφ και Χάτι Χουμαγιούν

Χάτι Σερίφ.

Στις 3 Νοεμβρίου 1839 ο διάδοχος του Μαχμούτ Β' σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ (1839-1861) εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το αυτοκρατορικό διάταγμα που έμεινε γνωστό ως Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ. Tο διάταγμα κοινοποιούσε την ανάληψη μεταρρυθμιστικού έργου, που συνοψιζόταν υπό τον όρο Τανζιμάτ (=μεταρρύθμιση, τακτοποίηση), με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην Aυτοκρατορία. Ως κατευθυντήριες γραμμές του Τανζιμάτ θεωρούνταν ο σεβασμός της ασφάλειας, της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους και η ισότητά τους απέναντι στο νόμο. Eπιπλέον, γινόταν λόγος για φορολογικές μεταρρυθμίσεις όπως η κατάργηση της ενοικίασης των φόρων, γνωστής ως ιλτιζάμ (iltizam), και ο καθορισμός του φορολογικού βάρους ανάλογα με την περιουσία και τα εισοδήματα του φορολογουμένου. Aναγγέλλονταν επίσης μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της στρατιωτικής υπηρεσίας και επιβεβαιωνόταν η κατάργηση των μονοπωλίων.
Μεγαλύτερη σημασία όμως από τις διατάξεις τις ίδιες είχε, εκτός από το γεγονός ότι αφορούσαν όλους τους υπηκόους ανεξαρτήτως θρησκεύματος ή κοινωνικής θέσης, το ότι δήλωναν ρητά την απόφαση της κεντρικής εξουσίας να καινοτομήσει. Παρά την αναφορά στις παλαιές δόξες της Aυτοκρατορίας στην αρχή του κειμένου, στο διάταγμα γινόταν σαφές ότι οι αλλαγές που προτείνονταν ήταν "αλλοιούσαι και ανανεούσαι εντελώς τας αρχαίας συνηθείας". Με αυτόν άλλωστε τον τρόπο ερμηνεύτηκαν τόσο από τους ίδιους τους υπηκόους της Aυτοκρατορίας όσο και από τους Eυρωπαίους. Tέλος, δεν είναι τυχαίο ότι το διάταγμα εκδόθηκε σε μια εποχή που η Aυτοκρατορία χρειαζόταν την υποστήριξη των ευρωπαϊκών Δυνάμεων για να αντιμετωπίσει τον αιγύπτιο υποτελή της Μοχάμετ Αλί, με τον οποίο είχε εμπλακεί εκ νέου σε έναν καταστροφικό γι' αυτήν πόλεμο. Στην εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που θα απέτρεπαν τη διάλυση της Aυτοκρατορίας, θα ορθολογικοποιούσαν τη διοίκηση και θα διευκόλυναν τη διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, η Πύλη[2] μπορούσε να λογαριάζει στη συμπαράσταση των Δυνάμεων της Δυτικής Eυρώπης και κυρίως της Βρετανίας.

Tο Χάτι Χουμαγιούν (Ηatt-i Ηumayun) του 1856

'Oπως το Χάτι Σερίφ (Ηatt-i Serif) στα 1839, έτσι και το Χάτι Χουμαγιούν (Ηatt-i Ηumayun), το δεύτερο μείζον μεταρρυθμιστικό διάταγμα, εκδόθηκε εν τω μέσω μιας περιόδου κρίσης, στις 18 Φεβρουαρίου 1856, ενάμιση μήνα πριν υπογραφεί στο Παρίσι η συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε τον Κριμαϊκό πόλεμο.[1] Η πίεση που άσκησαν στην Πύλη[2] η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία υπήρξε πολύ έντονη και εξηγεί σε ορισμένα σημεία την τολμηρότητα του κειμένου. Πράγματι, το νέο διάταγμα δεν αρκούνταν στην επιβεβαίωση των μεταρρυθμιστικών αρχών εκείνου του 1839, αλλά προσδιόριζε με σαφή τρόπο τα νέα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν και χρησιμοποιούσε αρκετά ριζοσπαστική γλώσσα, μιλώντας μεταξύ άλλων για την κοινότητα των "πεπολιτισμένων εθνών", για την "πρόοδο" και τα "φώτα του πολιτισμού", ενώ δεν έκανε καμία μνεία στο ένδοξο παρελθόν της Aυτοκρατορίας. Tο Χάτι Χουμαγιούν έδινε μεγάλη έμφαση στην ισότητα όλων των υπηκόων της Aυτοκρατορίας σε ζητήματα φορολογίας, στη συμμετοχή τους άνευ διακρίσεων στο υπαλληλικό σώμα, σε όλα τα διοικητικά και δικαστικά όργανα, στην εισαγωγή στις στρατιωτικές σχολές και στην εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας, η οποία δε θα αποτελούσε πια προνόμιο και αποκλειστικό βάρος των μουσουλμάνων. Η νομιμότητα των μιλέτ (millet), των πολιτικοθρησκευτικών οργανώσεων των μη μουσουλμάνων, επιβεβαιωνόταν, γινόταν όμως λόγος για την αναγκαιότητα μεταρρύθμισης της λειτουργίας τους, με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριληφθούν περισσότεροι λαϊκοί στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ως προς τη φορολογία, το διάταγμα επαγγελλόταν εκ νέου την κατάργηση του ιλτιζάμ (iltizam) και την αντικατάστασή του από ένα σύστημα άμεσης είσπραξης των φόρων. Tέλος, οριζόταν η κωδικοποίηση του ποινικού και του εμπορικού δικαίου, η ίδρυση τραπεζών, η δυνατότητα αλλοδαπών να κατέχουν ακίνητη περιουσία εντός της Aυτοκρατορίας, η παροχή διευκολύνσεων στην εισαγωγή ευρωπαϊκού κεφαλαίου και η ίδρυση μικτών δικαστηρίων για την εκδίκαση ποινικών και εμπορικών υποθέσεων ανάμεσα σε μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους.
Βασικός άξονας του κειμένου ήταν η αρχή της ισότητας, η οποία σε συνδυασμό με την αρχή της αντιπροσώπευσης και την έμφαση που δινόταν στην έννοια του πατριωτισμού, προσέγγιζε τη μοντέρνα αντίληψη της εθνικότητας, η οποία με τη σειρά της βρισκόταν υπό διαμόρφωση ακριβώς εκείνη την εποχή στην Eυρώπη. Tέτοιες αντιλήψεις όμως βρίσκονταν σε αντίθεση με την παραδοσιακή πολιτική ιδεολογία της Aυτοκρατορίας και την ίδια τη νομιμοποίηση της σουλτανικής εξουσίας. 'Eτσι, το Χάτι Χουμαγιούν (Ηatt-i Ηumayun) όχι μόνο επιτάχυνε τη δυναμική του Τανζιμάτ, αλλά παράλληλα κατέδειξε τις εσωτερικές αντιφάσεις του.

Πάμε να δούμε τώρα τις περιοχές.

Σινώπη

Η Σινώπη ήταν πόλη της αρχαίας Παφλαγονίας. Είναι άγνωστος ο χρόνος ίδρυσής της. Πρώτοι άποικοι ήταν οι κάτοικοι της Μιλήτου περί τον 8ο αι. π.Χ., σε συμφωνία με τους παλαιούς κατοίκους. Ο Ηρόδοτος θεωρεί πρώτους οικιστές τους Κιμμέριους, άλλοι θεωρούν τους Αργοναύτες. Το όνομα προέρχεται από τη μυθολογική κόρη του ποταμού Ασωπού, Σινώπη. Η Σινώπη ήταν η πρώτη ελληνική αποικία στο Πόντο και αφετηρία του εξελληνισμού των εκεί ακτών μέχρι τη μακρυνή Κολχίδα. Η Τραπεζούντα, η Κερασούντα και τα Κοτύωρα ήταν αποικίες της Σινώπης. Κατά τον 5ο αι. απετέλεσε μέλος της Αθηναϊκής Ηγεμονίας, ο δε Περικλής έστειλε εκεί 600 Αθηναίους κληρούχους, μετά την απαλλαγή της πόλης από την τυρρανία του Τιμησέλεω. Στη συνέχεια, η πόλη ήταν ανεξάρτητη και από αυτή πέρασαν οι "Μύριοι" του Ξενοφώντα.


Το 368 π.Χ. καταλήφθηκε από τον Δατάμα, πέρση Σατράπη της Καππαδοκίας, αλλά διατήρησε την αυτονομία της. Το 183 π.Χ. καταλήφθηκε από τον Φαρνάκη Α' ο οποίος την κατέστησε πρωτεύουσα του Βασιλείου του Πόντου.
Στη πόλη αυτή γεννήθηκε ο Μιθριδάτης ο Μέγας που την καλλώπισε με ναούς, στοές, νεώρια (μαρτυρία Στράβωνα). Τέλος δε το 70 π.Χ. καταλήφθηκε από το ρωμαίο στρατηγό Λούκουλο που και αυτός της παραχώρησε αυτονομία. Το 44 π.Χ. έγινε οριστικά ρωμαϊκή αποικία με ρωμαίους εποίκους, υπαγόμενη στη Βιθυνία.

Κατα τη Βυζαντινή περίοδο δεν είχε σπουδαία σημασία, ανήκε δε στο Αρμενιακό Θέμα. Μετά την Δ' Σταυροφορία έγινε μήλος της έριδος μεταξύ της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας και των Σελτζούκων Τούρκων που την κατέκτησαν πρώτη φορά το 1214. Από τα μέσα του 13ου αιώνα πέρασε στην κυριαρχία τοπικών τουρκομανικών δυναστειών. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, ο Μωάμεθ Β' ο Πορθητής την κατέκτησε το 1461, καθοδόν στην εκστρατεία του κατά της Τραπεζούντας, και μετέφερε τους κατοίκους της στην Κωνσταντινούπολη για αύξηση του εκεί πληθυσμού. Στην οθωμανική περίοδο η Σινώπη υπαγόταν στο εγιαλιέτι της Κασταμονής. Αξιοσημείωτο γεγονός των νεοτέρων χρόνων υπήρξε η παρά τη Σινώπη ναυμαχία του ρωσικού στόλου με τον τουρκικό στις 30 Νοεμβρίου του 1853 στην αρχή του Κριμαϊκού πολέμου, που οδήγησε στην καταστροφή του οθωμανικού στόλου και έδωσε το έναυσμα για να εισέλθουν η Αγγλία και η Γαλλία στον πόλεμο κατά της Ρωσίας.

Εκκλησιαστική ιστορία
Η Σινώπη κατά το μεσαίωνα απετέλεσε επισκοπή υπαγόμενη στη Μητρόπολη Ελενοπόντου, στους δε νεότερους χρόνους στη Μητρόπολη Αμάσειας. Κατά τη χριστιανική παράδοση, πρώτος που κήρυξε το χριστιανισμό στη πόλη ήταν ο Απόστολος Ανδρέας ο οποίος χειροτόνησε τον πρώτο επίσκοπο της, τον Φιλόλογο. Επί αυτοκράτορα Τραϊανού φέρεται να μαρτύρησε εδώ ο επίσκοπος Φωκάς. Αργότερα φέρονται μνημονευόμενοι επίσκοποι της Σινώπης ο Προαιρέσιος, ο Αντίοχος (στη Δ' Οικουμενική Σύνοδο), ο Σέργιος (στη ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδο), ο Γρηγόριος (στη Ζ' Οικουμενική Σύνοδο) και άλλοι.

Ο ελληνικός πληθυσμός της Σινώπης πριν το 1914 ήταν 5.000 και ο τουρκικός 9.000. Οι ¨Ελληνες διατηρούσαν αστική σχολή, Παρθεναγωγείο και 3 εκκλησίες. Στα περίχωρα δε υπήρχαν άλλοι 2.000 Έλληνες. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου, οι Έλληνες της πόλης και των γύρω χωριών υπέστησαν πολλές κακουχίες και οι επιζήσαντες μετανάστευσαν στην Ελλάδα κατά τη διετία 1923-1924, κατά την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή.

Τρίπολη

1. Τοποθεσία - Ονομασία
Η πόλη Τρίπολη βρίσκεται κοντά στις εκβολές του ποταμού Χαρσιώτου (Harşit), 77 χλμ. δυτικά της Τραπεζούντας και 54 χλμ. ανατολικά της Κερασούντας. Κοντά στην πόλη βρίσκονται τα βουνά Σισ-δάγ και Τσαλ-δάγ, με ύψος 2.810 μ. και 1.966 μ. αντίστοιχα. Η ονομασία της πόλης οφείλεται στη δημιουργία της από τρεις προϋπάρχουσες αρχαίες πόλεις: την Ισχόπολη, την Αργύρια ή Αργύρεια και τη Φιλοκάλεια. Μετά την οθωμανική κατάκτηση ονομάστηκε Driboli και αργότερα Tirebolu.


2. Διοικητική υπαγωγή
Στα πρώτα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, το 15ο αιώνα, η Τρίπολη ανήκε στο ναχιγιέ Κürtün, που υπαγόταν στο βιλαέτι Τραπεζούντας. Αργότερα στον ίδιο αιώνα έγινε έδρα καζά. Κατά διαστήματα ο καζάς αυτός ανήκε είτε στο σαντζάκι Gümüşhane (Αργυρούπολης) είτε στο σαντζάκι Giresun (Κερασούντας). Το 19ο αιώνα το καϊμακαμλίκι Τρίπολης είχε την έδρα του στην πόλη και υπαγόταν στο μουτεσαριφλίκι και στο βιλαέτι Τραπεζούντας. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Şemseddin Sami και του Ali Cevad, διατήρησε τη διοικητική αυτή θέση ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο δήμος της πόλης ιδρύθηκε το 1877. Το 1892 το καϊμακαμλίκι Τρίπολης περιλάμβανε δύο μουχταρλίκια, το Görele και το Şiran. Ο Şemseddin Sami αναφέρει ότι την ίδια εποχή στο καϊμακαμλίκι Τρίπολης υπάγονταν 114 χωριά. Τον 20ό αιώνα η διοικητική υπαγωγή του καϊμακαμλικιού Τρίπολης παραμένει ίδια με του 19ου αιώνα, αυξάνεται όμως ο αριθμός των χωριών που υπάγονται στο καϊμακαμλίκι. Συνολικά αναφέρονται 125 μουσουλμανικά και χριστιανικά χωριά.
3. Ιστορία
Το 1461 η Τρίπολη κατακτήθηκε από το Μωάμεθ τον Πορθητή στη διάρκεια της εκστρατείας του εναντίον των Κομνηνών. Μετά την κατάληψη του οικισμού από τους Οθωμανούς εγκαταστάθηκαν εκεί οι Τουρκομάνοι νομάδες Çepni. Έτσι άρχισε η ανάπτυξη του μουσουλμανικού στοιχείου στην περιοχή. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες ενδείξεις, από το 15ο έως το 18ο αιώνα η Τρίπολη αναπτύχθηκε οικονομικά ως λιμάνι αλλά δε συναντάμε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Για το λόγο αυτόν, ίσως, το 1701 ο Tournefort την αναφέρει ως χωριό. Το 18ο αιώνα αρκετοί μετανάστες μεταλλουργοί από την περιοχή της Χαλδίας εγκαταστάθηκαν στην Τρίπολη και σε άλλες πόλεις. Σε αντίθεση με άλλες πόλεις και περιοχές του Πόντου, οι κάτοικοί της δεν εξισλαμίστηκαν, αλλά διατήρησαν τη θρησκευτική τους παράδοση. Η βασική αιτία ήταν η ύπαρξη των μεταλλείων όπου εργάζονταν οι κάτοικοι, οι οποίοι είχαν ειδικά προνόμια, όπως απαλλαγή από κάποιους φόρους.
Το 1806 εγκαταστάθηκε στην Τρίπολη ο Kel Alioğlu Ali Ağa, ύστερα από την εξέγερση της οικογένειας Tuzcu oğulları στην περιοχή του Ερζερούμ. Το 1816 ο Kel Alioğlu Ali Ağa κατέλαβε την πόλη, αλλά στις 26 Οκτωβρίου 1816 τα οθωμανικά στρατεύματα επανέκτησαν τον έλεγχό της. Στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 η κατάσταση για τους ορθόδοξους της πόλης ήταν εκρηκτική, όπως φαίνεται από το φιρμάνι που στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη προς τη διοίκηση της Τρίπολης στα τέλη Απριλίου 1821. Σύμφωνα με το φιρμάνι, όσοι ορθόδοξοι υποστήριζαν την επανάσταση και συμμετείχαν σε αυτή θα αντιμετώπιζαν αυστηρές ποινές.
Μετά την έναρξη του Α' Παγκόσμιου πολέμου και την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε αυτόν η κατάσταση στην πόλη άλλαξε άρδην. Το Δεκέμβριο του 1914 ο ρωσικός στόλος βομβάρδισε την Τρίπολη. Στη διάρκεια των βομβαρδισμών σκοτώθηκαν άμαχοι, μεταξύ των οποίων και Έλληνες. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά, στα μέσα Ιουνίου 1915, ξεκίνησε ο εκτοπισμός των Αρμένιων κατοίκων της πόλης.
Το ξημέρωμα της Κυριακής 16 Νοεμβρίου 1916 ξεκίνησε ο εκτοπισμός περίπου 3.000 ορθοδόξων από την πόλη της Τρίπολης. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί οδηγήθηκαν στο χωριό Μπρικ, ένα εγκαταλειμμένο Αρμενοχώρι όπου κάποτε ζούσαν 500 οικογένειες. Τέσσερις μήνες μετά την εγκατάστασή τους εκεί, σημειώθηκε επιδημία. Αργότερα προχώρησαν προς τη Ρωσία, όπου παρέμειναν περίπου 9 μήνες. Τελικά τον Απρίλιο του 1919 αρκετοί από τους Τριπολίτες εγκατέλειψαν τη Ρωσία και κατευθύνθηκαν προς την Ελλάδα.

Τραπεζούντα

Η Τραπεζούντα (τουρκικά Trabzon, αρχ. ελλ. Τραπεζοῦς) είναι πόλη της Μικράς Ασίας (Πόντος) στις ακτές του Ευξείνου Πόντου, στη σημερινή Τουρκία. Παλιά ελληνική αποικία κατά την Αρχαιότητα, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, μεγάλο αστικό και πολιτιστικό κέντρο των Ελλήνων Ποντίων μέχρι το 1922 και την Μικρασιατική Καταστροφή. Ίσως αποικία της να ήταν και η Τραπεζούς στον Περσικό κόλπο. Είναι η ωραιότερη πόλη του Πόντου, η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας των Κομνηνών, το τελευταίο καταφύγιο του Ελληνισμού. Η Τραπεζούντα ιδρύθηκε το 756 π.χ. για πρώτη φορά από Ίωνες αποίκους. Έζησε δόξες, καταστροφές, τιμές και θυσίες, αλλά έμεινε και στάθηκε Ελληνική επί 2678 χρόνια μέχρι το 1922 όταν και αναγκάστηκε ο Ελληνισμός της να καταφύγει στην Ελλάδα. Την πόλη την στόλισαν όλοι και όλες οι εποχές με διαφορετικά κτίσματα


Βρίσκεται στις ακτές ενός ανοιχτού όρμου, στις νοτιοανατολικές ακτές του Ευξείνου Πόντου, στους βόρειους πρόποδες των Ποντιακών Άλπεων, οι οι οποίες την χώριζαν από το Κεντρικό Οροπέδιο της Ανατολίας. Το κέντρο της πόλης βρίσκεται σε μια ανυψωμένη τριγωνική περιοχή ανάμεσα σε δυο βαθιά φαράγγια, στη βάση της οποίας υπάρχουν κατάλοιπα αρχαίου ρωμαϊκού λιμένα, ενώ στο νότιο άκρο της ορθώνεται μια ερειπωμένη ακρόπολη. Το κέντρο περιβάλλεται ανατολικά και δυτικά από τείχη που χρονολογούνται από την βυζαντινή περίοδο. Η εμπορική συνοικία είναι συγκεντρωμένη γύρω από ένα παζάρι και πάρκο, στο ανατολικό τμήμα της πόλης, κοντά στο Λεοντόκαστρο, το παλιό γενοβέζικο κάστρο, ανατολικά του οποίου βρίσκεται το λιμάνι. Η σύγχρονη Τραπεζούντα διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον μεσαιωνικό χαρακτήρα της. Στα μνημεία της συγκαταλέγονται τα μεγαλύτερα τμήματα του τείχους της πόλης, τμήμα των ανακτόρων των Μεγάλων Κομνηνών και αρκετές βυζαντινές εκκλησιές που έχουν μετατραπεί σε τεμένη. Από τις εκκλησίες, καλλίτερα διατηρημένη και πλέον εντυπωσιακή είναι της Αγίας Σοφίας, σήμερα μουσείο, η οποία βρίσκεται σε ένα ύψωμα που δεσπόζει στην θάλασσα, δυτικά του κέντρου της πόλης. Πρόκειται για βασιλική με θόλο και υπέροχες τοιχογραφίες του 13ου αι., οι οποίες αποκαλύφθηκαν και καθαρίστηκαν κατά τα έτη 1957-1963. Ένα από τα ωραιότερα οθωμανικά μνημεία είναι το τέμενος και μαυσωλείο της Γκιουλμπαχάρ, συζύγου του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄που βασίλευσε από 1481 ως το 1512.

Εκπαίδευση
Η πόλη σήμερα φιλοξενεί το Πανεπιστήμιο της Μαύρης Θάλασσας.

Ιστορικά στην πόλη λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία και πολιτιστικοί σύλλογοι. Ιδιαίτερα το Φροντιστήριο Τραπεζούντας αποτελούσε από τα πιο σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα των Ελλήνων της Μαύρης Θάλασσας. Η Τραπεζούντα στην παρακμή της, τον 19ο αιώνα είχε μόνο 4200 οικογένειες. 2500 οικογένειες ήταν Ελληνικές, 500 Αρμενικές και 180 αρμενοκαθολικές, 20 διαμαρτυρόμενες, 1500 Περσικές, Ευρωπαικές και Οθωμανικές. Μαζί με τα προάστιά της είχε περίπου 31000 κατοίκους, δηλαδή 6500 οικογένειες. Είχε 4 αλληλοδιδακτικά σχολεία Δημόσια, δύο Παρθεναγωγεία, την Ρωμαίων Σχολή (Φροντιστήριο) και άλλα ιδιωτικά Σχολεία. Αρχές του 20ού αιώνα υπήρχαν 700 μαθητές στα αλληλοδιδακτικά, 250 στο Παρθεναγωγείο, 220 στο Φροντιστήριο και 150 στα ιδιωτικά. Δηλαδή αρχές του 20ού αιώνα υπήρξαν 1250 σπουδαστές στην Τραπεζούντα. Η διοίκηση των σχολείων γινόταν από το ανώτατο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο άλλαζε κάθε δύο χρόνια και είχε ένα πρόεδρο και Εφορεία με τρία μέλη. Ιδιαίτερη αξία για την Τραπεζούντα και ολόκληρο τον Πόντο έχει το όνομα του Φροντηστηρίου, Η Σχολή από την οποία έβγαιναν οι δάσκαλοι του Πόντου. Σήμερα επίσης επιτελεί το ίδιο έργο, εφόσον σε αυτό μορφώνονται μελλοντικοί Τούρκοι δάσκαλοι. Το Φροντιστήριο στεγάζεται σε ένα πολύ μεγάλο κτίριο με τρία πατώματα και έχει μεγάλη αυλή, βρίσκεται δε στην παραλιακή ζώνη. Η θέα από τα παράθυρά του είναι προς τον Πόντο και είναι εκπληκτική. Πίσω από το Φροντιστήριο, σε μικρή σχετικά απόσταση βρίσκεται η πλατεία Μεϊντάν και ο Άγιος Ευγένιος που έχει μετατραπεί σε Τέμενος. Η ίδρυση του Φροντιστηρίου χάνεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας. Βγήκε από το τα σκοτεινά εκείνα χρόνια για να γίνει ο φάρος του απομακρυσμένου Ελληνισμού. Γνωστό είναι ότι στην εποχή του Γεωργίου Υπομενά, είχε η Σχολή το ίδιο όνομα. Κατ' άλλους ιδρύθηκε η Σχολή το 1682 από τον Τραπεζούντιο δάσκαλο Σεβαστό Κιμινήτη. Η βιβλιοθήκη είχε βιβλία του Γεωργίου Υπομενά, Σκίβα, Σεβαστού ως επίσης χειρόγραφα εκκλησιαστικών κανόνων του Βαλσαμώνος. Η αξία των χειρογράφων ήταν πολλή μεγάλη λόγω της αρχαίας γραφής, Είχε ακόμα Ευαγγέλια, ακκλησιαστικά βιβλία και νεώτερα χειρόγραφα, του Σεβαστού Κιμινήτου, Ηλία Κανδύλη και άλλα. Όλες τις εποχές έβγαιναν από την Σχολή νέοι που ευδοκιμούσαν στο εμπόριο, τα γράμματα και την εκκλησία.

Κερασούντα


Η Κερασούντα (τουρκικά: Γκιρεσούν, Giresun, αρχ. ελλ. Κερασοῦς) είναι πόλη στα βόρειο - ανατολικά της σημερινής Τουρκίας, στις ακτές του Εύξεινου Πόντου. Ο πληθυσμός είναι 90.000 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2003.
Η Κερασούντα βρίσκεται στα νότια της Μαύρης Θάλασσας και απέχει 175 χλμ από την Τραπεζούντα.
Ιστορία
Η αρχική πόλη (Κερασούς) ιδρύθηκε στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., από Έλληνες αποίκους από τη Σινώπη. Η θέση της βρισκόταν 110 χλμ ανατολικά της νέας Κερασούντας που ίδρυσε, περί το 180 π.Χ., ο βασιλιάς Φαρνάκης Α', με βίαιη μετοικεσία κατοίκων των Κοτυώρων.

Η Κερασούντα χρησιμοποίησε χρονολογικό σύστημα από το 63 μ.Χ.. Στα αυτοκρατορικά νομίσματα της Τραπεζούντας από Αδριανού ως του Σεβήρου Αλεξάνδρου συνατούμε την επιγραφή ΚΕΡΑCΟΥΝΤΙΩΝ. Τα νομίσματα της Κερασούντος έφεραν την απεικόνιση του Ηρακλή.


Κατά τα νεότερα χρόνια, ανήκε στην ιστορική-γεωγραφική περιοχή του Πόντου και ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πόλη μετά την Τραπεζούντα και την Σαμψούντα. Ο πληθυσμός της πριν το 1922 ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος ελληνικός και η πόλη ανθούσε λόγω της θέσης της στη Μαύρη Θάλασσα και του εμπορίου που διεξαγόταν με τις άλλες χώρες.

Σούρμενα


Τα Σούρμενα ονομάζονται από τον Αρειανό Σουσάρμενα. Ήταν μια σειρά χωριών με 1600 οικογένειες Χριστιανών στα παράλια, ενώ στα βουνά έμεναν άγριοι Μωαμεθανοί. Οι Χριστιανοί των Σουρμένων είχαν σχολεία. Η κύρια ασχολία τους ήταν το εμπόριο.

Αργυρούπολη


(GUMUSHANE)
Πόλη του ν. Τραπεζούντας και έδρα της επαρχίας Χαλδίας, κάπου 100 χιλ. νότια της Τραπεζούντας. Λεγόταν και Κιουμουσχανέ, σαν τόπος αργύρου, για τα πλούσια μεταλλεία αργύρου που είχε άλλοτε η πόλη και όλη η περιοχή. Η πόλη λεγόταν επίσης Καν και ο κάτοικος Κανέτες-Κανέτσα.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Αργυρούπολης εγκαταστάθηκαν εκεί αμέσως μετά την άλωση της Τραπεζούντας και γρήγορα έγινε κέντρο μεταλλωρύχων. Πρώτος ο σουλτάνος Μουράτ ο Γ΄ , ο σύζυγος της Ποντίας Γκιούλ-Μπαχάρ από τη Λιβερά, έδωσε πολλά προνόμια στους αρχιμεταλλουργούς και η πόλη είχε αναπτυχθεί σε κέντρο ελληνισμού. Είχε τότε 60000 κατοίκους, το εμπόριο και οι τέχνες προόδεψαν και η Αργυρούπολη και όλη η Χαλδία βρισκόταν σε ακμή. Δείγμα της ανάπτυξης ήταν και η κοπή νομισμάτων με το όνομα Κιουμουσχανέ. Εκεί αναπτύχθηκε άριστα και η χρυσοχοία, η αγιογραφία και άλλες τέχνες. Βέβαια τον πλούτο και την ευμάρεια ακολούθησε η πνευματική ανάπτυξη. Είχε αλληλοδιδακτικό Σχολείο και Ελληνική Σχολή.
Δυστυχώς μετά την ακμή ακολουθεί και η παρακμή. Έλειψαν τα τεχνικά μέσα εκμετάλλευσης των μεταλλείων, ανακαλύφθηκαν νέα πλούσια μεταλλεία στο Ακ-Δαγ-Ματέν και στην Άργονη και επακολούθησε μεγάλη μετοίκιση μεταλλουργών Αργυρουπολιτών στα νέα μεταλλεία.
Μετά τα τραγικά γεγονότα του 1914-1922 λίγοι Αργυρουπολίτες κατέφυγαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία. Ένα μέρος αυτών εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Νάουσα όπου μετέφεραν και πολλά κειμήλια των ιερών ναών της Αργυρούπολης αλλά και την πολύτιμη βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου, με σπάνια χειρόγραφα και βιβλία. Σήμερα λειτουργεί άριστα αυτή η βιβλιοθήκη και αποτελεί κόσμημα για την πόλη της Νάουσας.

Οροσειρά Παρυάδρου

Η περιοχή του Πόντου τέμνεται κατά μήκος από την Οροσειρά του Παρυάδρου που είναι απόφυση του Καύκασου. Πολλά βουνά ήταν γνωστά ως Ποντικά Όρη ή Ποντικές Άλπεις

Μπάφρα

Πόλη Νοτιοανατολικά της Σινώπης. Ανήκει στον Δυτικό Πόντο. Στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν Αλύα, ενώ ο Στράβωνας την αναφέρει ως Γαζηλών. Απέχει 100 χλμ απο τη Σινώπη και 40 χλμ απο την Αμισό. Στα 1870 κατα μία αναφορά ο πληθυσμός της άγγιζε τους 8.000 απο τους οποίους 2.000 ήταν Έλληνες (Ελληνόφωνοι και Τουρκόφωνοι)
Οι Παφραίοι διατηρούσαν σχολεία αρένων και θηλέων.
Οι τουρκόφωνοι της Πάφρας έγραφαν την τουρκική με ελληνικούς χαρακτήρες, όπως οι κάτοικοι στην περιοχή Καισάρειας.
Σύμφωνα με στατιστική της Μητρόπολης Αμάσειας, η επαρχία Πάφρας είχε μία πόλη, 116 αμιγώς ελληνικά χωριά, μία επισκοπική εκκλησία, 107 ναούς, την μονή της Παναγίας Μάγαρας, ένα ημιγυμνάσιο, 80 σχολεία αρένων, 17 θηλέων, 2 νηπιαγωγεία, και 4.500 μαθητές. Την εποχή εκείνη ο πληθυσμός υπολογίζεται σε 11.000 κατοίκους.
Η Πάφρα παρήγαγε σιτάρι, κριθάρι, μήλα αχλάδια κ.ά. Ήταν ονομαστή όμως για τα περίφημα καπνά και το μαύρο χαβιάρι.
Τα καπνά της εξήγαγε στις αγορές του Αμβούργου, Μασσαλίας, Λονδίνου, και Αλεξάνδρειας.
Στην επαρχία Καζά η οποία ήταν υποδιοίκηση της Πάφρας, ο πληθυσμός ανερχόταν στις 85.000 με 90.000 κατοίκους εκ των οποίων τα 4/5 ήταν Ελληνορθόδοξοι.
Πρώτος επίσκοπος της Αμάσεια όπου ανήκε η Πάφρα, ήταν ο Μελέτιος (600 μ.Χ. και τελευταίος ο εθνομάρτυρας Ευθύμιος Αγριτέλης ο οποίος έφερε τον τίτλο, « Επίσκοπος Ζήλων». Ο επίσκοπος Zήλων ήταν ο μοναδικός επίσκοπος που εκτελέστηκε απο τους τούρκους λόγω της συμμετοχής του στο αντάρτικο κίνημα της περιοχής του.
Στην περιφέρεια Πάφρας δημιουργήθηκε ένα απο τα μεγαλύτερα αντάρτικα του Πόντου. Οι κάτοικοι της όμως πλήρωσαν μεγάλο τίμημα για την ανάμειξη τους σ' αυτό.
Στις 3 Ιουνίου 1921 πολιορκείται η ελληνική συνοικία απο όργανα του Τοπάλ Οσμάν. 570 άνδρες ηλικίας απο 15 ως 70 ετών συλλαμβάνονται και φυλακίζονται.
Οδηγούνται αργότερα σε τρίωρη πορεία στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους στο χωριό Κιόβτσε Σου. Εκεί τους λήστεψαν και τους έκαψαν.
Ως εκ θαύματος διασώθηκαν δύο και κατέφυγαν στα βουνά.
Στις 8 Ιουνίου 1921 ο Τοπάλ Οσμάν συλλαμβάνει άλλους 250 άνδρες κάθε ηλικίας και τους οδηγεί στο Σελαμελίκ στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, απέχουσα 4 ώρες πεζοπορία. Στο δρόμο εν μέσω ύβρεων και προπηλακίσεων συνοδεία πολλών χωροφυλάκων, τους ελήστεψαν και στους έσφαξαν χωρίς οίκτο. Κατόπιν τους έβαλαν μέσα στην εκκλησία και τους έκαψαν.
Εξέχουσα θέση στην ιστορική μνήμη κατέχει το χωριό Καβάκ , 48 χιλιόμετρα από την Αμισό. Τον Ιούνιο 1921 οι Τούρκοι τουφέκισαν εκεί 701 Έλληνες από τους εξόριστους της πρώτης αποστολής, γιατί θεωρήθηκε ότι συμμετείχαν στην ίδρυση της ανεξάρτητης δημοκρατίας του Πόντου.
Στο Καβάκ συγκέντρωσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες μουσικούς της Αμισού και τους διέταξαν να παίξουν τον εθνικό ύμνο της Τουρκίας. Όμως, αυτοί έπαιξαν τον ελληνικό εθνικό ύμνο, οπότε οι Τούρκοι τους σκότωσαν όλους και τους έριξαν σε ξεροπόταμο. Τα βράδια μάζευαν τους Έλληνες που συλλάμβαναν και αφού τους σκότωναν έριχναν τα σώματά τους στο ποτάμι.

Συνολικά κατα την περίοδο 1914-1922 σκοτώθηκαν ή εξοντώθηκαν στις εξορίες ή δολοφονήθηκαν ή κάηκαν περισσότεροι απο 30.000 Παφρηνοί, ανάμεσά τους 84 ιερωμένοι και 30 δάσκαλοι.
Ξακουστός οπλαρχηγός καπετάνιος της Πάφρας ήταν ο Αντών πασάς.
Νοτιότερα απο την Έρπαα ο Κοτσά Αναστάς αρχικαπετάνιος, που θεωρείται ως ο Κολοκοτρώνης του Πόντου.
Ολίγο ανατολικότερα, στη Σαμψούντα, έδρασε ο φόβος και ο τρόμος των Τούρκων. Οι καπετάνιοι, Ιστίλ αγάς και Βασίλ' Ουστάς

Αμισός

Η Αμισός ή Σαμισός (σήμερα Σαμψούντα) ήταν ο αμέσως μετά την Σινώπη ακμαιότερος ελληνικός λιμένας στη νότια ακτή του Ευξείνου Πόντου, λίγα μίλια δυτικά των εκβολών του Λυκάστου. Αποικίστηκε αρχικά από Μιλησίους, στη συνέχεια παρήκμασε και αποικήθηκε εκ νέου από τους Αθηναίους πιθανώς στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και μετονομάστηκε Πειραιεύς.


Στα χρόνια των βασιλέων του Πόντου επανήλθε το αρχαίο όνομα της πόλης. Στα χρόνια της ρωμαϊκής κυριαρχίας οι αντιστράτηγοι Κ. Παπίριος Κάρβων και Κ. Καικίλιος Κορνούτος (56 π.Χ.) έκοψαν νόμισμα που έφερε το όνομά τους. Μετά την ήττα του Φαρνάκου, γιου του Μιθριδάτη στη μάχη των Ζήλων (47 π.Χ.), ο Καίσαρας χάρισε στην πόλη την ελευθερία της. Η Αμισός εφάρμοσε χρονολογικό σύστημα (από το 33 π.Χ.) όταν η πόλη απελευθερώθηκε υπό τον Αύγουστο από κάποιον τύραννο.

Οδησσός


Η Οδησσός είναι η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη της Ουκρανίας και σημαντικό λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο, όπου υπήρχε μία αρκετά οργανωμένη ελληνική παροικία στις αρχές του 19ου αιώνα. Η Οδησσός είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ιστορία του ελληνισμού, αφού εκεί συστάθηκε η Φιλική Εταιρεία.Η πόλη γνώρισε σύντομα μεγάλη ανάπτυξη, κυρίως στα πρώτα 50 χρόνια του 19ου αιώνα.
Η ανάπτυξή της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Δούκα του Ρισελιέ, ο οποίος διατέλεσε κυβερνήτης της πόλης από το 1803 έως το 1814. Ο νέος κυβερνήτης ορμώμενος από τη Γαλλική Επανάσταση, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό κατά των Τούρκων. Σ' αυτόν οφείλει η πόλη τις λεωφόρους και την ρυμοτομία, καθώς και την ύπαρξη υπογείων στοών, μήκους πολλών χιλιομέτρων που λέγονται κατακόμβες. Από το 1828 κοσμεί την πόλη το χάλκινο άγαλμα του Δούκα του Ρισελιέ, σχεδιασμένο από τον γλύπτη Ιβάν Μαρτός. Το 1814 ιδρύεται στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία, από τον Νικόλαο Σκουφά, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, που μετέπειτα επέδρασε καταλυτικά στην Ελληνική Επανάσταση. Το 1819 το λιμάνι της Οδησσού γίνεται ελεύθερο και η λειτουργία του με αυτή τη μορφή συνεχίστηκε έως το 1859. Τότε έλαβε χώρα και η μεγάλη εισροή εποίκων και εμπόρων, των οποίων ο αριθμός ανέρχεται περίπου στους 15.500, υπολογίζοντας μόνο τους μη ρωσικής καταγωγής. Η πόλη απέκτησε κοσμοπολίτικο χαρακτήρα και λόγω των διαφορετικών εθνοτήτων που κατοικούσαν σ' αυτήν. Την Οδησσό κατοίκησαν Ρώσοι, Ουκρανοί, Βούλγαροι, Έλληνες, Εβραίοι, Αλβανοί, Αρμένιοι, Ιταλοί, Γάλλοι, Γερμανοί και αρκετές άλλες εθνότητες από χώρες της Ευρώπης. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύχθηκε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα. Στην Οδησσό ιδρύθηκε τότε ένα θέατρο, μία δημόσια βιβλιοθήκη, ένα Λύκειο και ένα ινστιτούτο Ανατολικών γλωσσών. Ο πληθυσμός της πόλης διπλασιάστηκε μεταξύ 1823 και 1849. Η ανάπτυξή της σταμάτησε με την έκρηξη του Κριμαϊκού Πολέμου, το 1853 - 1856, κατά τη διάρκεια του οποίου η Οδησσός βομβαρδίστηκε από τους Άγγλους και τους Γάλλους. Από το 1878 έως το 1895 διατέλεσε κυβερνήτης της Οδησσού ο Γρηγόριος Μαρασλής, γόνος ενός ευκατάστατου εμπόρου της πόλης, που είχε συμμετάσχει στην ίδρυση της Φιλική Εταιρείας. Ο Μαρασλής χρηματοδότησε με τμήμα της προσωπικής του περιουσίας μεγάλο αριθμό δημοσίων κτισμάτων στην Οδησσό.



Μετά τη Ρωσική Επανάσταση και κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου, η Οδησσός κατελήφθη από τους Ουκρανούς, τον Γαλλικό Στρατό, τον Κόκκινο Στρατό και τον Λευκό Στρατό. Μετά την οριστική επικράτηση των Μπολσεβίκων αποτέλεσε τμήμα της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας από το 1920. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου η πόλη κατελήφθη από Ρουμανικές και Γερμανικές δυνάμεις, από το 1941 - 1944. Την περίοδο της κατοχής τα θύματα έφτασαν τις 60.000, στην πλειοψηφία τους εβραϊκής καταγωγής.
Το 1991 μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης η Οδησσός περνάει κάτω απ' τον έλεγχο της Ουκρανίας.

Βραίλα

κατὰ μῆκος τοῦ ποταμοῦ Δούναβη ἰδρύθηκαν «ἐμπορεῖα» ὅπως ἡ Ἀξιούπολις (Τσερνοβόντα) καὶ ἡ Προχειλία (Βράϊλα), συνάπτοντας ἐμπορικές σχέσεις μὲ τοὺς Γέτες καὶ τοὺς Δᾶκες, ὅπως μαρτυρεῖ ἡ πληθῶρα ἀγγείων ποὺ βρέθηκαν στὴν εὐρύτερη περιοχὴ.

Νοβοροσίσκι

ο Νοβορωσίσκ ή Νοβοροσσίσκ (ρωσικά: Новоросси́йск) είναι πόλη της Ρωσίας (Κράι Κρασνοντάρ), και το μεγαλύτερο λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας. Έχει πληθυσμό 246.900 κατοίκους.

Είναι μια βιομηχανική πόλη και βασίζεται στην παραγωγή χάλυβα και μεταλλικών προϊόντων, αλλά και στη βιομηχανία τροφίμων.

Πανίσχυρη ήταν η ελληνική ομογένεια στο Νοβορωσίσκ, και κυρίως πριν την Οκτωβριανή επανάσταση όταν ήταν συγκεντρωμένη εκεί η αφρόκρεμα των Ελλήνων εμπόρων της εποχής.Στην αρχαιότητα, στις ακτές του κόλπου του Τσεμές ήταν η περιοχή της Μπάτα, μια αρχαία ελληνική αποικία που ειδικεύονταν στο εμπόριο των σιτηρών. Αυτό αναφέρονταν μεταξύ άλλων στα έργα του Στράβωνα και του Πτολεμαίου. Οι Γενοβέζοι έμποροι από την οικογένεια Γκιζόλφι διατήρησαν μια εμπορική βάση εκεί στον Μεσαίωνα. Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο, εντούτοις μερικά ενδιαφέροντα ευρήματα έχουν ήδη αποκαλυφθεί.

Μέχρι το 1722, ο θαλάσσιος κόλπος ήταν υπό την κατοχή του Οθωμανικού φρουρίου του Σουτζούκ-Καλέ ή Soğucak. Κατόπιν η περιοχή παραχωρήθηκε στην Ρωσία το 1829 ως αποτέλεσμα του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου (1828-1829), οι ναύαρχοι Μιχαήλ Λάζαρεβ και Νικολάι Ραέφσκι θεμελίωσαν την ανατολική βάση για τον Στόλο της Μαύρης Θάλασσας στην ακτή το 1838. Η πόλη πήρε το όνομα της επαρχίας της Νοβορώσια, ενώ το λιμάνι αποτέλεσε ζωτικό κρίκο στην αλυσίδα των φρουρίων που είναι γνωστά ως ακτογραμμή της Μαύρης Θάλασσας, η οποία εκτείνονταν νότια έως το Σότσι.

Έκτοτε, κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα, το Νοβορωσίσκ αναπτύχθηκε γρήγορα και έγινε η πρωτεύουσα του Κυβερνείου της Μαύρης Θάλασσας, η μικρότερη στην Ρωσική Αυτοκρατορία, το 1896. Από τις 26 Αυγούστου, 1918 μέχρι τις 27 Μαρτίου, 1920 το Νοβορωσίσκ ήταν το βασικότερο κέντρο του Λευκού Στρατού του Ντενίκιν και της θνησιγενούς Δημοκρατίας της Νοβορωσίας. Πολλοί Λευκοί διέφυγαν από το Νοβορωσίσκ στην Κωνσταντινούπολη. Πολλοί εύποροι Έλληνες έμποροι είχαν το Νοβορωσίσκ ως βάση των επιχειρήσεών τους. Η Οικογένεια Καλλιβάζη διεύθυνε την εμπορική αυτοκρατορία της από το λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας από τα τέλη του 19ου ως τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Σεβαστούπολη

Η Σεβαστούπολη είναι πόλη - λιμάνι στην Κριμαία της Ουκρανίας. Είναι μια από τις δύο πόλεις της χώρας με ειδικό καθεστώς διοίκησης (η άλλη είναι το Κίεβο). Ο πληθυσμός της πόλης το 2007 υπολογιζόταν σε 379.200 κατοίκους. Βρίσκεται στη χερσόνησο της Κριμαίας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Λόγω της θέσης της, είναι εδώ και αιώνες σημαντική ναυτική βάση, εξακολουθώντας και σήμερα να είναι βάση του Στόλου της Μαύρης Θάλασσας του ρωσικού (και πρώην σοβιετικού) ναυτικού, ενώ υπάρχει και μια ουκρανική ναυτική βάση. Η πόλη είναι κέντρο των δραστηριοτήτων αλιείας, θαλάσσιου εμπορίου, επιστήμης, βιομηχανίας και αναψυχής στη νότια Ουκρανία.

Κατά την αρχαιότητα κοντά στην πόλη βρισκόταν η αρχαία ελληνική πόλη Χερσόνησος. Το 1778 ο Αλεξάντερ Βασίλιεβιτς Σουβόροφ κατασκεύασε αναχώματα στην περιοχή για την τοποθέτηση στρατιωτών σε αυτά. Η πόλη ιδρύθηκε το 1783 ως ναυτική βάση και πήρε το όνομα Ακτιάρ[1] (λευκοί γκρεμοί)[2]. Το 1784 ο Γκριγκόρι Ποτέμκιν έλαβε διαταγή να κατασκευάσει ένα οχυρό στην περιοχή και το ονομάσει Σεβαστόπολ. Η πόλη έγινε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Το 1855, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, η Σεβαστούπολη κατακτήθηκε μετά από εντεκάμηνη πολιορκία από τους Γάλλους, τους Βρετανούς και τους Οθωμανούς, ενώ προηγουμένως είχε καταστραφεί εσκεμμένα από τους Ρώσους.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου