Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ 3 Άλλα προσφυγικά ρεύματα

Ένας τίτλος που ωθεί το μαθητή να σκεφτεί απαξιωτικά για το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ενότητας.
Σκέφτεται ,"τι σημαίνει άλλα ;" .Μήπως ,άνευ σημασίας ;
Εδώ ακριβώς κρύβεται και μία πιθανή ερώτηση των πανελλαδικών ,εκεί ακριβώς που οι υποψήφιοι δημιουργούν την ψευδαίσθηση πως τα πράγματα δεν είναι σημαντικά.
Πάμε στο προσφυγικό που προκαλεί η διαμάχη με τη Βουλγαρία λοιπόν.
Δείτε πως βλέπουν οι Βούλγαροι τη συνθήκη του Νειγύ.
Πριν 90 χρόνια, και συγκεκριμένα στις 27 Νοεμβρίου του 1919, στην κωμόπολη Νεϊγύ (Neuilly), προάστιο του Παρισιού, υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης που επίσημα έθεσε το τέλος της βουλγαρικής συμμετοχής στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Η χώρα μας συμμετέχει στον πόλεμο με τον σκοπό να ενώσει όλα τα εδάφη με βουλγαρικό πληθυσμό. «Δυστυχώς ο βασιλιάς Φερδινάνδος και ο πρωθυπουργός Βασίλ Ραντοσλάβοφ είχαν συμμαχήσει με τη λάθος συμμαχία – τις Κεντρικές Δυνάμεις, λέει σε συνέντευξη για την Βουλγαρική Ραδιοφωνία ο ακαδημαϊκός Γκεόργκι Μάρκοφ, διευθυντής του Ινστιτούτου Ιστορίας στην Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών. Η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία προτείνουν στην Βουλγαρία άνευ όρων επιστροφή των εδαφών που η χώρα μας έχασε συνεπεία του Β’ Βαλκανικού Πολέμου το 1913, ενώ η Αντάντα, στο πρόσωπο της Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας προτείνουν μόνο ορισμένα εδάφη στην Μακεδονία και την Ανατολική Θράκη σε περίπτωση που η Βουλγαρία κηρύξει πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επί τρία χρόνια ο βουλγαρικός στρατός μάχεται σε τρία μέτωπα, γνωρίζει τεράστιες απώλειες, κερδίζει μάχες. Με την ήττα της Γερμανίας όμως στο Δυτικό μέτωπο και την συνθηκολόγηση που ακολούθησε, οι βουλγαρικές επιχειρήσεις στο Βαλκανικό μέτωπο πλέον χάνουν την σημασία τους».

Τι προβλέπουν οι ρήτρες της Συνθήκης του Νεϊγύ;
«Με τη συνθήκη αυτή, απαντάει ο ακαδημαϊκός Μάρκοφ, που από την βουλγαρική ιστοριογραφία έχει χαρακτηριστεί ως η δεύτερη εθνική καταστροφή, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει την εκχώρηση υπέρ της Σερβίας, των περιοχών Τσάριμπροντ, Τιμόκ, Τριν και Μποσίλεγκραντ που ναι μεν ήταν μεθοριακές μικρές εδαφικές λωρίδες σε έκταση, πλην όμως σημαντικές από στρατηγική άποψη.
Υποχρεώθηκε επίσης την παραιτηθεί υπέρ των «Προεχουσών της ειρηνευτικής Διάσκεψης Δυνάμεων» όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης και με την υποχρέωση ν’ αναγνωρίσει εκ των προτέρων τις μεταγενέστερες αποφάσεις των Δυνάμεων περί αυτής. Η παραίτηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την μετέπειτα παραχώρηση των εδαφών αυτών στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Σεβρών ένα χρόνο μετά, και τον αποκλεισμό της βουλγαρικής εξόδου στο Αιγαίο πέλαγος. Με την συνθήκη επίσης τα ρουμανοβουλγαρικά σύνορα επαναφέρονται στη γραμμή που όριζε η Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913). Δηλαδή η Βουλγαρία αναγκάστηκε να εκχωρήσει την Δοβρουτσά, τον σιταρότοπό μας, στη Ρουμανία. Στη χώρα μας επιβάλλονται επίσης σκληρές χρηματικές αποζημιώσεις στους συμμάχους ύψους 2.250.000.000 χρυσών φράγκων (ένα τεράστιο για την εποχή εκείνη και τις οικονομικές δυνατότητες της Βουλγαρίας ποσό). Οι στρατιωτικές ρήτρες της συνθήκης επιβάλλουν στη χώρα μας να περιορίσει το στρατό της σε 20.000 μόνο εθελοντές άνδρες και 13.000 για τα σώματα ασφαλείας. Η κατακραυγή για την ήττα και την επαίσχυντη για τους Βουλγάρους συνθήκη οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης (είχε προηγηθεί η παραίτηση του βασιλιά Φερδινάνδου υπέρ του γιου του Μπορίς) και στο ξέσπασμα κοινωνικών ταραχών. Και το βασικότερο, σβήνουν οι ελπίδες των προγόνων μας ότι μόνοι τους μπορούν να λύσουν το εθνικό τους ζήτημα».

Ποια περιθώρια είχε η χώρα μας για την υπεράσπιση των εθνικών της συμφερόντων σε σύγκριση με τα άλλα ηττημένα κράτη;
«Η πρώτη συνθήκη ειρήνης υπογράφεται με την Γερμανία και σε μεγάλο βαθμό χρησιμεύσει ως υπόδειγμα όλων των μεταγενέστερων συνθηκών με τα υπόλοιπα ηττημένα κράτη – Βουλγαρία, Αυστρία, Ουγγαρία, Τουρκία. Ο πρόεδρος της ειρηνευτικής Διάσκεψης του Παρισιού, Γάλλος πρωθυπουργός Ζορζ Κλεμανσό, επιμένει ότι οι ηττημένοι πρέπει να πληρώσουν. Εννοεί όμως ότι οι ηττημένοι λαοί πρέπει να πληρώσουν τα σφάλματα των κυβερνήσεών τους. Οι σκληροί όροι που επιβλήθηκαν στη Γερμανία και τα άλλα ηττημένα κράτη είναι το βασικό λάθος της διάσκεψης, επειδή δεν τιμωρούνται οι κυβερνήτες που ενέπλεξαν τους λαούς στον πόλεμο, αλλά απεναντίας – τιμωρούνται οι απλοί πολίτες, ολόκληροι λαοί, που δεν έχουν την δυνατότητα να εκφράσουν ελεύθερα την γνώμη τους για τους όρους που τους επιβάλλουν».

Ήταν άραγε δυνατόν μέσα στη χώρα μας να διαμορφωθεί μια ενιαία πολιτική, που αφορά την συνθήκη και αν είχε το γεγονός αυτό κάποια σημασία στις διαπραγματεύσεις;
«Πρώτη φορά στην Βουλγαρία η καταστροφή οδήγησε τα πολιτικά κόμματα σε ευρύτατο συνασπισμό, στον οποίο συμμετέχουν δημοκράτες, ριζοσπάστες, σοσιαλιστές, εκπρόσωποι της Αγροτικής Λαϊκής Ένωσης και του Λαϊκού Κόμματος – δηλαδή τα βασικά κόμματα στην πολιτική μας σκηνή τότε, χωρίς βέβαια εκείνα που τάχθηκαν υπέρ της συμμαχίας με την Γερμανία, όπως λ.χ. το Φιλελεύθερο Κόμμα. Προσπαθούν να σώσουν ό,τι έχει απομείνει. Αρχικά πρωθυπουργός ήταν ο Τεόντορ Τεόντοροφ από το Λαϊκό Κόμμα ο οποίος στην ομιλία του στην ειρηνευτική διάσκεψη του Παρισιού έριξε τις ευθύνες στον τέως βασιλιά Φερδινάνδο και τον πρωθυπουργό του Βασίλ Ραντοσλάβοφ. Παράλληλα ο Φερδινάνδος ήδη εγκατέλειψε τη χώρα, ο Βασίλ Ραντοσλάβοφ τον ακολούθησε στην Γερμανία. Τα πρώην μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου συλλαμβάνονται και ο Τεόντοροφ υπόσχεται ότι θα καταδικαστούν, ως υπεύθυνοι για την συμμαχία της χώρας μας με την Γερμανία. Η φωνή του όμως δεν εισακούστηκε. Μετά τον Τεόντοροφ πρωθυπουργός εκλέγεται ο Αλεξάντερ Σταμπολίσκι ο οποίος κερδίζει τις εκλογές της 6ης Οκτωβρίου του 1919. Και ο Σταμπολίσκι που εφαρμόζει μια συνεπή πολιτική κατά της εμπλοκής της Βουλγαρίας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας και εξαιτίας της αδιάλλακτης στάσης του οδηγήθηκε στην φυλακή, έπρεπε να υπογράψει την Συνθήκη του Νεϊγύ, με την ελπίδα για μια ειρηνική επιθεώρηση των σκληρών ρητρών της συνθήκης».

Είναι αλήθεια ότι έσπασε την πέννα με την οποία υπέγραψε την συνθήκη;
«Είναι ένας θρύλος. Η αλήθεια είναι ότι ο γραμματέας της διάσκεψης τους προτείνει να κρατήσει την πέννα ως ενθύμιο της υπογραφής• ο Σταμπολίσκι όμως την πετάει ελαφριά στην άκρη, λέοντας: «Καλό ενθύμιο, δεν το χρειάζομαι, ευχαριστώ, κρατήστε την». Και έτσι εκφράζει την απογοήτευσή του για την υπογραφή της συνθήκης.

Ποιος είναι ο ρόλος της Συνθήκης του Νεϊγύ για την περαιτέρω ανάπτυξη των διμερών σχέσεων της Βουλγαρίας με τα γειτονικά κράτη;
«Δυστυχώς η Συνθήκη του Νεϊγύ επισφραγίζει τον λόγο ότι στα Βαλκάνια μυρίζει μπαρούτι. Την φήμη τους ότι αποτελούν βαρέλι με μπαρούτι τα Βαλκάνια απέκτησαν με τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913). Έκτοτε στο διεθνές πολιτικό λεξιλόγιο υιοθετήθηκε ο όρος «βαλκανιοποίηση» που σημαίνει πολιτική τεμαχισμού μιας χώρας ή αυτοκρατορίας σε μικρότερα και συνήθως εχθρικά μεταξύ τους κράτη. Η Συνθήκη του Νεϊγύ εμβαθύνει ακόμα περισσότερο τις διαφορές μεταξύ των κρατών. Οι Βούλγαροι στην Μακεδονία συνεχίζουν την ένοπλη μάχη τους, μέσω της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης του Τόντορ Αλεξάντροφ, διενεργούν δολοφονικές απόπειρες, τα σύνορα με τη δυτική μας γείτονα είναι σαν πεδίο μάχης. Επί μήνες παραμένουν κλειστά. Οι καλές σχέσεις μας με την Ρουμανία πριν από τους Βαλκανικούς πολέμους οξύνθηκαν, εξαιτίας της Νότιας Δοβρουτσάς. Με την Ελλάδα επίσης υπήρξε συμπλοκή το 1925, όταν ο ελληνικός στρατός καταλαμβάνει το Πετρίτσι, κυνηγώντας τους Βουλγάρους επαναστάτες. Μόνο με την Τουρκία που είναι το ίδιο ηττημένη χώρα οι σχέσεις ομαλοποιούνται. Με τον τρόπο αυτό οι Μεγάλες Δυνάμεις συνεχίζουν την πολιτική της βαλκανιοποίησης, της διαίρεσης δηλαδή των Βαλκανίων, επιλέγοντας κάθε μια ένα από τα μικρότερα βαλκανικά κράτη να το προστατεύει και να έχει ως σύμμαχο έναντι των άλλων ή ακόμα να επωφελείται από τις τάσεις του απέναντι στα γειτονικά κράτη».


Ας δούμε τώρα και την Ελληνική πλευρά ,πως τα λέει.

Η Συνθήκη του Νεϊγύ υπογράφηκε στις 27 Νοεμβρίου 1919 στην κωμόπολη Νεϊγύ επί του Σηκουάνα (Neuilly sur Seine) μεταξύ της Βουλγαρίας και των νικητριών δυνάμεων του Α' Παγκοσμίου πολέμου, και συγκεκριμένα με τις Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ και Ιταλία ως "Προέχουσες Δυνάμεις", και με τη συμμετοχή των Βέλγιο, Κίνα, Κούβα, Ελλάδα, Χετζάτζ (μεταγενέστερα Σαουδική Αραβία), Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, Ταϋλάνδη και Τσεχοσλοβακία, ως συμμάχων και συμβαλλομένων δυνάμεων των πρώτων.
Με τη συνθήκη αυτή, που από τη βουλγαρική ιστοριογραφία έχει χαρακτηριστεί ως η δεύτερη εθνική καταστροφή, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε στα ακόλουθα:
Την παραίτησή της υπέρ των "Προεχουσών Δυνάμεων" όλων των κυριαρχικών της δικαιωμάτων επί της μεσημβρινής δυτικής Θράκης και με την υποχρέωση ν΄ αναγνωρίσει εκ των προτέρων τις μεταγενέστερες αποφάσεις των Δυνάμεων περί αυτής. (Σημειώνεται ότι η παραίτηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την μετέπειτα παραχώρηση των εδαφών αυτών στην Ελλάδα με την Συνθήκη των Σεβρών ένα χρόνο μετά, και τον αποκλεισμό της βουλγαρικής εξόδου στο Αιγαίο πέλαγος).
Την επαναφορά των Ρουμανοβουλγαρικών συνόρων στη γραμμή που όριζε η Συνθήκη Βουκουρεστίου (1913). Δηλαδή την εκχώρηση της Δοβρουτσάς στη Ρουμανία.
Να αναγνωρίσει την κρατική υπόσταση της Σερβίας, στην οποία εκχώρησε την περιοχή Στρώμνιτσα μέχρι τον Δούναβη καθώς και τις περιοχές Τσάριμπροντ, Τιμόκ, Τριν και Μποσίλεγκραντ που ναι μεν ήταν μεθοριακές μικρές εδαφικές λωρίδες σε έκταση πλην όμως σημαντικές από στρατηγική άποψη.
Να προστατεύσει τις ξένες μειονότητες που διαβιούν στη Βουλγαρία μεταξύ των οποίων και της ελληνικής.
Να περιορίσει το στρατό της σε 20.000 μόνο εθελοντές άνδρες και 13.000 για τα σώματα ασφαλείας.
Να καταβάλει πολεμική αποζημίωση στους συμμάχους ύψους 2.250.000.000 χρυσών φράγκων (περίπου 400.000.000 δολαρίων) πληρωτέων σε εξαμηνιαίες δόσεις εντός 37 ετών με τόκο 2% μέχρι το 1920 και 5% στη συνέχεια.
Επίσης οι σύμμαχοι ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασφαλίσουν στην Βουλγαρία την οικονομική της διέξοδο στο Αιγαίο με το άρθρο 48 της συνθήκης που άφηνε ανοικτές, για μελλοντική ρύθμιση, τις λεπτομέρειες της εφαρμογής της διάταξης αυτής.
Η κατακραυγή για την ήττα και την επαίσχυντη για τους Βουλγάρους συνθήκη οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης (είχε προηγηθεί η παραίτηση του Βασιλιά Φερδινάνδου υπέρ του γιου του Μπόρις Γ') και στο ξέσπασμα κοινωνικών ταραχών.

Ταυτόχρονα με την κύρια συνθήκη η Βουλγαρία υπόγραψε ειδική συνθήκη με την Ελλάδα περί εθελουσίας αμοιβαίας μετανάστευσης των εκατέρωθεν μειονοτήτων εκ της οποίας και ακολούθησε εθελουσία ανταλλαγή πληθυσμών. Σημειώνεται όμως ότι η Ελλάδα συμμετείχε στον πόλεμο, στο τέλος του 1917, χωρίς όμως προηγουμένως να έχει συνάψει συμφωνία με τους Συμμάχους για τα οφέλη που θα αποκόμιζε από την πολεμική της συμβολή. Έτσι ο τότε Έλληνας Πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος που συμμετείχε στη υπογραφή της συνθήκης αυτής αρκέσθηκε στην ελεύθερη αυτοδιάθεση των λαών και την κύρια προβολή των ελληνικών αξιώσεων σε μελλοντική καταλληλότερη στιγμή.
Οι ελληνικές διεκδικήσεις περιλαμβάνονταν στο από 30 Δεκεμβρίου 1918 Υπόμνημα το οποίο και εξέθεσε με μεγάλη επιδεξιότητα ο Ε. Βενιζέλος ενώπιον του "Συμβουλίου των Δέκα" στις 3 Φεβρουαρίου 1919 το οποίο και βρήκε ευμενή απήχηση με εξαίρεση του Αμερικανούς και κυρίως αντίθετους του Ιταλούς. Γνωρίζοντας έτσι ο Βενιζέλος εκ των προτέρων την στάση αυτών στο σημείο βοήθειας των συμμάχων προς την Βουλγαρία για την έξοδο στο Αιγαίο λαμβάνοντας τον λόγο ζήτησε την εφαρμογή της αρχής των Εθνοτήτων της Θράκης της οποίας το δυτικό τμήμα έπρεπε να παραχωρηθεί στην Ελλάδα τονίζοντας μεταξύ άλλων:
"Αναμφιβόλως τούτο θα είχε ως αναπόφευκτον συνέπειαν την απώλειαν της διεξόδου εις το Αιγαίον αλλά είμαι έτοιμος να συστήσω λύσιν προς αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών της Βουλγαρίας, καίτοι αυτή διαθέτει θαυμάσιους λιμένες εις την Μαύρην Θάλασσαν..." και συνέχισε "κάθε παραχώρηση κι αν εγίνετο θα ήταν ανωφελής εφόσον η Βουλγαρία δεν θα ησύχαζε μέχρις ότου αποκτήση ολόκληρον την Βαλκανικήν, αξιούσα πλήρη ηγεμονίαν εφ΄ όλης της Χερσονήσου και κατά συνέπειαν, επωφελούμενης πάσης ευκαιρίας δια να ικανοποιήση τις φιλοδοξίες της. Η Βουλγαρία αντιπροσωπεύει εις τα Βαλκάνια ότι η Πρωσσία εις την Κεντρικήν Ευρώπην, πάντοτε δε θα επιχειρή να επιβάλη τον μιλιταρισμόν της επί των Βαλκανίων, όπως επεχείρησε να πράξη η Πρωσσία εις την Δυτικήν Ευρώπην".
Επίσης δεν εκπληρώθηκαν από την Βουλγαρία άλλες προς την Ελλάδα υποχρεώσεις που αφορούσαν αποφάσεις του Ελληνοβουλγαρικού Μεικτού Διαιτητικού Δικαστηρίου των Παρισίων και του διαιτητού Γουώριν για προσγενόμενες ζημίες σε Έλληνες υπηκόους κατά το διάστημα της ουδετερότητας της Ελλάδος (11 Οκτωβρίου 1915 μέχρι 27 Ιουνίου 1917)
Βέβαια εκτός της Ελλάδος και η Οθωμανική Αυτοκρατορία διεκδικούσε τη δυτική Θράκη με την από 17 Ιουνίου 1919 έκθεση, το Υπόμνημα της οποίας υποβλήθηκε ακόμη αργότερα στο Συμβούλιο των Δέκα (περίπου 6 μήνες αργότερα από την υποβολή του ελληνικού) το οποίο και απορρίφθηκε από το Συμβούλιο στις 25 Ιουνίου 1919 περιορίζοντας έτσι την μονομαχία διεκδίκησης μεταξύ Ελλάδος και Βουλγαρίας.
Επισημαίνεται ακόμη ότι από τη Συνθήκη του Μούδρου (30 Οκτωβρίου 1918) μέχρι τη συνομολόγηση της παρούσας Συνθήκης είχαν μεσολαβήσει οι ακόλουθες κατά χρονολογική σειρά Συνθήκες:
Η Συνδιάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων (Μάιος 1919)
Η μυστική Συμφωνία Βενιζέλου - Τιττόνι (29 Ιουλίου 1919)
Τα νεοτουρκικά "Εθνικά Συνέδρια" του Ερζερούμ (Ιούλιος 1919) και της Σεβαστείας (Σεπτέμβριος 1919) του Κεμάλ Ατατούρκ που αφορούσαν το νεοτουρκικό εθνικό κίνημα. Και τέλος,
Η Συνθήκη Αγίου Γερμανού αν Λάιγ, 10 Σεπτεμβρίου 1919)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου