Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

ΙΣΤΟΡΙΑ 3. Το πρώτο διάστημα

Εδώ έχουμε έναν τίτλο ο οποίος με την απροσδιοριστία του καθιστά το μάθημα που ακολουθεί ύποπτο και άμεσα υποψήφιο για να εμφανιστεί στις εξετάσεις.
Πρώτο μας μέλημα είναι να καθορίσουμε χρονικά από πότε μέχρι πότε ελτείνεται αυτό το πρώτο διάστημα.
Έχουμε και λέμε λοιπόν ότι ως πρώτο διάστημα θεωρούμε τη χρονική περίοδο που εκτείνεται από τον Σεπτέμβρη του 1922, όπου καταφθάνουν οι πρώτοι πρόσφυγες στην Ελλάδα ,μέχρι τον Ιανουάριο του 1923 και πιο συγκεκριμένα τις 30-1-1923 που υπογράφεται η Σύμβαση της Λωζάννης και αποφασίζεται η οριστική ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας.
Με λίγα λόγια το πρώτο διάστημα είναι το πρώτο τρίμηνο μετά το διωγμό των προσφύγων όπου οι πρόσφυγες συρρέουν στην Ελλάδα ατάκτως χωρίς κανένα πρόγραμμα και χωρίς καμία κρατική μέριμνα και κυριλεκτικά χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Άνθρωποι καταβεβλημένοι σωματικά και ψυχικά, οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα στοιβαγμένοι κατά εκατοντάδες μέσα στα καράβια που τους μετέφεραν. Οι μολυσματικές ασθένειες τους θέριζαν, ενώ η σωματική ταλαιπωρία επιδείνωνε την κατάστασή τους. Όταν έφτασαν στην Ελλάδα, οι περισσότεροι από αυτούς παρουσίαζαν την εικόνα «μάλλον πτωμάτων κινουμένων ή ζώντων ατόμων».

Πλειάδα παραγόντων επιβάρυνε σημαντικά την ήδη κλονισμένη υγεία τους. Η διατροφή τους ήταν κάκιστη, πολύ κάτω από τις ελάχιστες απαιτήσεις τόσο όσον αφορά την ποσότητα όσο και ως προς την ποιότητα της τροφής. Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 επιτόπιες έρευνες σε καταυλισμούς οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πολλοί θάνατοι προσφύγων οφείλονταν όχι απλώς στην κακή διατροφή τους αλλά στην πλήρη ασιτία. Ακόμα μεγαλύτερο ήταν το πρόβλημα της ύδρευσης. Το διαθέσιμο νερό ήταν σχεδόν πάντοτε μολυσμένο και προκαλούσε την εκδήλωση και τη μετάδοση επιδημικών ασθενειών όπως ήσαν οι δυσεντερίες και ο τύφος. Αρμόδιοι πρότειναν να συμπεριληφθούν στα πρώτα μέτρα για την αντιμετώπιση της προσφυγικής θνησιμότητας η παροχή σαπουνιού και ρουχισμού. Τέλος, το γεγονός ότι πολλοί πρόσφυγες προέρχονταν από μολυσματικές περιοχές του μικρασιατικού χώρου ή από περιοχές που ήταν ελώδεις, όπως το Αϊδίνι και η Αμισός του Πόντου, επιδείνωσε την κατάσταση της υγείας τους, αφού και στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν σε περιοχές επίσης βεβαρημένες. Ας ληφθεί υπόψη ότι ο οργανισμός πολλών προσφύγων παρουσίασε δυσκολία να προσαρμοστεί σε κλιματολογικές συνθήκες, που τις περισσότερες φορές ήταν εντελώς διαφορετικές από αυτές στις οποίες είχαν συνηθίσει.

Όλοι οι παραπάνω παράγοντες είχαν αποτέλεσμα την εκδήλωση επιδημιών και τη γρήγορη εξάπλωσή τους στους προσφυγικούς πληθυσμούς. Ο εξανθηματικός τύφος ήταν η πρώτη δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκαν όσοι κατάφεραν να επιβιώσουν από το πλήθος των ασθενειών που ενδημούσαν στα μικρασιατικά παράλια και στα καράβια που τους μετέφεραν στην Ελλάδα. Η Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας θεώρησε τους προσφυγικούς καταυλισμούς των πόλεων πραγματικές εστίες μόλυνσης για τη δημόσια υγεία και διέταξε την παρακολούθησή τους από υγειονολόγους. Μέχρι τον Απρίλιο του 1923 είχαν εμβολιαστεί περίπου μισό εκατομμύριο πρόσφυγες, ενώ παράλληλα τέθηκε σε εφαρμογή εκτεταμένο πρόγραμμα αποφθειριάσεων στους προσφυγικούς καταυλισμούς.

Στους αγροτικούς πληθυσμούς τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα, με μεγαλύτερη πληγή εκεί την ελονοσία· το δεύτερο εξάμηνο του 1923, με βάση επίσημες στατιστικές, στους 100 θανάτους προσφύγων που διαπιστώθηκαν στη Μακεδονία, οι 70 οφείλονταν στην ασθένεια αυτή. Τον επόμενο χρόνο, οικισμοί προσφύγων στη Χαλκιδική, τις Σέρρες, τα Γιαννιτσά, την Πιερία και το Κιλκίς έχασαν περίπου το 20% του πληθυσμού τους από ελονοσία, τύφο και δυσεντερία που οφειλόταν κυρίως στην κατανάλωση μολυσμένου νερού. Το ισοζύγιο γεννήσεων και θανάτων αποτελούσε ένα στατιστικό σοκ για τους υγειονολόγους καθώς σε κάθε γέννηση αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι προσφύγων. Η ουσιαστική παράμετρος που διαμόρφωνε αυτή την κατάσταση δεν ήταν μονάχα η αυξημένη θνησιμότητα των προσφύγων, αλλά και το γεγονός ότι οι κακουχίες και τα βάσανα, ιδίως του πρώτου καιρού, οδηγούσαν σε χιλιάδες πρόωρους τοκετούς και αποβολές. Μονάχα η εφαρμογή ενός συστήματος υγειονομικής φροντίδας στους προσφυγικούς πληθυσμούς επέτρεψε τη βαθμιαία αντιμετώπιση του προβλήματος της βρεφικής θνησιμότητας. Το 1929 η κατάσταση είχε αντιστραφεί πλήρως και σε κάθε θάνατο πρόσφυγα αντιστοιχούσαν πλέον τρεις νέες ζωές.

Ο δείκτης της υγείας των προσφυγικών πληθυσμών θα μπορούσε να οριστεί ως η συνισταμένη που δημιουργούσαν οι παράμετροι της διατροφής, της εργασίας και της κατοικίας. Σε μια κοινωνία όπου η λιτή διατροφή δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας, η διατροφή των προσφύγων δε συνέβαλλε στο να αντεπεξέλθει ο οργανισμός τους στις δυσκολίες της καθημερινής ζωής. Επιπλέον, η σκληρή εργασία τους, συνήθως κάτω από εξαιρετικά ανθυγιεινές συνθήκες, έθετε σε μια ακόμη δοκιμασία την ήδη κλονισμένη υγεία τους. Επιθεωρήσεις αρμοδίων σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου περιέγραφαν τις συνθήκες εργασίας των προσφύγων με μελανά χρώματα ενώ, όχι σπάνια, διαπίστωναν ότι παιδιά κάτω των δέκα ετών εργάζονταν σε βιομηχανικές μονάδες.

Ακόμα χειρότερες ήταν οι συνθήκες της στέγασης. Στις παρυφές των αστικών κέντρων χιλιάδες αυτοσχέδια σπίτια-τρώγλες, ανήλιαγα και χωρίς εξαερισμό, στέγαζαν προσφυγικές οικογένειες για δεκαετίες ολόκληρες. Σε αυτές τις συνοικίες με παράγκες η φυματίωση έβρισκε τις πιο κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί. Ασθένεια που εξαρτιόταν κυρίως από τις συνθήκες της στέγασης, η φυματίωση δεν είχε αποκληθεί αναίτια από τους υγειονολόγους «η νόσος της κατοικίας». Μονάχα το 1933, με βάση επίσημες στατιστικές, περίπου 150.000 άνθρωποι ασθένησαν από τη φυματίωση, 8.070 άνθρωποι από αυτούς πέθαναν, ενώ ανεπίσημοι υπολογισμοί της εποχής κάνουν λόγο για υπερδιπλάσια θύματα της νόσου.

Ωστόσο, το πρόβλημα δεν οφειλόταν μονάχα στην έλλειψη των στοιχειωδέστερων ανέσεων σε σχέση με το ζήτημα της κατοικίας. Σημαντικότερα ήταν εκείνα τα προβλήματα που είχαν να κάνουν με την απουσία απαραίτητων για τη δημόσια υγεία υποδομών, όπως ύδρευση και αποχέτευση, των οποίων η έλλειψη δημιουργούσε ιδανικές συνθήκες για την εμφάνιση και την εξάπλωση λοιμωδών ασθενειών. Στη Μακεδονία του Μεσοπολέμου τουλάχιστον πεντακόσια χωριά, ανάμεσά τους πολλά προσφυγικά, δεν υδρεύονταν. Ακόμα όμως και στην περίπτωση που λειτουργούσαν δίκτυα ύδρευσης, υπήρχαν τέτοια προβλήματα ώστε συχνά μετατρέπονταν σε πραγματικές εστίες μόλυνσης.


Στους συνοικισμούς των πόλεων η ύδρευση είχε εκχωρηθεί άτυπα σε ιδιώτες που μετέφεραν το νερό με τα κάρα τους σε στάμνες και το πουλούσαν στους κατοίκους, ενώ παράλληλα υπήρχαν βρύσες που εξυπηρετούσαν ολόκληρες γειτονιές συγκεκριμένες ώρες της ημέρας. Και στις δύο περιπτώσεις το νερό αυτό, στάσιμο εκ των πραγμάτων και μολυσμένο, αποτελούσε τη βασικότερη αιτία για την εξάπλωση τυφοειδούς πυρετού, εντερίτιδας και άλλων ασθενειών του πεπτικού συστήματος. Οι περισσότερες μαρτυρίες περιγράφουν με μοναδική γλαφυρότητα την έλλειψη του νερού ως ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής:

«Νερό; Άλλη φαραωνική πληγή αυτή. Το νερό της Δημαρχίας δε φτάνει μήτε για αγιασμό στο Βύρωνα. Γίνεται ανάρπαστο από τις τυχερές. Οι άλλες; Παραμονεύουν τους νερουλάδες που δε μας έρχονται και τόσο πρόθυμα, γιατί από την Αθήνα έως εδώ έχουν να περάσουν τόση ανηφόρα. Να τους δήτε όταν πουλάνε το νερό. Πόση επισημότητα, Θεέ μου! Στον καιρό του αποκλεισμού, εκείνοι που είχαν το προνομιούχο μονοπώλιο του ψωμιού δε θα έκαναν τα μούτρα του ντερμπεντέρη νερουλά, ο οποίος δε διαλαλεί πια τον υγρό θησαυρό του. Τον βλέπετε με το αριστερό χέρι στην πέτσινη σωλήνα, με το δεξί του στα φράγκα που πέφτουνε σα βροχή με το μεταλλικό τους ήχο και το στόμα να ψιθυρίζει τραγούδια. Τον ακούτε να φωνάζει επιταχτικά “φτάνει!” για το νερό που έδωκε, “κατέβαινε!” για το φράγκο που δεν πήρε ακόμη…»

Η αποχέτευση ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αθήνας και του Πειραιά αυτοσχέδια ρυάκια διέσχιζαν τους χωμάτινους δρόμους δίπλα στις κατοικίες των προσφύγων μεταφέροντας λύματα ελλείψει αποχετευτικού συστήματος. Η αποκομιδή των απορριμμάτων ήταν επίσης προβληματική στα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ στις αγροτικές περιοχές ο κοπροσωρός που συνήθιζαν οι αγρότες να διατηρούν στις αυλές των σπιτιών τους αποτελούσε μία επιπλέον εστία μόλυνσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου